• Αναζήτηση
  • OI ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

    OI ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ H διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και η ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, 1991 ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ Τανκς στους δρόμους της Μόσχας. Το πραξικόπημα του Αυγούστου 1991 έζησε μόνο τρεις ημέρες Στις 8 Δεκεμβρίου 1991 στο Μινσκ της Λευκορωσίας οι εκλεγμένοι ηγέτες τριών σοβιετικών δημοκρατιών υπέγραψαν συμφωνία για την ίδρυση νέας μεταξύ των χωρών τους ένωσης, της Κοινοπολιτείας

    H διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και η ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, 1991


    Στις 8 Δεκεμβρίου 1991 στο Μινσκ της Λευκορωσίας οι εκλεγμένοι ηγέτες τριών σοβιετικών δημοκρατιών υπέγραψαν συμφωνία για την ίδρυση νέας μεταξύ των χωρών τους ένωσης, της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών. Οι τρεις ηγέτες ήταν ο Μπορίς Γέλτσιν της Ρωσίας, ο Λεονίντ Κραβτσούκ της Ουκρανίας και ο Στανισλάβ Σουσκέβιτς της Λευκορωσίας.


    Στις 21 Δεκεμβρίου 1991, σε διάσκεψη των ηγετών τους στην Αλμα Ατα του Καζακστάν, εντάχθηκαν ακόμη στην Κοινοπολιτεία το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία, το Καζακστάν, η Κιργισία, η Μολδαβία, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν. Οταν το 1993 εντάχθηκε και η Γεωργία, από τις πρώην δημοκρατίες της ΕΣΣΔ έμεναν έξω από την Κοινοπολιτεία μόνο τα τρία βαλτικά κράτη: Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία. Στην Αλμα Ατα τα μέλη της Κοινοπολιτείας ανακοίνωσαν επίσης ομόθυμα ότι εκείνη την ημέρα «η Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών έπαψε να υπάρχει».


    H τρομερή δύναμη


    Ως εκείνη την ημέρα μεγάλο μέρος της υφηλίου έτρεφε για τη Σοβιετική Ενωση αισθήματα που άγγιζαν τα όρια της λατρείας. Αλλο ένα τμήμα της οικουμένης, επίσης ευμέγεθες, την έτρεμε και τη μισούσε. Αλλά η αμφισβήτηση της απέραντης ισχύος της ήταν πράξη αδιανόητη.


    Σε σχέση με την επίδραση που άσκησε στα παγκόσμια πράγματα η Σοβιετική Ενωση, ο βίος της υπήρξε εξαιρετικά βραχύς: δεν συμπλήρωσε καν 70 χρόνια (από την επίσημη ίδρυσή της το 1922). Στη διάρκειά του όμως η ισχύς της θύμιζε συχνά τις χιλιόχρονες αυτοκρατορίες άλλων εποχών.


    H Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών ήταν σε έκταση η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Ηταν επίσης η ποικιλότερη από εθνολογική άποψη: πάνω από 100 διαφορετικές εθνότητες ζούσαν μέσα στα όριά της. Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της ήταν ανατολικοί Σλάβοι (Ρώσοι, Ουκρανοί και Λευκορώσοι), οι οποίοι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, συναποτελούσαν πάνω από τα δύο τρίτα του συνόλου των κατοίκων της.


    Την εποχή της μεγαλύτερης εξάπλωσής της, ανάμεσα στο 1946 και στο 1991, η Σοβιετική Ενωση είχε επιφάνεια κάπου 22.400.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή επτά φορές όση η Ινδία και δυόμισι φορές όση οι Ηνωμένες Πολιτείες.


    Από το ανατολικό ως το δυτικό άκρο της η Σοβιετική Ενωση είχε μήκος 10.900 χιλιόμετρα καλύπτοντας τους 11 από τους 24 μεσημβρινούς της Γης. Το δυτικότερο σημείο της βρισκόταν στη Βαλτική Θάλασσα, κοντά στο Καλίνινγκραντ, το ανατολικότερο ήταν το Ακρωτήριο Ντέζνιεφ στον Βερίγγειο Πορθμό. Από Βορρά προς Νότον η Σοβιετική Ενωση εκτεινόταν σε 4.500 χιλιόμετρα, από το Ακρωτήριο Τσελιούσκιν ως τα αφγανικά σύνορα.


    H Σοβιετική Ενωση είχε όχι μόνο τη μακρότερη ακτογραμμή του κόσμου αλλά και την πλέον εκτεταμένη μεθόριο. Προς Βορράν της εκτεινόταν ο Αρκτικός Ωκεανός, προς Ανατολάς της ο Ειρηνικός Ωκεανός. Στα νότιά της η Σοβιετική Ενωση είχε τη Βόρεια Κορέα, τη Μογγολία, την Κίνα, το Αφγανιστάν, το Ιράν και την Τουρκία. Στα νότιά της βρίσκονταν η Κασπία Θάλασσα, ο Εύξεινος Πόντος και η Αζοφική Θάλασσα. Προς δυσμάς τής Σοβιετικής Ενωσης ήταν παραταγμένες η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Φινλανδία και η Νορβηγία.


    H ΕΣΣΔ διαδέχθηκε τη Ρωσική Αυτοκρατορία των τσάρων. Μετά την Επανάσταση του 1917 στα εδάφη τής πρώην αυτοκρατορίας ιδρύθηκαν τέσσερις σοσιαλιστικές δημοκρατίες: οι Σοβιετικές Ομόσπονδες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ρωσίας και της Υπερκαυκασίας και οι Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Στις 30 Δεκεμβρίου 1922 οι τέσσερις αυτές δημοκρατίες ίδρυσαν την Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.


    Τα κατοπινά χρόνια δημιουργήθηκαν και άλλες δημοκρατίες, η Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας καταργήθηκε, τα εδάφη της μοιράστηκαν σε τρεις νέες δημοκρατίες, της Αρμενίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Γεωργίας. Επιπλέον, ως το 1990, την ΕΣΣΔ αποτελούσαν 20 αυτόνομες δημοκρατίες, 8 αυτόνομες επαρχίες, 10 αυτόνομες περιοχές, 6 περιφέρειες και 114 επαρχίες.


    Σύμφωνα με το σύνταγμα που υιοθετήθηκε τη δεκαετία του 1930 πολιτικό θεμέλιο της ΕΣΣΔ αποτελούσαν τα Σοβιέτ (Συμβούλια) των Αντιπροσώπων του Λαού. Σοβιέτ υπήρχαν σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής ιεραρχίας, με τη Σοβιετική Ενωση ως σύνολο να τελεί υπό τον έλεγχο του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, με έδρα τη Μόσχα. Το Ανώτατο Σοβιέτ απαρτιζόταν από δύο σώματα: το Σοβιέτ της Ενωσης, με 750 μέλη, και το Σοβιέτ των Εθνοτήτων, με 750 επίσης μέλη, τα οποία αντιπροσώπευαν τις διάφορες πολιτικοδιοικητικές υποδιαιρέσεις της χώρας: 32 από κάθε δημοκρατία της ένωσης, 11 από κάθε αυτόνομη δημοκρατία, 5 από κάθε αυτόνομη επαρχία και 1 από κάθε αυτόνομη περιοχή. Στις εκλογές για αυτά τα σώματα οι ψηφοφόροι σπάνια είχαν τη δυνατότητα να εκλέξουν υποψηφίους άλλους από εκείνους που υποδείκνυε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης, το οποίο, ως την τροποποίηση του άρθρου 6 του σύνταγματος το 1990, ήταν η «ηγετική και ιθύνουσα δύναμη της σοβιετικής κοινωνίας και ο πυρήνας του πολιτικού της συστήματος». Θεωρητικά όλα τα νομοθετήματα όφειλαν να τελούν υπό την έγκριση και των δύο σωμάτων του Ανωτάτου Σοβιέτ. Στην πράξη όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από μια μικρή ομάδα, το Πρεζίντιουμ (Προεδρείο) του Ανωτάτου Σοβιέτ, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο του Πολιτμπιρό (Πολιτικού Γραφείου) του ΚΚΣΕ, και εγκρίνονταν ομόφωνα από τους αντιπροσώπους. Ο ρόλος των Σοβιέτ στις επί μέρους δημοκρατίες και στις άλλες διοικητικές περιοχές ήταν να μεριμνούν για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.


    Δυσχέρειες και συμπάθεια


    Το πολιτικό σύστημα ήταν συνεπώς απολυταρχικό και άκρως συγκεντρωτικό. Το ίδιο ίσχυε και για το οικονομικό σύστημα. H οικονομική βάση της ΕΣΣΔ ήταν η «σοσιαλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής» και η οικονομία όλης της χώρας ελεγχόταν από σειρά πενταετών σχεδίων τα οποία έθεταν στόχους σε όλες τις μορφές παραγωγής.


    Το 1982, όταν πέθανε ο ως τότε ηγέτης της Λεονίντ Μπρέζνιεφ, η Σοβιετική Ενωση αντιμετώπιζε στο εσωτερικό της δυσκολίες που έτειναν να προσλάβουν διαστάσεις πραγματικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λόγω γεροντικής κατάπτωσης, σωματικής και διανοητικής, ο Μπρέζνιεφ δεν ήταν σε θέση να ασκήσει πραγματικό έλεγχο επί της χώρας, και στο Πολιτμπιρό δέσποζαν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Ο Γιούρι Αντρόποφ και κατόπιν ο Κονσταντίν Τσερνιένκο κράτησαν στα χέρια τους τα ηνία της χώρας από το 1982 ως το 1985, αλλά κανενός από τους δύο η βραχύβια διακυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τα κρίσιμα προβλήματα της χώρας.


    Οταν τον Μάρτιο του 1985 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αναδείχτηκε γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ δεν ήταν απόλυτα ενήμερος για το βάθος της κρίσης. Εφάρμοσε την περεστρόικα, πρόγραμμα οικονομικής και πολιτικής αναδόμησης, με την πεποίθηση ότι, αν και ήταν απαραίτητη η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης, μολοντούτο το ίδιο το σύστημα ήταν κατά βάση σταθερό.


    Ο Γκορμπατσόφ αντιλήφθηκε ότι το βάρος των αμυντικών δαπανών, που αντιστοιχούσαν ίσως ακόμη και στο 25% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, προξενούσε παράλυση της χώρας. Το βάρος αυτό είχε οδηγήσει σε περικοπές των δαπανών για την εκπαίδευση, τις κοινωνικές υπηρεσίες, την περίθαλψη.


    Ο Γκορμπατσόφ αντιλήφθηκε ότι η βελτίωση των σχέσεων της ΕΣΣΔ με τις δυτικές δυνάμεις θα μπορούσε να τον βοηθήσει προς την κατεύθυνση της μείωσης των αμυντικών δαπανών, πράγμα που θα ανακούφιζε τα μέγιστα τη σοβιετική οικονομία, και έτσι ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα σε αυτόν τον τομέα. Αποδείχτηκε λαμπρός διπλωμάτης και για πρώτη φορά γεφυρώθηκε το χάσμα ανάμεσα στον ηγέτη της Σοβιετικής Ενωσης και στους λαούς του δυτικού κόσμου, όπου ο Γκορμπατσόφ κέρδισε τη γενική συμπάθεια με τους ήρεμους και προσηνείς τρόπους του όπως παρουσιάζονταν στις τηλεοπτικές εμφανίσεις του.


    Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής ο Γκορμπατσόφ πήρε πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των εξοπλισμών και με αυτόν κυρίως τον στόχο συναντήθηκε σε επανειλημμένες διασκέψεις κορυφής με δυτικούς ηγέτες, όπως με τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών Ρόναλντ Ρέιγκαν και Τζορτζ Μπους πατρός.


    Καρπός μιας από αυτές τις διασκέψεις, της πρώτης με τον Ρέιγκαν, στη Γενεύη τον Νοέμβριο 1985, ήταν η απόφαση για την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν. Οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν επέμβει στο Αφγανιστάν επί Μπρέζνιεφ με σκοπό να στηρίξουν την κλονιζόμενη φιλοκομμουνιστική κυβέρνηση της χώρας. H επέμβαση παρατάθηκε απρόσμενα και όχι μόνο δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα αλλά και επέσυρε τη διεθνή εχθρότητα κατά της ΕΣΣΔ. Χάρη στη συμφωνία Ρέιγκαν-Γκορμπατσόφ στη Γενεύη ο τελευταίος σοβιετικός στρατιώτης αποχώρησε από το Αφγανιστάν τον Φεβρουάριο του 1989. H επέμβαση είχε κοστίσει στην ΕΣΣΔ βαριές απώλειες, σχεδόν 14.000 άνδρες.


    Στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ ωστόσο ο Γκορμπατσόφ δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο στη Δύση. H διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού τροφοδοτούσε την πεποίθηση του λαού ότι οι επίσημοι έχαιραν παράνομων προνομίων και δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των πολιτών. Ο πληθυσμός είχε αρχίσει όλο και λιγότερο να παραδέχεται το δικαίωμα του κομμουνιστικού κόμματος να κυβερνά τη χώρα. Ετρεφε την πεποίθηση ότι το κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου ηγέτης ήταν ο Γορμπατσόφ, δεν μελετούσε κατά βάθος την καχεξία της κοινωνίας.


    H αντίδραση του κατεστημένου


    Εκτός από την περεστρόικα ο Γκορμπατσόφ είχε επίσης εγκαινιάσει την πολιτική της γκλάσνοστ (διαφάνειας), η οποία έδινε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να εμφανίζονται δημοσιεύματα διαμαρτυρίας για την καταπίεση και τα άλλα δεινά και για την ανικανότητα της κυβέρνησης να τα θεραπεύσει.


    Παρά την ατολμία και τη διστακτικότητά τους, οι αλλαγές που θέλησε να επιφέρει ο Γκορμπατσόφ ήταν εξαιρετικά τολμηρές για τη Σοβιετική Ενωση και ήταν φυσικό να συναντήσουν προσκόμματα. Στον τομέα της οικονομίας ο κεντρικός προγραμματισμός υπήρχε πρόθεση να αντικατασταθεί από τη βαθμιαία εισαγωγή στοιχείων της οικονομίας της αγοράς. H αλλαγή αυτή όμως αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί και προκάλεσε πτώση της παραγωγής σε πολλούς τομείς και ένταση των προβλημάτων διανομής των αγαθών.


