Ενας ροζ απατεώνας
Η μαύρη αλήθεια είναι ότι με τα φιλοδωρήματα δεν τα πάει καλά. Μια φορά που ξέχασε να αφήσει κάτι παραπάνω σε έναν νεοϋορκέζο ταξιτζή ο οποίος πάτησε γκάζι βρίζοντας ζούσε μέρες ολόκληρες μες στις τύψεις. Και για όλα φταίει εκείνη η καταραμένη σκηνή στο «Reservoir Dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο. Προτού ακόμη πέσουν οι τίτλοι. Οταν λίγο μετά τη σημειολογική ανάλυση του «Like a Virgin» της Μαντόνα η συμμορία μαζεύει το φιλοδώρημα της γκαρσόνας του diner. Ο Στιβ Μπουσέμι (ήγουν ο Mr Pink του φιλμ) έχει αναπτύξει τη δική του κοσμοθεωρία. «Αν δεν κερδίζει αρκετά (σ.σ.: η δύστυχη γκαρσόνα) δεν έχει παρά να παραιτηθεί». «Γέμισε το φλιτζάνι μου τρεις φορές. Εγώ ήθελα έξι». «Και στα Μακ Ντόναλντ κουράζονται αλλά δεν παίρνουν φιλοδώρημα». Εντάξει, το σενάριο του Ταραντίνο τον υποχρέωσε να βάλει τελικά το χέρι στην τσέπη, αλλά η φήμη του εκτροφέα… καβουριών δεν έχει πάψει έκτοτε να τον ακολουθεί. Ακόμη και σε αυτούς τους διαδρόμους του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά με τα ανύπαρκτα μπάτζετ όπου συχνάζει.
Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο κύριος Μπουσέμι με τους οφθαλμούς ευμεγέθους ζουζουνιού; Σουλατσάρει διαρκώς στην εναλλακτική κινηματογραφία, κλέβει περγαμηνές στο φεστιβάλ του Sundance, διάφοροι σκοτεινοί τύποι στις γωνίες των μεγάλων στούντιο τον αποκαλούν Πίτερ Λόρε της γενιάς του (οποία βλασφημία!), ο Τύπος τού βγάζει το καπέλο: «Ο πλέον κουλ αμερικανός ηθοποιός», «ο πιο σημαντικός ηθοποιός στον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο» και άλλα λίαν pink σχόλια. Δεν είναι μάλιστα λίγοι αυτοί που μιλούν ήδη για «ρόλους Μπουσέμι», δηλαδή διαταραγμένους τύπους με μια πικρόχολη αίσθηση του χιούμορ που δεν σου γεμίζουν το «μάτι» και που δεν θα δίσταζαν να γεμίσουν το σπίτι τους με μια ταπετσαρία από πράσινα και μπλε ελεφαντάκια. Γιατί ταιριάζει, λέει, καλύτερα με τις σταγόνες πηγμένου αίματος. Που αναμφίβολα θα εκσφενδονιστούν εντός ολίγου προς πάσα κατεύθυνση.
Ο Στιβ Μπουσέμι ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το αίνιγμα της ύπαρξής του στις 13 Δεκεμβρίου 1957 κάπου στο Valley Stream του Long Island. Ο πατέρας του ζει περισυλλέγοντας τα ποπ αρτ απορρίμματα του Μπρούκλιν, ένας ακόμη υπάλληλος του δήμου με ανενεργή όσφρηση. Ο Στιβ παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του, περισυλλέγει και αυτός. Στο γυμνάσιο του Valley Stream επιχειρεί τα παρθενικά του πειράματα με το θέατρο. Χωρίς πολλές πολλές βλέψεις. Μετά από ένα πενιχρό εξάμηνο στο Nassau Community College, προσγειώνεται στην άλλη όχθη, στο Μανχάταν. Με τα λεφτά της ασφάλειας (χάρη σε έναν τραυματισμό που υπέστη μικρός) αποφασίζει να καλύψει τα δίδακτρά του στο Lee Strasberg Institute. Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια το φλογοβόλο του ανεξάρτητου σινεμά σβήνει τις φωτιές της αμερικανικής μητρόπολης. Η θητεία του στην πυροσβεστική υπηρεσία της Νέας Υόρκης θα εκτιμηθεί ιδιαιτέρως αργότερα από τον Ταραντίνο και τους ομοίους του. «Ηταν φοβερή δουλειά, η μόνη που θα μπορούσε να συγκριθεί με το σινεμά. Οταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο, η αδρεναλίνη σου τρελαίνεται, όπως ακριβώς λίγα λεπτά προτού βρεθείς μπροστά στην κάμερα».
Είχαν προηγηθεί βέβαια κάποιες «δουλειές για μπεκρούλιασμα στα μπαρ», όπως επιμένει να τις αποκαλεί σήμερα ο ίδιος. Διότι προκειμένου να απολαύσεις ένα γλυκό μπέρμπον στο East Village και να γίνεις λαθρακουστής των πιο μαγικών ιστοριών, που μόνο ένα θολωμένο από το οινόπνευμα μυαλό μπορεί να συλλάβει, γίνεσαι τα πάντα. Παγωτατζής, μεταφορέας, εφημεριδοπώλης, σερβιτόρος. Εκεί θα αρχίσει και τα πρώτα πάρε δώσε με τη stand up comedy γράφει μόνος του νούμερα και τα ερμηνεύει με διάφορους κολλητούς. Ισως ο συντομότερος τρόπος για να κάνει κανείς μια βόλτα σε αυτή την τρεκλίζουσα περίοδο της ζωής του είναι το «Trees Lounge» («Το μπαράκι»), η ταινία που σκηνοθέτησε προσφάτως ο ίδιος («Αυτό το φιλμ είναι ένα πολύ αληθινό σενάριο για μένα»). Αλλωστε ποτέ δεν εγκατέλειψε τα μπαρ. «Πάντα βρίσκω εκεί μέσα αυτό που χρειάζομαι».
