“Εχω περάσει τα πάνδεινα”





Ο Μανώλης Λιδάκης ξεκίνησε ήσυχα. Δεν έκανε θόρυβο. Ηταν αρχές της δεκαετίας του ’80 και το ξεκίνημά του στο τραγούδι δειλό, μπερδεμένο, ασαφές. Μια κακή εκκίνηση τελικά δεν απεδείχθη αποφασιστική για το μέλλον του. Ο Λιδάκης βρήκε τον δρόμο του ύστερα από ψυχικές και πρακτικές ταλαιπωρίες, διεσώθη των σουξέ, επεβίωσε των διεκδικήσεων και κατάφερε, έχοντας ουσιαστικά χάσει ολόκληρη δεκαετία, να αναδειχθεί σε μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του τραγουδιού. Φωνή λαϊκή με χαρακτήρα έντεχνο, λιτή, με εκφραστικό πεδίο μεγάλο. Ο Λιδάκης, όταν κατάφερε με το ταλέντο του και τη συμπεριφορά του να διακριθεί από τον «σωρό», ακολούθησε μια πορεία επιλεκτική. Δεν υιοθέτησε την οδηγία που τον ήθελε τραγουδιστή καριέρας. Ακολούθησε το ένστικτό του ­ κυρίως την αγάπη του για το ποιοτικό τραγούδι ­ και αφέθηκε στη δίνη της δημιουργίας. Σεβάστηκε τους δημιουργούς, υπηρέτησε με πάθος αυτούς που δεν είναι πια στη ζωή (Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Μπαγιαντέρας κ.ά.) αλλά και αυτούς που έχουν τα ίδια με αυτόν όνειρα, τις ίδιες καλλιτεχνικές αγωνίες (Νικολόπουλος, Περίδης, Αλαγιάννη, Σπάθας κ.ά.). Ο Μανώλης Λιδάκης μόλις τελείωσε τις εμφανίσεις του στη Θεσσαλονίκη και ετοιμάζεται για τις αθηναϊκές στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο από τις 9 Μαρτίου και ως την Κυριακή των Βαΐων.



«Πήγαμε πολύ καλά στη Θεσσαλονίκη» λέει. «Δεν ξέραμε αν είναι Πέμπτη ή Σάββατο. Προσωπικά πρώτα μ’ ενδιαφέρει η αποδοχή του κόσμου και μετά τα υλικά μου οφέλη. Είχα και μια ευχάριστη έκπληξη στη Θεσσαλονίκη. Πέρασε ένα βράδυ ο Σωκράτης Μάλαμας και μου είπε τόσο καλά λόγια που ντρέπομαι να τα αναφέρω. Αρχίσαμε εκεί πέρα να ερωτοτροπούμε και να λέμε ο ένας στον άλλον πόσο αλληλοθαυμαζόμεθα κτλ. Κάτι αναμένεται να γίνει σίγουρα, γιατί είναι πλέον επιθυμία του Σωκράτη και εγώ δεν μπορώ να αρνηθώ μια τέτοια τιμή, όπως καταλαβαίνεις».


­ Πάντα με τον Μάλαμα είχες μια χημεία ιδιαίτερη.


«Ναι, αλλά δεν ήξερα ότι υπάρχει και από την πλευρά του. Νόμιζα ότι μόνο εγώ ήμουν θαυμαστής του, αλλά ευτυχώς έκανα λάθος».


­ Γιατί εμφανίζεσαι τόσο αραιά; Αυτή την επιλεκτική στάση σ’ την επιβάλλουν οι συνθήκες ή είναι στάση ζωής;


«Είναι, κατά κάποιον τρόπο, στάση ζωής. Δεν κάνω τίποτε άλλο στη ζωή από το να συμπεριφέρομαι ανάλογα με το πώς αισθάνομαι. Δηλαδή, οτιδήποτε κάνω είναι μέσα από την καρδιά μου και το κάνω γιατί έτσι πρέπει να γίνει πραγματικά και όχι γιατί μου το επιβάλλουν. Εξάλλου τη δουλειά μου ποτέ δεν την είδα για να βγάλω λεφτά. Την είδα πάντα σαν μια ωραία εκδρομή, σαν ένα ταξιδάκι αναψυχής. Ερχομαι σε επικοινωνία με τους ανθρώπους όποτε το νιώθω. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι πρέπει οπωσδήποτε να εμφανίζομαι κάθε ημέρα διότι διαφορετικά χάνονται χρήματα».


­ Εκτός από τα χρήματα που χάνονται, υπάρχει περίπτωση να χάνεται και το κοινό ενός καλλιτέχνη;


«Δεν νομίζω. Οι άνθρωποι σε αγαπάνε και σε εκτιμούν ανάλογα με το τι τους προσφέρεις. Αν αγαπάνε τα τραγούδια σου, αν νιώθουν ότι τους δίνεις αληθινά τραγούδια, δεν σε ξεχνάνε ποτέ. Απεναντίας μπορεί να σε ξεχάσουν όταν αισθανθούν ότι ζητάς να εκμεταλλευτείς όσο το δυνατόν περισσότερο τη σχέση σου μαζί τους».


­ Την ίδια πολιτική εφαρμόζεις και στους δίσκους. Υστερα από δύο χρόνια κυκλοφόρησες δίσκο με ζωντανές ηχογραφήσεις και τραγούδια σε δεύτερες εκτελέσεις. Είναι αποτέλεσμα έλλειψης ρεπερτορίου ή προσωπικής ματαιοδοξίας για μια δεύτερη καλύτερη ερμηνεία;


«Μια τέτοια δισκογραφική δουλειά δεν μπορεί να γίνει περισσότερο από μία ή το πολύ δύο φορές καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας μας. Ο δίσκος περιέχει εξαιρετικά τραγούδια που πραγματικά σου προκαλούν και την ανάλογη συναίσθηση ευθύνης. Οταν ερμήνευσα τραγούδια του Μπιθικώτση ή του Καζαντζίδη, σίγουρα έθεσα τον εαυτό μου σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα για το αν πρέπει να εκδοθούν ή όχι. Είναι κάποια πραγματικά καλά τραγούδια τα οποία σιγά σιγά χάνονται μέσα στον χρόνο. Θεώρησα σωστό να τα ερμηνεύσω πάνω απ’ όλα για μένα γιατί τα αγαπάω. Τώρα αν μπόρεσα να αντεπεξέλθω στις ερμηνευτικές απαιτήσεις π.χ. του τραγουδιού “Πού το πάνε το παιδί” του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου, ανθρώπων που έχουν σημαδέψει τη ζωή μας, θα το κρίνετε μάλλον εσείς».


­ Τελικά, πρόβλημα ρεπερτορίου έχεις αντιμετωπίσει;


«Είμαι πολύ ευτυχής και τυχερός γιατί έχω τόσο πολλές προτάσεις από αξιόλογους ανθρώπους του χώρου που δεν ξέρω τι να πρωτοτραγουδήσω. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ψάξω για ρεπερτόριο γιατί οι άνθρωποι πραγματικά θέλουν να τραγουδήσω τα τραγούδια τους και αυτό με τιμάει ιδιαίτερα. Αυτός ο διπλός δίσκος περιέχει ηχογραφημένες συναυλίες μου και τραγούδια που ερμήνευα όταν ήμουν πολύ νεαρός στην ένδοξη πορεία μου στα σκυλάδικα. Διότι δεν υπάρχει κανένας, σε πληροφορώ, που να μην πέρασε απ’ αυτούς τους χώρους, κανείς, μα κανείς».


­ Σήμερα με την απόσταση ψυχραιμίας τι νιώθεις γι’ αυτούς τους χώρους;


«Σίγουρα ήταν σχολείο. Μεγάλο σχολείο. Τον περισσότερο χρόνο τότε ­ ήμουν και μικρούλης, δεν ήξερα και πολλά τραγούδια ­ όλη τη νύχτα έκανα τον μουσικό. Οποιος κουραζόταν τον αντικαθιστούσα. Κουραζόταν ο μπασίστας, έπαιζα μπάσο. Κουραζόταν ο κιθαρίστας, έπαιζα κιθάρα. Κουραζόταν ο κρουστός, στα κρουστά ο Μανωλάκης, καταλαβαίνεις. Οπότε αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο για μένα πραγματικά, αρκεί να μη μείνουμε σ’ αυτό».


­ Ξεκίνησες τη δεκαετία του ’80, αλλά το μεγάλο άνοιγμα, η γενική αποδοχή, ήρθε τη δεκαετία του ’90. Θεωρείς ότι ήταν ο σωστός χρόνος ή ότι άργησες να πάρεις αυτό το κομμάτι που σου ανήκε από την αρχή;


«Δεν ξέρω πραγματικά να σου απαντήσω. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι καλές στιγμές μας δυστυχώς έρχονται όταν οι ίδιες το θέλουν. Δηλαδή, ό,τι και να κάνουμε, το καλό θα εμφανιστεί την κατάλληλη ώρα, πιστεύω. Απεναντίας το αρνητικό μπορεί να το επιδιώξουμε και να το φέρουμε στη ζωή μας από μόνοι μας».


­ Επέδειξες πάντως υπομονή θαυμαστή.


«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν πίστευα ότι θα φθάσω σε ένα τέτοιο σημείο να κάνω χρυσούς, πλατινένιους δίσκους, αν αυτό θεωρείται επιτυχία τέλος πάντων. Είχα πιστέψει για τον εαυτό μου ότι θα παραμείνω για πάντα ένας απλός μουσικός και ένας ερμηνευτής μετρίων δυνατοτήτων και μετριοτάτου βεληνεκούς. Τώρα, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω από το να ευχαριστήσω την τύχη μου, τον Θεό, τους γονείς μου και όλους τους ανθρώπους που πίστεψαν σε εμένα. Θα πω για πρώτη φορά ότι εγώ στον χώρο αυτό έχω υποστεί και έχω τραβήξει τα πάνδεινα. Να σου δώσω ένα απλό παράδειγμα: ο σημερινός πρωτοεμφανιζόμενος καλλιτέχνης σαφέστατα έχει και τη συμπαράσταση της δισκογραφικής του εταιρείας. Οταν ξεκίνησα εγώ, η δισκογραφική εταιρεία στην οποία ανήκα δεν ήθελε να προχωρήσω. Απλά τους ενδιέφερε να μην υπάρχω σε άλλη εταιρεία. Εχω υποστεί πάρα πολλά, τα οποία όμως δεν κατόρθωσαν να αγγίξουν την ψυχή μου. Δεν με ενοχλούν αυτοί οι οποίοι θέλουν να με βλάψουν και δεν με πειράζει ό,τι και να γράφουν ή ό,τι και να λένε για εμένα. Δεν με ενόχλησε ποτέ γιατί συνειδητοποίησα ότι στη ζωή αυτή έχω έρθει για να εκτεθώ και λιγάκι. Και στη δουλειά αυτή είμαστε όλοι εκτεθειμένοι. Οταν συνειδητοποιήσουμε αυτό το απλό πράγμα, τότε μας φαίνονται όλα πάρα πολύ φυσιολογικά».