    Στη σφαίρα της πολιτικής, με τροποποιήσεις του σύνταγματος του 1988, το Ανώτατο Σοβιέτ αντικαταστάθηκε με το Κογκρέσο των Αντιπροσώπων του Λαού της ΕΣΣΔ. Το νέο σώμα είχε 2.250 μέλη. Το ένα τρίτο από αυτά εκλέγονταν απευθείας από τον λαό, άλλο ένα τρίτο αντιπροσώπευε τα διοικητικά διαμερίσματα και τα υπόλοιπα μέλη προέρχονταν από τις «κοινωνικές οργανώσεις της ένωσης», όπως τα εργατικά σωματεία, το ΚΚΣΕ και η Ακαδημία Επιστημών. Οι ψηφοφόροι είχαν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των υποψηφίων αντιπροσώπων, με αποτέλεσμα να εκλεγούν πολλοί μη κομμουνιστές.


    Το Κογκρέσο των Αντιπροσώπων του Λαού εξέλεξε νέο Ανώτατο Σοβιέτ, από 542 μέλη, καθώς και τον πρόεδρο αυτού του σώματος, ο οποίος θα ήταν ο εκτελεστικός πρόεδρος της ΕΣΣΔ. Στη θέση αυτή εξελέγη ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Ανάλογα νομοθετικά σώματα συγκροτήθηκαν και στις άλλες δημοκρατίες της ένωσης.


    Στους οπαδούς του παλαιού καθεστώτος, είτε αυτοί ελαύνονταν από ιδεολογικά κίνητρα είτε από ιδιοτέλεια, οι αλλαγές αυτές προξενούσαν δυσφορία αλλά και ανησυχία. Αισθάνονταν αυτοί οι κύκλοι ότι αν δεν ήθελαν να δουν το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς της ΕΣΣΔ να μεταβάλλεται άρδην, έπρεπε να δράσουν. Πράγματι, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1991 εντάθηκαν στη Μόσχα οι φήμες για επικείμενο πραξικόπημα με σκοπό την ανατροπή του Γκορμπατσόφ.


    Οι φήμες αποδείχθηκε ότι ευσταθούσαν όταν, το πρωί της 19ης Αυγούστου, στους δρόμους της Μόσχας και άλλων πόλεων εμφανίστηκαν τανκς. Ανακοίνωση των πραξικοπηματιών, που αυτοτιτλοφορήθηκαν Κρατική Επιτροπή Εκτακτης Ανάγκης, γνωστοποίησε ότι η χώρα είχε κηρυχθεί ακριβώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ανέφερε τα μέλη της: Γκενάντι Γιανάγεφ, αντιπρόεδρος της ΕΣΣΔ, Βαλεντίν Παβλόφ, πρωθυπουργός, Βλαντίμιρ Κριουτσκόφ, πρόεδρος της KGB και θεωρούμενος οργανωτικός εγκέφαλος του πραξικοπήματος, και άλλοι υψηλά ιστάμενοι σκληροπυρηνικοί κομμουνιστές που αντιπροσώπευαν όλες τις πτυχές του σοβιετικού κατεστημένου, κυβέρνηση, κόμμα, στρατό.


    Αφορμή για το πραξικόπημα ήταν η προγραμματισμένη για τις 20 Αυγούστου υπογραφή συνθήκης νέας Ενωσης, η οποία θα παραχωρούσε στις δημοκρατίες μεγαλύτερη αυτονομία.


    Αντιπροσωπεία των πραξικοπηματιών είχε επισκεφθεί τον Γκορμπατσόφ, ο οποίος βρισκόταν για σύντομες διακοπές στη θερινή «ντάτσα» του στην Κριμαία. H αντιπροσωπεία απαίτησε την παραίτηση του Γκορμπατσόφ και την αντικατάστασή του από τον αντιπρόεδρο της ΕΣΣΔ Γκενάντι Γιανάγεφ. Ο Γκορμπατσόφ αρνήθηκε να παραιτηθεί και οι πραξικοπηματίες τον έθεσαν υπό κράτηση. H Επιτροπή Εκτακτης Ανάγκης, υπό την καθοδήγηση του Βλαντίμιρ Κριουτσκόφ, ανακοίνωσε ότι ο Γκορμπατσόφ είχε παραιτηθεί «για λόγους υγείας» και ότι, όπως προέβλεπε το σύνταγμα για μια τέτοια περίπτωση, καθήκοντα προέδρου είχε αναλάβει ο αντιπρόεδρος Γκενάντι Γιανάγεφ.


    Το πραξικόπημα αποτυγχάνει


    Λόγω κακού σχεδιασμού και αδέξιας εκτέλεσης το πραξικόπημα κατέρρευσε μέσα σε τρεις μέρες. Το κυριότερο λάθος των πραξικοπηματιών ήταν ότι δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν και να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές μονάδες πιστές και αφοσιωμένες. Ετσι, ο σοβιετικός στρατός, ο οποίος τόσο πειθήνια είχε στραφεί εναντίον αμάχων στην Τιφλίδα της Γεωργίας τον Απρίλιο 1989, στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν τον Ιανουάριο 1990 και στη Βίλνα της Λιθουανίας τον Ιανουάριο 1991, αυτή τη φορά δεν φάνηκε τόσο πρόθυμος να υπακούσει στις διαταγές.


    Από τους πολιτικούς εκείνος που εκμεταλλεύθηκε καλύτερα την περίσταση ήταν ο πρόεδρος της Ρωσικής Δημοκρατίας Μπορίς Γέλτσιν. Εσπευσε στο Κοινοβούλιο από όπου χαρακτήρισε το πραξικόπημα «παραφροσύνη» και «παράνομη πράξη», ζήτησε την επάνοδο του Γκορμπατσόφ και κάλεσε τον λαό της Μόσχας να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και να διαδηλώσει κατά του πραξικοπήματος. Πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους της Μόσχας. Στρατιώτες και μονάδες τεθωρακισμένων από τις δυνάμεις των πραξικοπηματιών μεταστράφηκαν και ανέλαβαν τη φύλαξη του Κοινοβουλίου. Ανώτατοι αξιωματικοί συντάχθηκαν με τον Γέλτσιν.


    Ο Γέλτσιν είχε γίνει ο ήρωας των ημερών. Ανεβασμένος σε ένα τανκ, μπροστά στο κυβερνητικό μέγαρο της Μόσχας, εκφωνούσε πύρινους λόγους υπέρ της δημοκρατίας προς το συγκεντρωμένο πλήθος που τον άκουγε εκστατικό.


    Στις 21 Αυγούστου το πραξικόπημα είχε καταρρεύσει αφού είχε κοστίσει μόνο τρεις ανθρώπινες ζωές. Οι πραξικοπηματίες συνελήφθησαν και δικάστηκαν. Αμνηστεύθηκαν όμως μάλλον σύντομα και έτσι δεν έμειναν πολύ στη φυλακή. Ενας από αυτούς, ο υπουργός Εσωτερικών Μπορίς Πούγκο, αυτοκτόνησε.


    Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ επέστρεψε από την Κριμαία στις 22 Αυγούστου συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Ραΐσα, η οποία είχε υποστεί νευρική κατάπτωση, με αποτέλεσμα να παραλύσει το αριστερό της χέρι.


    H κατάρρευση του γίγαντα


    Το αποτυχημένο πραξικόπημα κατέστρεψε πολιτικά τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Οι δημοκρατίες που αποτελούσαν την ΕΣΣΔ έσπευσαν να απαλλαγούν από τον έλεγχο της Μόσχας προτού ακολουθήσει νέο πραξικόπημα το οποίο θα μπορούσε να επιτύχει. Στις 25 Δεκεμβρίου 1991 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ παραιτήθηκε από την προεδρία της ΕΣΣΔ, την οποία είχε ήδη διαδεχθεί η Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών. Ως το τέλος του έτους όλοι οι σοβιετικοί θεσμοί είχαν πάψει να λειτουργούν.


    Από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εκείνη που ωφελήθηκε περισσότερο από τις εξελίξεις ήταν η Ρωσία. Κληρονόμησε την έδρα της ΕΣΣΔ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και όλες οι σοβιετικές πρεσβείες στο εξωτερικό έγιναν ρωσικές πρεσβείες. Οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις τέθηκαν υπό την κοινή διοίκηση της Κοινοπολιτείας, τα μέλη της οποίας όμως δεν άργησαν να δημιουργήσουν τις δικές του το καθένα. H Ρωσία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία και το Καζακστάν έγιναν πυρηνικές δυνάμεις. Ολα αυτά τα κράτη όμως, εκτός της Ρωσίας, διακήρυξαν ότι σκοπός τους ήταν η καταστροφή των πυρηνικών όπλων τους.


    Στις 21 Δεκεμβρίου 1991 οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη υιοθέτησαν ομόφωνα τη Διακήρυξη της Αλμα Ατα, η οποία βεβαίωνε την αφοσίωση των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στη συνεργασία τους σε διάφορους τομείς της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής και διατύπωνε τις εγγυήσεις για την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης.


    H Κοινοπολιτεία, η οποία έχει διοικητικό κέντρο της το Μινσκ της Λευκορωσίας, ασκεί τις δραστηριότητές της με βάση τον Χάρτη τον οποίο υιοθέτησαν οι αρχηγοί των κρατών-μελών της στις 22 Ιανουαρίου 1993 και ο οποίος διαλαμβάνει τους σκοπούς και τις αρχές της Κοινοπολιτείας καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χωρών που την ίδρυσαν οικεία βουλήσει.


    Στο έγγραφο αυτό δηλώνεται ότι η Κοινοπολιτεία συγκροτήθηκε στη βάση της κυρίαρχης ισότητας όλων των μελών της και ότι τα κράτη-μέλη της είναι ανεξάρτητα και ίσα υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου. Ο Χάρτης δηλώνει ότι η Κοινοπολιτεία υπηρετεί την περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση των σχέσεων φιλίας, καλής γειτονίας, διεθνικής σύμπνοιας, εμπιστοσύνης και αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ των κρατών.


    H Κοινοπολιτεία δεν είναι κράτος, δεν έχει υπερεθνικές εξουσίες. Λειτούργημά της είναι να συντονίζει την πολιτική των μελών της όσον αφορά την οικονομία, τις εξωτερικές σχέσεις, την άμυνα, τη μετανάστευση, την προστασία του περιβάλλοντος και την τήρηση του Δικαίου.


    H εξάρτηση από τη Ρωσία


    Ως προς την οικονομία οι αρχηγοί των κρατών-μελών της Κοινοπολιτείας υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο 1993 τη Συνθήκη ίδρυσης της Οικονομικής Ενωσης, στην οποία ανέπτυξαν την αντίληψη της οικονομικής δράσης μέσα στην Κοινοπολιτεία σε σχέση με την τρέχουσα πραγματικότητα. H Συνθήκη βασίστηκε στην ανάγκη διαμόρφωσης κοινού οικονομικού χώρου με βάση την αρχή της ελεύθερης διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών, εργαζομένων και κεφαλαίων, της μεταχείρισης του επιχειρηματικού χρήματος και των πιστώσεων, των φόρων, των τιμών, των δασμών και της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, καθώς και της επαναπροσέγγισης των μεθόδων διαχείρισης της οικονομικής δραστηριότητας και της δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη άμεσων παραγωγικών δεσμών.


    Ανώτατα κυβερνητικά όργανα της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, με αρμοδιότητες κυρίως συντονιστικές της δράσης της, είναι τα συμβούλια των αρχηγών των κρατών-μελών της (προέδρων) και των αρχηγών των κυβερνήσεών τους (πρωθυπουργών). Τα συμβούλια αυτά περιβάλλονται και βοηθούνται από άλλα συμβούλια, διακοινοπολιτειακά, σε υπουργικό επίπεδο, αρμόδια για κρίσιμους τομείς όπως η εξωτερική πολιτική, η άμυνα, η οικονομία κτλ.


    Τα κράτη-μέλη της Κοινοπολιτείας δεσμεύτηκαν να υπαγάγουν υπό μία και μοναδική, ενοποιημένη, διοίκηση τόσο τις ένοπλες δυνάμεις τους όσο και τα πρώην σοβιετικά πυρηνικά όπλα που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός τους. Στην πρακτική εφαρμογή της η απόφαση αυτή συνάντησε δυσκολίες. Σε δυσχέρειες επίσης προσέκρουσαν οι προσπάθειες των κρατών-μελών να συντονίσουν την εισαγωγή στις οικονομίες τους των μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς και του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας.


    Με την πάροδο του χρόνου ωστόσο και χάρη σε συμφωνίες, διακοινοπολιτειακές ή μερικότερες, πολλές από αυτές τις δυσκολίες ξεπεράστηκαν, όπως λόγου χάρη το θέμα του ελέγχου των πυρηνικών όπλων, τα οποία έχουν πλέον περάσει στη δικαιοδοσία της Ρωσίας.


    Οι σχέσεις με τη Ρωσία, το ισχυρότερο από τα κράτη της Κοινοπολιτείας, παραμένουν σημαντικό πρόβλημα για τα υπόλοιπα μέλη της, που ο βαθμός εξάρτησής τους από αυτήν ποικίλλει. Ανάλογα με την αυτοπεποίθηση που αισθάνεται το καθένα από αυτά, άλλα την επικρίνουν και άλλα επιζητούν την προστασία της. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί τους παρατηρητές να αναρωτιούνται αν η Κοινοπολιτεία θα διατηρήσει το πνεύμα της ισότητας των μελών της που ήταν σύμφυτο με τη δημιουργία της ή θα εξελιχθεί σε μια ετεροβαρή και πελατειακή σχέση.


    O Λεονίντ Μπρέζνιεφ γεννήθηκε στο Καμένσκογε της Ουκρανίας. Το 1931 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης και λίγο αργότερα άρχισε η άνοδός του στην περιφερειακή κομματική ιεραρχία. Κατά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπρέζνιεφ τοποθετήθηκε επικεφαλής των πολιτικών επιτρόπων στο μέτωπο της Ουκρανίας και έφτασε στον βαθμό του αντιστρατήγου.


    Υστερα από μερικές διακυμάνσεις η σταδιοδρομία του Μπρέζνιεφ άρχισε να απογειώνεται χάρη στην υποστήριξη του Νικήτα Χρουστσόφ. Αυτό δεν εμπόδισε τον Μπρέζνιεφ να συνεργήσει στην ανατροπή του Χρουστσόφ το 1964, και τελικά να καταστεί ο πρώτος σοβιετικός ηγέτης που συγκέντρωσε στα χέρια του και τα δύο ύπατα αξιώματα της ΕΣΣΔ: αρχικά πρώτος, το 1964, και κατόπιν γενικός, το 1966, γραμματέας του ΚΚΣΕ, και πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ.


    Το κυριότερο μέλημα του Μπρέζνιεφ ήταν να αυξήσει τη στρατιωτική ισχύ της ΕΣΣΔ. Επί των ημερών του η ΕΣΣΔ έφτασε τις ΗΠΑ στα στρατηγικά όπλα, ενώ διέθετε τη μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου στους άλλους τομείς των ενόπλων δυνάμεων. Αλλά οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες κλόνισαν τη σοβιετική οικονομία με αρνητικές συνέπειες για την εκπαίδευση, την περίθαλψη, τα καταναλωτικά αγαθά και τις άλλες κοινωνικές υπηρεσίες. Τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησής της από τον Μπρέζνιεφ η ΕΣΣΔ μπήκε σε πορεία προϊούσας παρακμής. Επί των ημερών του επίσης έγιναν οι επεμβάσεις στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και στο Αφγανιστάν το 1979.


    ΜΠΟΡΙΣ ΓΕΛΤΣΙΝ (1931-)


    O Μπορίς Γέλτσιν γεννήθηκε στο Γεκατερίνμπουργκ (τότε Σβερντλόφσκ) και σπούδασε μηχανικός. Εργάστηκε σε δημόσια έργα και το 1961 εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Χάρη στη γνωριμία του με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ο Γέλτσιν, το 1985, έγινε γραμματέας του KK Μόσχας. Λόγω των επικρίσεών του για την αργοπορία στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του Γκορμπατσόφ ο Γέλτσιν απομακρύνθηκε από τη θέση του το 1987 και υποβιβάστηκε.


    Το 1989 ο Γέλτσιν εξελέγη μέλος του Κογκρέσου των Αντιπροσώπων του Λαού, το 1990 εγκατέλειψε το Κομμουνιστικό Κόμμα και τον Ιούλιο 1991, στις πρώτες άμεσες εκλογές, αναδείχθηκε πρόεδρος της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Ρωσίας. Εναν μήνα αργότερα πρωταγωνίστησε στην εξουδετέρωση του αντιγκορμπατσοφικού πραξικοπήματος των σκληροπυρηνικών κομμουνιστών και τον Δεκέμβριο του 1991 πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, η οποία αντικατέστησε την ΕΣΣΔ.


    Ως πρόεδρος ο Γέλτσιν ήρθε σε σύγκρουση με το Κοινοβούλιο της Ρωσίας και είδε τη δημοτικότητά του να μειώνεται βαθμιαία, ιδιαίτερα μετά την αποστολή, το 1994, ρωσικών στρατευμάτων στην Τσετσενία, η οποία είχε αποσχισθεί από τη Ρωσία το 1991.


    Παρά ταύτα, ο Γέλτσιν επανεξελέγη πρόεδρος το 1996. Ακολούθησε περίοδος πολιτικής ανωμαλίας, κατά την οποία ο Γέλτσιν απέλυσε τέσσερις πρωθυπουργούς αλλά και ολόκληρη την κυβέρνηση.


    Με κλονισμένη την υγεία του ο Γέλτσιν παραιτήθηκε το 1999 διορίζοντας πρόεδρο τον πρωθυπουργό Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος σε αντάλλαγμα του εξασφάλισε ατιμωρησία από μελλοντικές διώξεις.


    ΛΕΟΝΙΝΤ ΚΡΑΒΤΣΟΥΚ (1934-)


    O Λεονίντ Κραβτσούκ γεννήθηκε στο Βέλιτι Ζίκιν της Ουκρανίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου από όπου αποφοίτησε το 1958. Δίδαξε πολιτική οικονομία και εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουκρανίας για να ανέλθει σύντομα σε υψηλές θέσεις στους τομείς της προπαγάνδας και της ιδεολογίας. Το 1990 εξελέγη πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ της Ουκρανίας, ουσιαστικά δηλαδή ανώτατος άρχων της σοβιετικής αυτής δημοκρατίας.


    Με τις πρώτες δυσκολίες της κεντρικής κυβέρνησης της Μόσχας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της επομένης ο Κραβτσούκ άρχισε να ερωτοτροπεί με τις ιδέες του εθνικισμού. Παρ’ όλα αυτά, όταν τον Αύγουστο του 1991 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα κατά του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο Κραβτσούκ αρχικά δεν αντιτάχθηκε σε αυτή την κίνηση που επεδίωκε τη διατήρηση του αμιγώς κομμουνιστικού χαρακτήρα της ΕΣΣΔ. Αλλά μετά την ήττα των πραξικοπηματιών ο Κραβτσούκ μεταστράφηκε αιφνίδια και ριζικά και εκδηλώθηκε αναφανδόν υπέρ των εθνικιστικών ιδεών και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας.


    Τον Δεκέμβριο 1991 ο Κραβτσούκ έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Ουκρανίας που εκλεγόταν απευθείας από τον λαό, ενώ οι Ουκρανοί ψήφιζαν επίσης υπέρ της ανεξαρτησίας.


    Ο Κραβτσούκ διαδραμάτισε έναν από τους πρώτους ρόλους στην ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, αλλά ως πρόεδρος συγκρούστηκε με το κοινοβούλιο και έχασε τις εκλογές του 1994.


    ΣΤΑΝΙΣΛΑΒ ΣΟΥΣΚΕΒΙΤΣ (1943-)


    O Στανισλάβ Σουσκέβιτς γεννήθηκε στο Μινσκ, πρωτεύουσα της Λευκορωσίας. Σπούδασε Φυσική στο εκεί πανεπιστήμιο από όπου αποφοίτησε το 1956. Το 1969 διορίστηκε καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο και αργότερα έγινε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας.


    Στην πολιτική ο Σουσκέβιτς αναμείχθηκε το 1986, όταν άσκησε κριτική κατά της κυβέρνησης για την αμέλειά της στον όλο χειρισμό του πυρηνικού ατυχήματος του Τσερνομπίλ στη γειτονική Ουκρανία.


    Το 1990, με την υποστήριξη της πολιτικής οργάνωσης Λαϊκό Μέτωπο της Λευκορωσίας, ο Σουσκέβιτς εξελέγη μέλος του Ανωτάτου Σοβιέτ της Λευκορωσίας, του οποίου το 1991 έγινε πρόεδρος.


    Ως ανώτατος ηγέτης της Λευκορωσίας ο Σουσκέβιτς ακολούθησε κεντρώα πολιτική στο θέμα των σχέσεων της χώρας του με τις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Ηταν ένας από τους τρεις πρώτους ιδρυτές της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, της οποίας φιλοξένησε την πρώτη διάσκεψη κορυφής. Ηταν επίσης αυτός που έσπευσε να ενημερώσει τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αν και πρώτος το είχε πληροφορηθεί λίγα λεπτά ενωρίτερα ο αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους από τηλεφώνημα του Μπορίς Γέλτσιν.


    Λόγω της προσπάθειάς του να εξασφαλίσει στη χώρα του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία απέναντι στις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, και ιδίως τη Ρωσία, ο Σουσκέβιτς αντιμετώπισε την εχθρότητα των αντιπάλων του αλλά και του Κοινοβουλίου.


    Το 1994, κατηγορούμενος για διαφθορά, ο Σουσκέβιτς εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.


    ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΡΙΟΥΤΣΚΟΦ (1924-)


    O Βλαντίμιρ Κριουτσκόφ γεννήθηκε στο Τσαρίτσιν (κατόπιν Στάλινγκραντ, σήμερα Βόλγκογκραντ) και προερχόταν από εργατική οικογένεια. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε στο Γραφείο Ερευνών και στη Γενική Εισαγγελία. Το 1951, ύστερα από ανώτερες σπουδές, διορίστηκε στο υπουργείο Εξωτερικών.


    Το 1955 ο Κριουτσκόφ τοποθετήθηκε τρίτος γραμματέας στη σοβιετική πρεσβεία της Βουδαπέστης. Πρεσβευτής ήταν ο Γιούρι Αντρόποφ, κατοπινός αρχηγός της KGB και αργότερα ηγέτης της ΕΣΣΔ. Οι δυο τους έζησαν την ουγγρική εξέγερση του 1956 και συνδέθηκαν στενά.


    Από το 1963 ως το 1991 ο Κριουτσκόφ υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις της KGB, της οποίας τελικά έγινε πρόεδρος. Προσπάθησε να ανασυγκροτήσει την τεράστια αυτή υπηρεσία, της οποίας και μόνο το όνομα προκαλούσε ανείπωτο τρόμο στους σοβιετικούς πολίτες. Πέρα από την εντατικοποίηση του ρόλου της κατά των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος, ο Κριουτσκόφ ενίσχυσε τις δραστηριότητές της KGB στον τομέα του κοινού εγκλήματος.


    Μετά την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στα ύπατα αξιώματα της ΕΣΣΔ ο Κριουτσκόφ επιφανειακά υποστήριζε τον πρόεδρο και τις μεταρρυθμίσεις του, μυστικά όμως η KGB διεξήγε εντατική στρατιωτική και οικονομική κατασκοπεία.


    Τον Αύγουστο 1991 ο Κριουτσκόφ ήταν ο σημαντικότερος ίσως εγκέφαλος πίσω από το πραξικόπημα κατά του Γκορμπατσόφ. Μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος ο Κριουτσκόφ συνελήφθη και δικάστηκε επί εσχάτη προδοσία. Εμεινε φυλακισμένος 17 μήνες και κατόπιν αμνηστεύθηκε.


    KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ

    Archive
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στο extreme chic σαλέ… Ο πολυέλαιος του 18ου αιώνα είναι το εντυπωσιακότερο αντικείμενο στο κυρίως σαλόνι του «Ultima Gstaad». Οι κρυστάλλινες λεπτομέρειες έτσι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk