Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Προχθές έκλεισαν τριάντα χρόνια από την ίδρυση του ΠαΣοΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι γεγονός ιστορικό όχι μόνο για το ίδιο το κόμμα αλλά και για την πολιτική πορεία της χώρας. Είναι ίσως μοναδικό πολιτικό φαινόμενο σε δημοκρατικές χώρες. Σε επτά μόνο χρόνια από την ίδρυσή του ένα κόμμα με ριζοσπαστικά σοσιαλιστικά συνθήματα κερδίζει με ισχυρή πλειοψηφία τις εκλογές και παραμένει στην εξουσία για είκοσι χρόνια! Το ΠαΣοΚ είναι ιστορία της χώρας μας και συνδέεται απόλυτα με την παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου, του πλέον χαρισματικού ηγέτη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δεν υποτιμάται και δεν παραγνωρίζεται η συμβολή των πολλών στελεχών του Κινήματος και κυρίως του Κώστα Σημίτη, που διασφάλισε για οκτώ χρόνια την κυβερνητική συνέχεια. Είναι όμως βέβαιο ότι εντελώς διαφορετικό θα ήταν το πολιτικό σκηνικό και η κομματική σύνθεση του ελληνικού Κοινοβουλίου χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου. H τριακοστή επέτειος από την ίδρυσή του βρίσκει το ΠαΣοΚ στην αξιωματική αντιπολίτευση και στο πηδάλιο της ηγεσίας τον γιο του ιδρυτή του, Γιώργο Παπανδρέου. Στα τριακοστά γενέθλιά του το ΠαΣοΚ βρίσκεται σε μία από τις κρισιμότερες και αποφασιστικότερες καμπές της ιστορίας του. Με το επικείμενο συνέδριο πρέπει να κλείσει την οκτάμηνη, σχεδόν, ομφαλοσκόπηση και τις εσωστρεφείς συζητήσεις και αναζητήσεις, και να επανέλθει δυναμικά στην πολιτική σκηνή. Το ΠαΣοΚ με 40,55% των ελλήνων ψηφοφόρων, μετά είκοσι χρόνια στην εξουσία, έχει ισχυρή εκλογική βάση για να παραμένει ένα κόμμα εξουσίας. Ο Γιώργος Παπανδρέου, κληρονόμος μεγάλου ονόματος και μεγάλης κομματικής δύναμης, κρατάει στα χέρια του το μέλλον του ΠαΣοΚ… Και από κοντά τα παλαιά και τα νέα στελέχη. Στελέχη, μέλη, οπαδοί και ψηφοφόροι του ΠαΣοΚ δικαιούνται με υπερηφάνεια να γιορτάσουν τα τριακοστά γενέθλια και είναι χρήσιμη η πρωτοβουλία του ΙΣΤΑΜΕ να συγκεντρώσει το αρχειακό υλικό της τριαντάχρονης πολιτικής δράσης και κυβερνητικής δραστηριότητας του Κινήματος. Για χρόνια ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες και αναλυτές θα μελετούν και θα ερμηνεύουν την ιδεολογική και οργανωτική μετεξέλιξη του ΠαΣοΚ. Μια μικρή συμβολή, ως ρεπορτάζ στην Ιστορία, αποτελεί η αφήγηση που αρχίζει σήμερα στο «Βήμα της Κυριακής» και θα συνεχιστεί την Τρίτη.


Το βράδυ της 16ης Αυγούστου 1974, το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε ο Ανδρέας Παπανδρέου προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Είχαν ήδη περάσει πάνω από έξι χρόνια από την ημέρα που είχε αφήσει την Ελλάδα μετά τη φυλάκισή του από το στρατιωτικό καθεστώς. H κατάρρευση της χούντας, μετά την τραγωδία της Κύπρου, σήμανε αυτόματα την αρχή της επιστροφής του A. Παπανδρέου στην Ελλάδα, αλλά και τη σταδιακή επάνοδό του στην ενεργό πολιτική. Κανένας όμως δεν περίμενε τη σε βάθος χρόνου καταλυτική παρέμβαση που θα είχε η επιστροφή στα κοινά του πρώην υπουργού της Ενωσης Κέντρου. Μια εξέλιξη που έμελλε να αλλάξει και να προσδιορίσει το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας.


* H διάλυση του ΠΑΚ


Οταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σχημάτιζε την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στα τέλη Ιουλίου 1974, ο A. Παπανδρέου μετέβαινε στο Λονδίνο, από τον Καναδά όπου βρισκόταν, για να συναντηθεί με τα εκεί μέλη του ΠΑΚ. Από το Λονδίνο έφυγε για το Μόναχο, όπου συνάντησε τους επικεφαλής του ΠΑΚ στη Γερμανία και συγκεκριμένα τους A. Τσοχατζόπουλο, K. Σημίτη και I. Τσεκούρα. Ακολούθησε ένα ταξίδι στην Ιταλία και στις 6 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε στο Βίντερτουρ της Ελβετίας η συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, όπου και αποφασίστηκε η διάλυση της οργάνωσης. Δέκα ημέρες αργότερα, και ύστερα από επικοινωνία με αρκετούς ανθρώπους που βρίσκονταν στην Ελλάδα, ο A. Παπανδρέου πήρε την απόφαση να επιστρέψει. Θυμάμαι ότι την παραμονή της επιστροφής του στην Αθήνα μου τηλεφώνησε στο «Βήμα», από τη Ρώμη, για να ζητήσει και τη δική μου άποψη. H δική μου απάντηση ήταν ότι, ανεξάρτητα από τη δική του άποψη για τη δοθείσα λύση Καραμανλή, η χώρα εισήλθε στον ομαλό κοινοβουλευτικό βίο και οφείλει να μετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού πολιτικού τοπίου. Το επόμενο βράδυ συναντηθήκαμε σε γεύμα με στενούς συνεργάτες του στο ξενοδοχείο «Καστρί», δίπλα στο ιστορικό σπίτι της οικογένειας Παπανδρέου.


Το ΠαΣοΚ γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974. H ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος από τον A. Παπανδρέου ήταν μια απόφαση που βρήκε πολλούς υποστηρικτές, αλλά ταυτόχρονα ξένισε αρκετούς άλλους. Ηταν αρκετοί οι πρώην βουλευτές αλλά και ψηφοφόροι της Ενωσης Κέντρου που ήλπιζαν και περίμεναν από τον γιο του Γέρου της Δημοκρατίας ότι θα αναλάμβανε την ηγεσία της Ενωσης Κέντρου. Ο A. Παπανδρέου όμως είχε άλλα σχέδια και μέσα από αυτά ξεπήδησε το ΠαΣοΚ. Ετσι στις 3 Σεπτεμβρίου, στο ξενοδοχείο «Κινγκς Πάλας», ο A. Παπανδρέου ανακοίνωσε επίσημα την ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Στην ιδρυτική διακήρυξη ξεχώριζαν έννοιες όπως «εθνική κυριαρχία», «ανεξαρτησία» και «σοσιαλισμός».


* Το ΠαΣοΚ οργανώνεται


Μερικές εβδομάδες αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου, η Δημοκρατική Αμυνα, μία οργάνωση σημαντικών προσωπικοτήτων της αντιδικτατορικής δράσης, προσχώρησε στο ΠαΣοΚ. Ετσι οι Σ. Καράγιωργας, Γ. Νοταράς, N. Κωνσταντόπουλος, B. Φίλιας, X. Ροκόφυλλος, Σ. Νέστωρ, A. Στάγγος, I. Κάτρης και πολλά άλλα στελέχη του αντιδικτατορικού αγώνα έγιναν μέλη του νεογέννητου κινήματος.


Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 το ΠαΣοΚ συμμετείχε με μια ριζοσπαστική ιδεολογική πλατφόρμα, στο πλαίσιο της ιδρυτικής Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβη, και ήλθε τρίτο κόμμα πίσω από τη ΝΔ και την EK/ΝΔ, λαμβάνοντας 13,58% και 12 έδρες. H αρχή είχε γίνει…


Από αυτήν την αρχή όμως το ΠαΣοΚ αντιμετώπισε μεγάλα προβλήματα στην οργανωτική συγκρότησή του. Το νεαρό κίνημα δεν είχε ούτε την απαραίτητη εμπειρία αλλά ούτε και τους οικονομικούς πόρους για να φθάσει στην οργανωτική δομή που χρειάζεται ένα πολιτικό κόμμα το οποίο έχει στόχο τη μαζικότητα. Αποτέλεσμα ήταν η προώθηση της ιδέας της «αυτοοργάνωσης», που σύμφωνα με την τότε ηγεσία του ΠαΣοΚ «προώθησε καταλυτικά την τάση του λαϊκού παράγοντα να αναλάβει πρωταγωνιστική πρωτοβουλία, δημιούργησε μια οργανωτική ραχοκοκαλιά, συνετέλεσε στην επαφή του ΠαΣοΚ με τον λαό και απέφυγε την αποκλειστική χρησιμοποίηση του παλαιού κομματαρχικού μηχανισμού της Ενωσης Κέντρου».


H σχεδόν αναγκαία, λόγω συνθηκών, εφαρμογή της αυτοοργάνωσης, δηλαδή της πολιτικής και οργανωτικής πρωτοβουλίας των ανά την περιφέρεια μελών του κινήματος, μπορεί μεν να έθεσε, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, τις βάσεις για τη μαζικοποίηση του νέου κινήματος, εν τούτοις προκάλεσε και τις πρώτες εσωτερικές διαμάχες και αντιθέσεις. Και αυτό γιατί όταν το ΠαΣοΚ εισχώρησε στη φάση της αυτοοργάνωσης δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα αισιόδοξο και «τολμηρό» κίνημα στελεχών, τα οποία προέρχονταν από διαφορετικούς χώρους και είχαν διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες και βιώματα.


* H πρώτη σύγκρουση


Από τη γέννησή του το ΠαΣοΚ αποτελούνταν από πρώην βουλευτές της Ενωσης Κέντρου, στελέχη του ΠΑΚ, φοιτητές, προσωπικότητες του αντιδικτατορικού αγώνα καθώς και μικρότερες «φράξιες» που είχαν βρει ιδεολογικό καταφύγιο κάτω από τη νεότευκτη στέγη του ΠαΣοΚ. Αναπόφευκτα όλα αυτά τα ιδεολογικά ρεύματα είχαν τους δικούς τους στόχους και σχέδιο δράσης για το νέο κίνημα, γεγονός που οδήγησε στην πρώτη σοβαρή εσωκομματική κρίση. Την άνοιξη του 1975 έλαβαν χώρα και οι πρώτες διαγραφές. Στις 25 Μαΐου η ολομέλεια της ΠΑΣΠ διέγραψε στελέχη της Νεολαίας, μεταξύ άλλων τον Π. Ευθυμίου, τον Δ. Φίλιο και τον Γ. Τσουκαλά.


Μερικές ημέρες αργότερα, στις 9 Ιουνίου, ο A. Παπανδρέου συγκρούστηκε με τα στελέχη της Δημοκρατικής Αμυνας που είχαν αρχίσει εδώ και καιρό να εκφράζουν τις δικές τους ιδεολογικές και οργανωτικές πεποιθήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να διαγραφούν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής N. Κωνσταντόπουλος, Π. Ευθυμίου, B. Φίλιας, A. Στάγγος, Σ. Νέστωρ, X. Παπαθανασίου, Λ. Βάσης, Γ. Ζυγογιάννης, Σ. Καβουνίδης, X. Ντόλκας και I. Τούντας. Αργότερα θα διαγραφούν ή θα αποχωρήσουν τα 48 από τα 75 μέλη της KE, μεταξύ άλλων η A. Φλέμινγκ, η M. Μερκούρη – οι οποίες θα επέστρεφαν το 1977 – ο Σ. Καράγιωργας και ο X. Ροκόφυλλος, ενώ τον χειμώνα του 1976 θα διαγραφεί άλλη μια σειρά μελών της ΠΑΣΠ.


