Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν οι επιστήμονες για τον πολλαπλασιασμό ορισμένων μικροφυκών (τοξικών φυκών) στις θάλασσες του πλανήτη. Οι περιβαλλοντικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες επηρέασαν σημαντικά και τους εν λόγω μικροσκοπικούς οργανισμούς, διαταράσσοντας την ισορροπία μεταξύ αβλαβών και τοξικών ειδών. Την ανάγκη να αντιμετωπισθούν τα τοξικά φύκη (Harmful Algal Bloom, όπως είναι ο επιστημονικός τους όρος) ως ένα παγκόσμιο πρόβλημα με οικολογικές και οικονομικές διαστάσεις επεσήμαναν οι επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Ωκεανογραφικών Μελετών του Μέριλαντ κατά τη διάρκεια συνεδρίου που διεξήχθη πρόσφατα στη Σικελία.


Παράλληλα ανέφεραν ότι το φαινόμενο της ανάπτυξης του τοξικού φυτοπλαγκτού λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις και στη Μεσόγειο. Το θερμό κλίμα και ο ευτροφισμός (η μεγάλη περιεκτικότητα σε θρεπτικά άλατα) των υδάτων έχουν συμβάλει στην εξάπλωση των τοξικών φυκών με επιπτώσεις σημαντικές για το θαλάσσιο οικοσύστημα αλλά και για τον άνθρωπο, καθώς οι τοξίνες που παράγουν τα μικροφύκη φθάνουν σε αυτόν μέσω της τροφικής αλυσίδας. Στην Ελλάδα ο Θερμαϊκός κόλπος, όπου έχουν εντοπισθεί τα τοξικά φύκη με την ονομασία Dinophysis acuminata, συνεχίζει να απασχολεί επιστήμονες αλλά και καταναλωτές. Οι πρώτοι πραγματοποιούν συνεχώς ελέγχους για το φυτοπλαγκτόν και τη συγκέντρωση τοξινών, οι δε εξαρτώνται από τις ανακοινώσεις των αρμοδίων για την ποιότητα των οστρακοειδών που αλιεύονται στην περιοχή.


* Η «κόκκινη παλίρροια»


«Τα μικροφύκη είναι μικροσκοπικοί μονοκύτταροι οργανισμοί που χρειάζονται ηλιακή ενέργεια για να αναπτυχθούν. Καθένας από αυτούς μπορεί να αναπαραγάγει ως και ένα εκατομμύριο νέους μικροοργανισμούς μέσα σε λίγες εβδομάδες. Κατά το διάστημα της αναπαραγωγής τους, τα νερά στα οποία πολλαπλασιάζονται τείνουν να αλλάζουν χρώμα, εξαιτίας των χρωστικών ουσιών που παράγουν τα μικροφύκη για να “εγκλωβίσουν” το απαραίτητο ηλιακό φως» εξηγεί ο κ. Σ. Χαριτωνίδης, καθηγητής Βοτανικής στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ. Η πιο συνηθισμένη χρωστική ουσία είναι κόκκινη, η οποία έχει δώσει το όνομά της στο φαινόμενο της αναπαραγωγής: «κόκκινη παλίρροια» (Red Tide) που παρατηρείται συχνά στα νερά του Θερμαϊκού. Η τοξικότητα έχει μελετηθεί κυρίως σε μικροφύκη ­ χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εγκυμονούν κινδύνους και τα τοξικά μακροφύκη (αυτά που είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού). Υπάρχουν χιλιάδες είδη φυκών, αλλά δεν είναι όλα δηλητηριώδη για τα ζώα και τον άνθρωπο. Στο Θερμαϊκό κόλπο τοξικά φύκη εντοπίστηκαν πριν από περίπου 15 χρόνια. «Τα αστικά λύματα αλλά και οι ουσίες (π.χ. άζωτο) που μεταφέρονται με τα νερά των ποταμών που εκβάλλουν στον Θερμαϊκό διαταράσσουν την ισορροπία του περιβάλλοντος. Αυτό έχει αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται τα φύκη που παράγουν τοξίνες, όπως είναι οι δινομαστιγωτές που έχουν εντοπισθεί στον κλειστό κόλπο του Θερμαϊκού» λέει ο κ. Χαριτωνίδης. Το φαινόμενο του τοξικού φυτοπλαγκτού έχει συνέπειες οικολογικές (διαταράσσεται η ισορροπία του θαλάσσιου οικοσυστήματος), οικονομικές (πλήττει την αλιεία), αλλά αφορά άμεσα και τη δημόσια υγεία. Και αυτό διότι οι τοξίνες τις οποίες εκκρίνουν αυτά τα μικροφύκη μπορεί να επιμολύνουν τα οστρακοειδή και τα μαλάκια με τα οποία τρέφεται ο άνθρωπος. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90 τα θαλασσινά ήταν η τρίτη αιτία τροφικών δηλητηριάσεων. «Οι μικροοργανισμοί αυτοί μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές παθολογικές καταστάσεις, από μια απλή γαστρεντερίτιδα ως νευροτοξικές μολύνσεις» λέει ο κ. Χ. Γεωργακάκης, διαιτολόγος-διατροφολόγος και επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Διατροφής και Κλινικής Διαιτολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.


* Οι κανόνες υγιεινής


Επισημαίνει μάλιστα ότι «τα θαλασσινά και ιδίως τα οστρακοειδή μπορεί να περιέχουν υψηλά ποσά τοξινών, παρά το γεγονός ότι με το μάτι φαίνονται απολύτως υγιή, καθώς οι τοξίνες δεν ανιχνεύονται εξ όψεως, οσμής και γεύσης». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πληρούνται αυστηροί κανόνες υγιεινής σχετικά με τη συντήρηση και τη διάθεση των θαλασσινών και των οστρακοειδών, ιδίως από τις μεγάλες μονάδες εκμετάλλευσης και εμπορίας τους, αλλά και να διενεργούνται συχνά μικροβιολογικοί έλεγχοι σε νερά όπου συλλέγονται και εκτρέφονται τα αλιεύματα. Οσο για τους καταναλωτές, καλό είναι να τα προτιμούν προς βρώση ψητά ή βραστά, καθώς τα ωμά και τα μη επαρκώς βρασμένα έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι παθογόνα για τον ανθρώπινο οργανισμό.


Ο ΑΛΛΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ Φύκια-εισβολείς στις ακτές της Χαλκιδικής


Τα μακροφύκη Caulerpa Taxifolia και Caulerpa Racemosa, γνωστά και ως «φύκη-εισβολείς», ενδέχεται να επηρεάζουν τη δομή και τη λειτουργία του θαλάσσιου οικοσυστήματος της Μεσογείου. Αυτό επεσήμαναν, μεταξύ άλλων, οι επιστήμονες που συμμετείχαν στο 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φυκολογίας, που ολοκληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη. Οι «εισβολείς» θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο μικροσκόπιο των επιστημόνων, προκειμένου να μελετηθούν οι επιπτώσεις από την τοξικότητά τους. Στην Ιταλία πραγματοποιούνται, μάλιστα, ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο την Caulerpa Racemosa, ένα τροπικό φύκος που μέχρι πρότινος οι επιστήμονες χαρακτήριζαν «αθώο».


«Η εμφάνιση και η εξάπλωσή τους συνδέεται με πιθανές αλλαγές στη δομή και στη λειτουργία παράκτιων οικοσυστημάτων, καθώς “ανταγωνίζονται” τα αυτόχθονα είδη και καταλαμβάνουν ολοένα περισσότερες φυτοκοινωνίες» αναφέρει η κυρία Θάλεια Λαζαρίδου, θαλάσσια βιολόγος και ερευνήτρια του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων-Υγροτόπων. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι «χρειάζεται να γίνουν πολλές μελέτες ακόμη για να καταλήξουμε σε ασφαλή και επιστημονικά συμπεράσματα».


Η εξάπλωση της Caulerpa Taxifolia, του τροπικού φύκους που εντοπίστηκε το 1984 στο Μονακό, ύστερα από τους «φρενήρεις» ρυθμούς της δεκαετίας του ’90, χαρακτηρίζεται πλέον ως «ασυνεχής». Η Γαλλία, άλλωστε, χρηματοδότησε από το 1990 αρκετά προγράμματα για τη μελέτη και για την αντιμετώπισή του. Το φύκος αυτό εμφανίστηκε ταχύτατα σε μεγάλες εκτάσεις στη δυτική και κεντρική Μεσόγειο, πρόσφατα δε και στη βόρειο Αδριατική. Οπως ανέφεραν οι επιστήμονες, εντοπίζεται πλέον σε περιοχές υποβαθμισμένες λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, π.χ. σε λιμάνια.


Με γοργούς ρυθμούς αναπτύσσεται, αντίθετα, ένα άλλο είδος τροπικού φύκους, η Caulerpa Racemosa. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίστηκε και στην Ελλάδα ­ οι πρώτες «αποικίες» εντοπίστηκαν στις ακτές της Ρόδου, της Χίου και της Κρήτης, ενώ τελευταίως εντοπίστηκε και στις ακτές της Χαλκιδικής. Η Caulerpa Racemosa συγκαταλέγεται στους «λεσεψιανούς μετανάστες». Ανήκει, δηλαδή, στα περίπου 200 είδη οργανισμών ­ φυτικών και ζωικών ­ που εισήλθαν στη Μεσόγειο από τον Ινδικό Ωκεανό διά μέσου της Διώρυγας του Σουέζ και πήραν το όνομά τους από τον κατασκευαστή της διώρυγας, Λεσέψ.


Τα «λεσεψιανά» είδη εντοπίζονται σε όλη τη Μεσόγειο και δεν επέφεραν ως τώρα σημαντικές ανατροπές στα οικοσυστήματά της, όπως προκαλούσε η Caulerpa Taxifolia «πνίγοντας» τα θαλάσσια λιβάδια της Ποσειδωνίας. Οι επιστήμονες, ωστόσο, παραμένουν επιφυλακτικοί όσον αφορά το μακροφύκος.«Παρακολουθούμε την εξέλιξή του, γιατί ενδέχεται να συνδέεται με αλλαγές στη δομή των οικοτόπων. Υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα να εμφανίσει κάποιο “χαρακτηριστικό”, π.χ. αύξηση του ύψους, που πρέπει να μελετηθεί σε συσχετισμό με τα άλλα είδη του οικοσυστήματος» εξηγεί ο κ. Π. Παναγιωτίδης, υδροβιολόγος και διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών.