ΤΑ ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ποσοστά ανεργίας συναντώνται στους νέους μηχανικούς, που απέκτησαν άδεια άσκησης επαγγέλματος μετά το 1990 (10%), στους χημικούς μηχανικούς (11%), στις νέες ειδικότητες (8%), στους μηχανολόγους (7%), καθώς και στις γυναίκες μηχανικούς (6%).
Κύριος λόγος ετεροαπασχόλησης είναι για το 32% η δυσκολία εύρεσης εργασίας ως μηχανικού. Αλλοι λόγοι είναι ότι η τωρινή απασχόληση είναι πιο ενδιαφέρουσα (27%), ότι οι αποδοχές είναι υψηλότερες (10%) και ότι οι συνθήκες εργασίας είναι καλύτερες (5%).
Την τελευταία πενταετία παρατηρείται μείωση των ελευθέρων επαγγελματιών και αύξηση των μισθωτών. Το 51% δηλώνουν ελεύθεροι επαγγελματίες, το 25% δημόσιοι υπάλληλοι και το 23% ιδιωτικοί υπάλληλοι.
Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της έρευνας του ΤΕΕ του 1991, την τελευταία πενταετία έχει μειωθεί το ποσοστό των ελευθέρων επαγγελματιών από 58% το 1991 σε 51% το 1996, ενώ έχει αυξηθεί η μισθωτή απασχόληση από 42% σε 48%.
Φθίνον εμφανίζεται το ποσοστό των μηχανικών – δημοσίων υπαλλήλων καθώς από 37% που ήταν το 1960 μειώνεται σε 28% στη δεκαετία του 1980.
Αντίθετα, αυξάνεται το ποσοστό των ιδιωτικών υπαλλήλων από 12% σε 19%.
Οι μισοί περίπου μηχανικοί απασχολούνται σε οικοδομήσεις και δημόσια έργα (49%), το 41% στον τριτογενή τομέα (Δημόσιο, υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα, εκπαίδευση ή ερευνητικά ιδρύματα κλπ.), το 10% στον δευτερογενή τομέα (μεταποίηση, ηλεκτρική ενέργεια) και το 1% στον πρωτογενή τομέα.
Το πρόβλημα της υπεραπασχόλησης εξακολουθεί να υφίσταται καθώς τρεις στους πέντε εργάζονται πέραν του οκταώρου.
Οι μηχανικοί που έχουν και δεύτερη εργασία αντιπροσωπεύουν το 22%.
Περισσότεροι από τους μισούς μηχανικούς έχουν μηνιαίο εισόδημα από την κύρια εργασία τους κάτω από 350.000 δρχ.
Το 28% έχει εισόδημα κάτω από 250.000 δρχ., το 27% από 250.000 ως 350.000 δρχ. και το 21% άνω των 450.000 δρχ.