H ομάδα της Δημοκρατικής Αμυνας δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να ενσωματωθεί στο ΠαΣοΚ. Είχα συναντήσει κάποια από τα βασικά μέλη της στην πλατεία Κολωνακίου, όταν πήγαιναν στην οδό Σουηδίας για να συναντήσουν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Από τη συζήτηση προέκυψε ότι πρόθεσή τους ήταν να παραμείνουν στο ΠαΣοΚ ως ομάδα και να αναγνωρίσουν τον Παπανδρέου «primus inter pares». Ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ εγνώριζε από την πρώτη στιγμή τις προθέσεις τους, αλλά του ήταν χρήσιμοι στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση, διότι οι περισσότεροι είχαν αποκτήσει καλό όνομα και για την αντιστασιακή δράση τους και από τη δίκη τους στο Στρατοδικείο της Χούντας. H μετέπειτα διαγραφή τους ήταν προδιαγεγραμμένη.


Σε κάθε περίπτωση, πέρα από τους εσωκομματικούς τριγμούς εκείνης της πρώιμης φάσης του ΠαΣοΚ, η διετία 1975-77 μπορεί να χαρακτηριστεί ως η περίοδος κατά την οποία το ΠαΣοΚ και ο A. Παπανδρέου έβαλαν τις βάσεις για τη μετεξέλιξη του κινήματος σε ένα μαζικό κόμμα, κάτι που θα αποδειχθεί έμπρακτα στις εκλογές του 1977. H οργανωτική δομή του ΠαΣοΚ ακόμη παρουσίαζε προβλήματα, εν τούτοις η κοινοβουλευτική παρουσία του A. Παπανδρέου, σε συνδυασμό με τη χαρισματική προσωπικότητά του καθώς και τη ριζοσπαστική ρητορική του, εδραίωνε σιγά σιγά το ΠαΣοΚ στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.


H αδιαμφισβήτητη ηγεμονία και το πρώτο εκλογικό άλμα


Στις αρχές Ιουλίου 1977 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΠαΣοΚ και ο A. Παπανδρέου δράττεται της ευκαιρίας ώστε, μετά και τις διαγραφές, να εξαλείψει κάθε ενδεχόμενο εσωκομματικής αντίστασης στο μέλλον. Τα καταφέρνει και η νέα Κεντρική Επιτροπή έχει τέτοια σύσταση που δεν επιτρέπει παρερμηνείες. Μεταξύ των εκλεγμένων ήταν οι Π. Αυγερινός, A. Τσοχατζόπουλος, K. Σημίτης, K. Λαλιώτης, Σ. Τζουμάκας, K. Κουλούρης, A. Τσούρας. H «ηγεμονία» του A. Παπανδρέου στο ΠαΣοΚ είχε μόλις ξεκινήσει και επρόκειτο να διαρκέσει πολλά χρόνια…


Στις πρόωρες εκλογές της 20ής Νοεμβρίου του 1977, με ένα εκλογικό πρόγραμμα ελαφρώς μετριοπαθέστερο από τη Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη και τον A. Παπανδρέου απαλλαγμένο από κάθε εσωκομματική ανησυχία, το ΠαΣοΚ έκανε το πρώτο μεγάλο πολιτικό και εκλογικό άλμα, καταλαμβάνοντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με 25,34% των ψήφων και 93 βουλευτές, αφήνοντας πίσω την ΕΔΗΚ (το νέο όνομα της Ενωσης Κέντρου), η οποία έπεσε κατακόρυφα στο 11,95% και στις 16 έδρες. Αυτή η εκλογική δυναμική του ΠαΣοΚ, σε συνδυασμό με την εκλογική και πολιτική κατάρρευση της ΕΔΗΚ, αλλά και την αδυναμία της παραδοσιακής Αριστεράς να παίξει ουσιαστικό πολιτικό ρόλο, αρχίζει το 1977 να στρώνει τον δρόμο για «την πορεία προς την εξουσία». H ιδεολογική και οργανωτική εξέλιξη του ΠαΣοΚ συνεχίζεται, καθώς το κίνημα αρχίζει να αποκτά πολυσυλλεκτικά χαρακτηριστικά, ενώ την ίδια στιγμή οι Τοπικές και Κλαδικές Οργανώσεις ολοένα αυξάνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1977 το ΠαΣοΚ διέθετε περίπου 27.000 μέλη, το 1979 τα μέλη έχουν φθάσει τις 65.000.


Την ίδια περίοδο, αν και το ΠαΣοΚ προσπαθούσε, λόγω της αυξημένης κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής του, να παρουσιάσει μια πιο μετριοπαθή εικόνα, το ριζοσπαστικό προφίλ του διατηρείται σε μεγάλο βαθμό, με επίκεντρο τον αντιιμπεριαλισμό, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το ακόλουθο απόσπασμα της εισήγησης του A. Παπανδρέου προς την KE στις 25 Φεβρουαρίου του 1978: «H γραμμή του ΠαΣοΚ για εθνική-λαϊκή ενότητα καθορίζεται: α) εθνικά, με τον αντιιμπεριαλιστικό, αντιεξαρτησιακό και εθνοαμυντικό αγώνα για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, τη διαφύλαξη της εθνικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, β) πολιτικά, με τον αγώνα για εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού και της δημόσιας ζωής, γ) ταξικά, με τον αγώνα ενάντια στο ξένο και ντόπιο μονοπωλιακό κεφάλαιο και την άρνηση της πολιτικής της λιτότητας και της συμπίεσης των εισοδημάτων των εργαζομένων».


Παράλληλα, ο A. Παπανδρέου συνεχίζει τις επαφές του με ηγέτες του Τρίτου Κόσμου, απελευθερωτικά κινήματα και ευρωπαίους σοσιαλιστές. Ηδη από το 1975 είχε αρχίσει να πραγματοποιεί ταξίδια στη Συρία του Ασαντ, στη Λιβύη του Καντάφι, στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, αλλά και στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στην Αλγερία και στο Ιράκ. Συναντιέται πολλές φορές και δίνει την υποστήριξή του στην PLO και στον Γιάσερ Αραφάτ, ενώ στη συνδιάσκεψη της Βαρκελώνης το 1978 το μήνυμα του ΠαΣοΚ θα τονίσει ότι «οι κύριοι γεωγραφικοί άξονες της πολιτικής δραστηριότητας του ΠαΣοΚ είναι ο βαλκανικός, ο νοτιοευρωπαϊκός και ο αραβο-μεσανατολικός».


Εν τω μεταξύ, μετά την ανάδειξη του ΠαΣοΚ ως πρώτου κόμματος στην αντιπολίτευση, σημαντικοί παράγοντες της πολιτικής ζωής άρχισαν να προσχωρούν σε αυτό, γεγονός που δημιούργησε ευφορία στην ηγεσία του κινήματος. Το 1979 οι Γ.-A. Μαγκάκης και Δ. Τσάτσος, αλλά και άλλα στελέχη, αφήνουν τη Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία και εντάσσονται στο ΠαΣοΚ. Το ίδιο θα πράξει και ο Σ. Παπαθεμελής, αλλά και πολλά άλλα παλιά στελέχη της Ενωσης Κέντρου, όπως οι Π. Πολυχρονίδης, M. Στεφανίδης, A. Ντεντιδάκης, H. Παπαηλιού. Αργότερα, στο ΠαΣοΚ θα ενταχθεί και ο προηγούμενος αρχηγός της EK, Γεώργιος Μαύρος, αλλά και ο M. Γλέζος από την Αριστερά.


Από το 1980 το ΠαΣοΚ έδειχνε να αποκτά μια ιδιαίτερη δυναμική. H Κοινοβουλευτική Ομάδα ισχυροποιούνταν ολοένα και περισσότερο σε σχέση με τα κομματικά στελέχη, κυρίως λόγω της προσφάτως αριθμητικής αύξησής της στο Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα η διεύρυνση της κοινωνικής απήχησης του ΠαΣοΚ, όπως για παράδειγμα η ένταξη στελεχών με τεχνοκρατική και επιστημονική κατάρτιση, επιβεβαίωνε τον νέο πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα του κινήματος. Το 1981 τα οργανωμένα μέλη του ΠαΣοΚ ανέρχονταν λίγο πάνω από τις 100.000 και οι Νομαρχιακές Επιτροπές πρότειναν υποψηφίους για τη συγκρότηση των ψηφοδελτίων.


H ριζοσπαστική ρητορική


H διετία 1975-77 ήταν η περίοδος που το σοσιαλιστικό ΠαΣοΚ παρουσίασε την πιο «σκληρή» ιδεολογική του γραμμή απέναντι στη ΝΔ, στην Ενωση Κέντρου, στην ΕΟΚ και στις ΗΠΑ. Κατηγορεί την κυβέρνηση για πολιτικό εκβιασμό των πολιτών, απορρίπτει τον «ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ», θέλει να ακυρώσει τις συμφωνίες των βάσεων και αντιτίθεται στην ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Εχει περάσει στην ιστορία το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Εξίσου σημαντικό από πολλές απόψεις, το ΠαΣοΚ χαρακτηρίζει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα την Ενωση Κέντρου και διαχωρίζει πλήρως τη θέση του από αυτήν. Χαρακτηριστικό εξάλλου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από μια συνέντευξη που είχε δώσει ο A. Παπανδρέου στα «Νέα» στις 3 Νοεμβρίου 1975: «H σοσιαλδημοκρατία είναι καπιταλισμός με ευγενικό πρόσωπο… Σκοπό δεν έχει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά την άμβλυνση των ταξικών διαφορών για τη διατήρηση του συστήματος, για την εδραίωση του μονοπωλιακού και ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Για αυτό οι περιθωριακές αλλαγές που προωθεί η σοσιαλδημοκρατία, αλλαγές που αποσκοπούν στη συγκάλυψη των αντιθέσεων και των αδυναμιών του συστήματος, δεν αποτελούν βήματα προς τον σοσιαλισμό αλλά, αντίθετα, μέτρα για την αποσόβησή του». H εθνικοσοσιαλιστική συνθηματολογία των πρώτων χρόνων δεν εξέφραζε μόνο τις ιδεολογικοπολιτικές απόψεις του Ανδρέα Παπανδρέου την εποχή εκείνη. Στις συζητήσεις μαζί του μου εξηγούσε ότι πρωταρχικός στόχος του ήταν η αφύπνιση των δημοκρατικών και πατριωτικών αντανακλαστικών του Ελληνικού Λαού, τα οποία είχαν καταπνιγεί από τις κυβερνήσεις της Δεξιάς και τη χούντα και την απροκάλυπτη παρέμβαση των ΗΠΑ στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας και στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Αναμφισβήτητα αυτή η στρατηγική ήταν σωστή και απέδωσε τους καρπούς της στις εκλογές του 1981. Μπορούμε ανεπιφύλακτα να καταγράψουμε ως ιστορικό πλέον γεγονός ότι αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εδραίωσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο Ανδρέας Παπανδρέου με την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση της ελληνικής κοινωνίας εδραίωσε την πολιτική σταθερότητα.


Επιμέλεια: Μιχάλης Σαρλής