Πώς λειτουργεί σε μια νέα συγγραφική συνείδηση η λογοτεχνική και μη παραγωγή του 20ού αιώνα; Πώς διηθούνται μέσα από το φίλτρο της σύγχρονης ευαισθησίας και των ποικίλων ερεθισμάτων της εποχής, μέσα από τα κάτοπτρα (παραμορφωτικά, μεγεθυντικά κτλ.) της σημερινής τεχνολογίας; Πώς ο Τζόυς συναντά (ή όχι) τον Κέρουακ, ο μεγάλος ποιητής τον αισθαντικό στιχοπλόκο; «Το Βήμα» έθεσε τα ερωτήματα αυτά σε δύο από τους διακεκριμένους συγγραφείς της νέας γενιάς, τον Χρήστο Χωμενίδη και τη Σώτη Τριανταφύλλου, ζητώντας τους να απαντήσουν εντελώς προσωπικά, αφήνοντας κατά μέρος την αντικειμενικότητα (έτσι κι αλλιώς υπάρχει αντικειμενικότητα στον καιρό μας;). Θεωρώντας ότι οι όποιοι «κανόνες» δεν είναι θέσφατα αλλά λειτουργούν ως επιλογές μιας συγκεκριμένης συνείδησης, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει (γνώση, εκπαίδευση, κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος), τα κείμενα του Χωμενίδη και της Τριανταφύλλου δίνουν το στίγμα μιας νέας συγγραφικής γενιάς, τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνομιλεί με τα κείμενα των ομοτέχνων της.
Σώτη Τριανταφύλλου
Τα βιβλία που θα διαβάζονται τον εικοστό πρώτο αιώνα θα είναι όσα θα γράφονται και εκδίδονται τότε· και όσα θα γίνονται ταινίες και multimedia. Και ίσως μερικά από τα αγαπημένα μυθιστορήματα της παιδικής και της νεανικής ηλικίας (π.χ. Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, Ο μάγος του Οζ): η παιδική ηλικία εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς μέσα στον χρόνο. Είτε διαβάζονται είτε δεν διαβάζονται, πολλά βιβλία του εικοστού αιώνα όχι απαραιτήτως τα «καλύτερα» άλλαξαν τον κόσμο και έκαναν τα τελευταία εκατό χρόνια μια υπέροχη, γρήγορη και τρομακτική εποχή. Να μερικά από αυτά.
1916: Ο τζέντλεμαν από το Σαν Φρανσίσκο, του Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Μπουνίν. Ενα από τα ωραιότερα διηγήματα της ρωσικής λογοτεχνίας.
1917: Κράτος κι επανάσταση, του Β.Ι. Λένιν. Ο Λένιν σε στιγμή έμπνευσης. Οχι ότι υπάρχει πιθανότητα να διαβάζεται στο μέλλον. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα.
1925: Η δίκη, του Φραντς Κάφκα. (Εκδόθηκε μετά το θάνατό του.) Την ίδια χρονιά ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ έγραφε τον Μεγάλο Γκάτσμπυ. Αν και ο Κάφκα είναι «μεγαλύτερος» συγγραφέας από τον Φιτζέραλντ, ο δεύτερος αποτελεί έμβλημα μιας νεωτερικότητας που φαίνεται ανθεκτική στο χρόνο.
1930: Το γεράκι της Μάλτας, του Ντάσσιελ Χάμμετ. Και μερικά άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα από αυτά που λέγονται hard-boiled.
1953: Junkie, του Ουίλλιαμ Μπάρροουζ. Η λογοτεχνία των «ναρκωτικών». από το Permanent Midnight του Τζέρρυ Σταλ ως το Trainspotting, έχει σημαδέψει τον 20ό αιώνα. Και θα σημαδέψει κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι θα αναζητούν την έκσταση και όλα τ’ άλλα.
1957: Στο δρόμο, του Τζακ Κέρουακ. Χωρίς να είναι «κλασικό» μυθιστόρημα (αν «κλασικό» μυθιστόρημα είναι «Οι αδερφοί Καραμαζόφ»), αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά αναγνώσματα για τον δυτικό άνθρωπο.
1961: Η πόλη στην ιστορία, του Λιούις Μάμφορντ. Μια από τις πιο σοφές μελέτες για την καταγωγή, τη μεταμόρφωση και τις προοπτικές της πόλης.
Δεν θα είχε γραφεί αν δεν είχαν προηγηθεί οι μελέτες του Εμπενέζερ Χάουαρντ, του Λε Κορμπυζιέ, του Φρανκ Λόυντ Ράιτ και των άλλων πολεοδόμων ουτοπιστών του εικοστού αιώνα.
1969: Σφαγείο Νο 5, του Κερτ Βόνεγκατ. Μαζί με το Catch-22 του Τζόζεφ Χέλλερ (1961) είναι δύο από τα μικρά αριστουργήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω αν υπάρχουν μεγάλα.
1970: Η γυναίκα ευνούχος, της Τζερμέιν Γκρηρ. Μαζί με τα βιβλία της Μπέττυ Φρίνταν και της Σίλα Ροουμπόθαμ, είναι από τα κυριότερα γραπτά του φεμινισμού (Υπάρχουν κι άλλα: σ’ αυτά δεν συγκαταλέγονται εκείνα της Σιμόν ντε Μποβουάρ.)
1971: Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία, του Χάινριχ Μπελ.
1977: Η διαλεκτική φαντασία. Ιστορία της Σχολής της Φραγκφούρτης και του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών, του Μάρτιν Τζέι. Προσθέτω αυτό το βιβλίο για να μην αναφέρω την εργογραφία των Χόρκχάιμερ, Αντόρνο, Χάμπερμας και ιδιαίτερα του Μαρκούζε που μου φαίνεται ακόμα ζωντανός και γεμάτος φαντασία. (Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, 1964.)
1979: Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, του Κορνήλιου Καστοριάδη. Μαζί με τα περισσότερα έργα και τα άρθρα του από την εποχή του Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα μέχρι το θάνατό του.
1984: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, του Μίλαν Κούντερα. Ο,τι πλησιάζει περισσότερο το αριστούργημα στο χώρο του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος.
1989: Lipstick Traces, a Secret History of the Twentieth Century, του Γκρέιλ Μάρκους, μια «εναλλακτική» ιστορία του αιώνα κατά τον οποίον συνέβη το Νταντά, η Καταστασιακή και Λεττριστική Διεθνής, το ροκ, το πανκ.
Συμπέρασμα, δεν υπάρχει. Τα «καλύτερα» βιβλία είναι όσα δεν έχουμε διαβάσει, ή όσα έχουμε διαβάσει πολλές φορές. Αλλά, ποιος ξέρει. Ισως σε πενήντα χρόνια Τα εκατό χρόνια μοναξιάς του Μαρκές να θεωρείται υπερβολικά απλοϊκό. Σίγουρα σχεδόν σίγουρα δεν θα διαβάζονται ούτε τα σημερινά μπεστ-σέλερ, ούτε όσα αναφέρονται στις λίστες των αριστουργημάτων: όχι σπάνια, τα αριστουργήματα είναι βαρετά, η ανάδειξή τους αποτελεί έκφραση του πουριτανισμού κατά την οποία το διάβασμα ισοδυναμεί με επίπονη εργασία. Πλήθος «κλασικών» έχουν ήδη ξεπεραστεί προτού ο αιώνας φτάσει στο τέλος του: Ο Σαρτρ, ο Καμύ, η Μαργκερίτ Ντυράς, ο Κίπλινγκ, και οι περισσότεροι νομπελίστες δεν πρόκειται να επιζήσουν. Ευτυχώς. Ακόμα και ο Χένρυ Τζέιμς, που άλλαξε τη φυσιογνωμία του μυθιστορήματος, δεν διαβάζεται πια: γίνεται κινηματογραφικές ταινίες. (Η ανάγνωση του «Golden Bowl» μου φαίνεται, μαζί με τον «Οδυσσέα» και τον «Αρχοντα των μυγών», κάτι που μπορεί να αναβάλλεται επ’ άπειρον.) Η Βιρτζίνια Γουλφ είναι μια από τις πιο υπερτιμημένες συγγραφείς του αιώνα, κι ο Μπρεχτ καταδικασμένος στη λήθη` ο Τ.Σ. Ελιοτ θεωρείται ακόμα ένας μεγάλος ποιητής, αν και σκέφτομαι συχνά πως οι μικροί ποιητές είναι περισσότερο αξιαγάπητοι.
Εξάλλου, μια σειρά από βιβλία που επηρέασαν την εξέλιξη του πολιτισμού στον εικοστό αιώνα δεν διαβάζονται πια π.χ. Ο αγών μου, του Αντολφ Χίτλερ δεν διαβάζεται (ή διαβάζεται;), Η μαζική ψυχολογία του φασισμού του Βίλεμ Ράιχ, Ο συζυγικός έρωτας της Μαρί Στόουπς (όπου γίνεται νύξη για τον συστηματικό έλεγχο των γεννήσεων). Εξάλλου, ο φροϋδισμός και τα παράγωγά του είναι μέρος της καθημερινής πραγματικότητας, αν και μόνον ένα περιορισμένο κοινό διαβάζει Φρόυντ, Γιουνγκ κτλ. Ακόμα λιγότερο διαβάζει Χάβελοκ Ελις: Μελέτες στην ψυχολογία του σεξ. Επτά τόμοι! Το ίδιο συμβαίνει στο χώρο της οικονομικής θεωρίας: βιβλία όπως η Γενική θεωρία της απασχόλησης του Τζον Μέιναρντ Κέινς (1936) και Η κοινωνία της αφθονίας του Τζον Γκάλμπρέιθ (1958) επηρέασαν τη λειτουργία και την εικόνα της ελεύθερης οικονομίας, αλλά δεν διαβάζονται από το ευρύ κοινό: αποτελούν πια κομμάτι του δυτικού πολιτισμού στην πράξη. Οπως και Η ιστορία των πειραμάτων μου με την αλήθεια του Γκάντι (1927), που αποτελεί κομμάτι του πολιτισμού γενικά. Για να είμαι ειλικρινής, έχω την τάση να αραδιάσω βιβλία που πιστεύω ότι δεν αξίζουν τη φήμη τους: στον εικοστό πρώτο αιώνα θα παλιώσουν πολύ και ίσως να γλιτώσουμε επιτέλους απ’ αυτά.
Το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου είναι το μυθιστόρημα «Ο υπόγειος ουρανός» από τις εκδόσεις «Πόλις».
Βιβλία αιώνα, όπως λέμε «αβγά ημέρας»! Χρήστος Χωμενίδης
«Οταν το κορίτσι φτάνει στο ραντεβού και είναι όμορφο, ποιος νοιάζεται κι αν άργησε;» μονολογεί ο έφηβος Φύλακας στη Σίκαλη του Τζ. Ντ. Σάλλιντζερ. «Οταν το βιβλίο πέφτει στα χέρια μου και είναι απολαυστικό, ποιος νοιάζεται για το πότε γράφτηκε;» τον παραφράζει ο αναγνώστης με εφηβικό ενθουσιασμό.
Εχω γευτεί τη συγκίνηση του συγγραφέα τη στιγμή που σφραγίζει με τη μαγική λέξη «Τέλος» επάνω στο χειρόγραφο τη γέννηση του βιβλίου του. Εχω δει τους εκδότες να υποδέχονται το φορτηγό από το τυπογραφείο και να ρίχνουν με αγωνία τα πρώτα αντίτυπα στην αγορά. Αναγνωρίζω την Ιστορία της Λογοτεχνίας και τη σημασία τού να τη χωρίζουμε σε κεφάλαια αιώνων και δεκαετιών: τα έργα του Ντοστογέφσκι και πολλών άλλων ρώσων κλασικών ξεπήδησαν σίγουρα μέσα από το μανίκι του Παλτού του Γκόγκολ. Ο εξαιρετικός πιστεύω Τομ Γουλφ και όλοι όσοι επιχειρούν τοιχογραφίες εποχής έχουν βλαστήσει στο φυτώριο του Μπαλζάκ. Το πριν και το μετά έχουν συχνά ανάμεσά τους σχέση αίτιου – αιτιατού. Αναμφίβολα όμως όσα βιβλία αξίζουν σπάνε το φράγμα του χρόνου (και του τόπου) και ξαναγεννιούνται καθημερινά.
Για να φέρω τον Εικοστό Αιώνα στις διαστάσεις μου θα τον μεταμορφώσω σε εβδομάδα. Και για να φτάσω τις αναγνωστικές μου δυνατότητες στα όριά τους θα διαβάζω κάθε μέρα κάποια από τα σημαντικότερα, κατ’ εμέ, βιβλία που τυπώθηκαν τα τελευταία εκατό χρόνια.
Δευτέρα πρωί πρωί θα βγω Στο Δρόμο του Τζακ Κέρουακ, βέβαιος ότι το ταξίδι αξίζει, έστω και αν πρόκειται για Το Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου (Μαρκές). Την άποψή μου θα επιβεβαιώσει ο Καπετάν Μιχάλης (Καζαντζάκης), απ’ τον οποίο θα ρουφήξω όχι ιδέες, όσο χρώματα κι αρώματα, που θα τα βάλω μες στα φιαλίδια των Ρω του Ερωτα (Ελύτης).
Την Τρίτη θα διασταυρωθώ με τον Μαιτρ και τη Μαργαρίτα του Μπουλγκάκωφ και θα διακρίνω στην επόμενη στροφή τη μαύρη σιλουέτα της Φόνισσας (Παπαδιαμάντης). Ενα Γέλιο στο Σκοτάδι (Ναμπόκωφ) θα με πληροφορήσει ότι μου την έχουν στημένη. Θα νιώσω σαν τον Γιόζεφ Κ. στη Δίκη (Κάφκα) ή σαν τον Ξένο του Καμύ.
Ξημερώνοντας Τετάρτη θα πέσω πάνω στο άδειο Κιβώτιο του Αρη Αλεξάνδρου και η φρίκη μου θα κορυφωθεί. «Μα είναι απλώς ένα Αστείο!» (του Κούντερα) θα μου πει ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ (Χάσεκ) ενώ η Λωξάντρα (της Ιορδανίδου) θα με συνεφέρει με τα ντολμαδάκια της.
Την Πέμπτη θα ακολουθήσω τον Γιούγκερμαν (Καραγάτσης) στην άνοδο και στην πτώση του. «Δεν στάθηκε αρκετά απατεώνας!» θα σαρκάσει ο Απατεώνας Φέλιξ Κρόουλ του Τόμας Μαν ενώ η Νίνα και η Εκάβη από Το Τρίτο Στεφάνι (Ταχτσής) θα τον γλωσσοτρώνε. «Αν είχε ζήσει όμως στην Οκτάνα;» θα προτείνει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. «Ή αν ήταν Δουβλινέζος;» θα αναρωτηθεί ο Τζέημς Τζόυς. «Sexus, Plexus, Nexus!» θα χρησμοδοτήσει ο Χένρυ Μίλλερ.
Μηρυκάζοντας διηγήματα του Μπόρχες, του Ισαάκ Σίνγκερ αλλά και του Μάριου Χάκκα και του Γιώργου Ιωάννου, χέρι χέρι με τη σεμνή παρθένα Πουλχερία του Νίκου Εγγονόπουλου, θα Αναζητήσω τον Χαμένο Χρόνο (Προυστ). Δεν θα μπω στο Κουρείο (του Κουμανταρέα), δεν θα Πεθάνω σαν Χώρα (του Δημητριάδη) ούτε θα Ζήσω εν Τάφω σαν τον Μυριβήλη. Ο Φιλόξενος Καρδινάλιος (του Ε. Χ. Γονατά) θα φτερουγίζει από πάνω μου σ’ ένα Σόλο του Φίγκαρο (Σκαρίμπας) ενώ ο Ηρωας της Γάνδης (Καχτίτσης) θα με παρασέρνει στους μαιάνδρους του. Εγώ όμως θα αισθανθώ πιο αλληλέγγυος με το αλλήθωρο βλέμμα του Γλαύκου Θρασάκη (Βασιλικός). Ζ!
Το Σάββατο θα με θερίσει η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν και η Κάθοδος των Εννέα (του Βαλτινού) θα με οδηγήσει στον Πόλεμο της Συντέλειας των Δύο Κόσμων (Μάριο Βάργκας Γιόσα). Ο Ιουλιανός του Γκορ Βιντάλ θα συμπάσχει και ο Φερνάντο Πεσσόα θα τα σημειώνει όλα στο Βιβλίο της Ανησυχίας. «Είναι η Καρδιά μου άραγε, τόσο Ασπρη;» θα αναρωτηθώ, μαζί με τον Χαβιέ Μαρίας. Μα ο Μικρός Πρίγκιπας του ευγενέστατου Σαιν Εξυπερύ θα μου ξαναχαρίσει την ελπίδα.
Κυριακή πρωί, τέλος, θα εκκλησιαστώ με την ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. Με τη δική του έκφανσι του ωραίου θα συγκινηθώ, που την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στη Βακτριανή την πήγε, ως τους Ινδούς. Οταν θα θέλουν οι Ελληνες να καυχηθούν, «τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε. Για εκείνον.
Το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη είναι το μυθιστόρημα «Η φωνή» από τις εκδόσεις της Εστίας.