Σε μία από αυτές τις stand up παραστάσεις του προσείλκυσε το ενδιαφέρον του Μπιλ Σέργουντ. Ο ρόλος του στο «Parting Glances» έχουμε φτάσει πλέον στο 1986 (υποδύεται ένα ροκ τραγουδιστή, φορέα του AIDS) θα τον καθιερώσει ως τον πλέον ανερχόμενο… αλητάμπουρα του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά. Τρία χρόνια μετά ο Μάρτιν Σκορσέζε σπεύδει να τον συμπεριλάβει στο δικό του κομμάτι στη σπονδυλωτή ταινία «Ιστορίες της Νέας Υόρκης». Λίγους μήνες αργότερα ο Τζιμ Τζάρμους του κλείνει εισιτήριο πρώτης θέσης για το «Mystery Train» του (ο Μπουσέμι παίζει δίπλα στην Ελίζαμπεθ Μπράκο και τον Τζο Στράμερ στο τελευταίο επεισόδιο, που δεν φέρει τυχαία τον τίτλο «Lost in Space»).
Δεν είχε πλέον απολύτως καμία ελπίδα να γλιτώσει από τις δαγκάνες των φίλτατων αδελφών Κοέν. Αφήνει το σώμα του να σαπίσει μέσα στο δάσος για το αιμόφυρτο «Πέρασμα του Μίλερ» (1990), μεταμορφώνεται σε έναν απελπιστικά εξυπηρετικό γκρουμ στο «Μπάρτον Φινκ» (1991) και σε έναν βραδύνου απαγωγέα στο «Φάργκο» (1996). Χωρίς βεβαίως να παραλείψει να προσγειωθεί και στο σετ τού άρτι αφιχθέντος «The Big Lebowski». Και μέσα σε όλα αυτά ο Ταραντίνο. Πρωτοείδε τον Μπουσέμι σε ένα βίντεο μια οντισιόν που είχε κάνει για μια κωμωδία του Νιλ Σάιμον. «Μου είπε ότι έμοιαζα με εγκληματία. Τα μαλλιά μου ήταν κολλημένα και τραβηγμένα προς τα πίσω και φορούσα ένα κολλητό πουκάμισο τύπο 50ς. Γύρισα απλά και του είπα “Μα, Κουέντιν, έτσι ντύνομαι”».
Δεν του παραχώρησε αμέσως τον Mr Pink του «Reservoir Dogs» (μάλλον τον κρατούσε για τον εαυτό του). Στην αρχή τον προόριζε για τον Mr Orange ή έστω για τον Nice Guy Eddie. Τελικά ο Ταραντίνο αποφάσισε τελευταία στιγμή να αποχωρήσει από το καστ της ταινίας και έτσι ο δρόμος ήταν ελεύθερος. «Κατάλαβα από την πρώτη κιόλας στιγμή ότι συμμετείχα σε κάτι πραγματικά πολύ καλό. Ηταν ένα από τα πιο σφιχτά και ολοκληρωμένα σενάρια που είχαν πέσει ποτέ στα χέρια μου, συμπεριλάμβανε ακόμη και τις γωνίες της κάμερας εξηγούσε αν ο Mr White ή ο Mr Pink ήταν κάθε φορά εντός ή εκτός πλάνου. Και έτσι ακριβώς γύρισε το φιλμ, μένοντας πιστός και στα σημεία στίξεως του σεναρίου του. Στη διάρκεια των γυρισμάτων αισθανόμουν υπέροχα, αλλά στο τέλος έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Το μόνο που δεν γνώριζα ακόμη ήταν αν η ταινία θα έβρισκε το κοινό της».
Μέσα σε 10 χρόνια βρίσκεται με πάνω από 50 ταινίες στην πλάτη του (βλ. «Desperado», «Things to Do in Denver When You’re Dead»). Ουδέποτε κάνει πίσω μπροστά στα μινιμαλιστικά μπάτζετ οι ρόλοι του στο «Καλλιτέχνες… στον ύπνο τους» του Τομ Ντι Τσίλο και στο «Δύο μέσα στη σούπα» του Αλεξάντρ Ρόκγουελ θα προκαλέσουν παραλήρημα στα ανεξάρτητα στούντιο. Βέβαια επειδή τα οικογενειακά βάρη (είναι παντρεμένος με τη χορογράφο Jo Andres και έχει έναν γιο, τον Λούσιαν) δεν εξανεμίζονται on the rocks, χρειάστηκε να ενδώσει και στους μεγαλοκαρχαρίες του Χόλιγουντ. Μετά το «Con Air», βρέθηκε δίπλα στον Μπρους Γουίλις και στη Λιβ Τάιλερ να καταδιώκει έναν αστεροειδή ονόματι «Αρμαγεδδών» (σε πολύ λίγο στις αθηναϊκές αίθουσες) μια παραγωγή μόλις 140.000.000 δολαρίων, όσα απορρόφησε ολόκληρη σχεδόν η υπόλοιπη φιλμογραφία του! Ο ίδιος πάντως ακόμη και τώρα το σκέφτεται καλά προτού αφήσει φιλοδώρημα στα στούντιο. Απλούστατα διότι «Ι don’t tip. Νο, Ι don’t believe in it».



