Η διάσημη πιανίστρια Elisabeth Leonskaja συμπράττει αύριο στις 8.30 μ.μ. στο Μέγαρο Μουσικής με την Καμεράτα, παρουσιάζοντας το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 24, Κ. 491, του Μότσαρτ. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ακόμη τη Συμφωνία αρ. 88 του Χάιντν και τη Συμφωνία αρ. 4, έργο 60, του Μπετόβεν.


Η Leonskaja συγκαταλέγεται ασφαλώς ανάμεσα στους κορυφαίους σημερινούς εκπροσώπους της ρωσικής πιανιστικής σχολής, που είναι και η σημαντικότερη του κόσμου. Συνδυάζοντας σχεδόν απίστευτη δύναμη και αντοχή, με καλά ελεγχόμενο ήχο και λυρισμό και ολοκληρωμένη, συνολική αντίληψη των έργων που ερμηνεύει, η Leonskaja μπορεί να καθηλώσει το ακροατήριό της όσο λίγοι συνάδελφοί της. Μάλιστα, το Κοντσέρτο αρ. 24 του Μότσαρτ είναι ίσως και το πιο κατάλληλο από όσα έγραψε ο συνθέτης για να αναδείξει τις ποιότητες της Leonskaja, εξαιτίας του δραματικού χαρακτήρα του. Το έργο γράφτηκε τον Μάρτιο του 1786 στη Βιέννη. Ενα ακόμη δείγμα της μεγαλοφυΐας του Μότσαρτ είναι ότι το συνέθεσε παράλληλα με την όπερά του «Οι γάμοι του Φίγκαρο», η οποία βρίσκεται στον ψυχολογικό αντίποδα του Κοντσέρτου. Δεν είναι μόνο το κλίμα του έργου που παραπέμπει ευθέως στο ρομαντικό μέλλον της μουσικής, αλλά και η ίδια η ενορχήστρωσή του, η πλουσιότερη που χρησιμοποίησε ο Μότσαρτ σε κοντσέρτο. Το έργο επηρέασε ευθέως τον Μπετόβεν στη σύνθεση του δικού του Τρίτου Κοντσέρτου για πιάνο, το 1800.


Εξι χρόνια αργότερα, το 1806, ο Μπετόβεν δούλευε πάνω στην Πέμπτη Συμφωνία. Η προσφορά 350 φλορινιών από τον κόμη Franz von Oppersdorf για τη σύνθεση μιας νέας συμφωνίας, στο κλίμα της Δεύτερης, η οποία είχε ενθουσιάσει τον κόμη, ήταν η αιτία που ο Μπετόβεν άφησε προς στιγμήν την Πέμπτη Συμφωνία για να παρεμβάλει την Τέταρτη, πράγμα που έγινε πολύ εύκολα και γρήγορα, αφού δεν βρέθηκαν καθόλου σχέδια του έργου. Ο Μπετόβεν τήρησε την υποχρέωσή του και η Τέταρτη Συμφωνία βρίσκεται πράγματι στο ίδιο κλίμα με τη Δεύτερη, πράγμα που από ορισμένους θεωρήθηκε (άδικα) αδόκιμη επιστροφή του συνθέτη στο παρελθόν, αφού εν τω μεταξύ είχε συνθέσει την επαναστατική «Ηρωική». Πάντως, ο Νίτσε, είδε στην Τέταρτη Συμφωνία «ένα μείγμα Απόλλωνα και Διονύσου», θέλοντας να ερμηνεύσει τις ακραίες ανατροπές από τον ποιητικό λυρισμό στην ιλιγγιώδη ένταση, που κυριαρχούν στο έργο. Αυτές οι ανησυχίες, που φανερώνουν τη διαρκή πάλη του συνθέτη με τη φόρμα, ήταν ίσως και η αιτία που έκανε τον Μάλερ να ξεκινήσει τη δική του Πρώτη Συμφωνία με αναφορά στην Τέταρτη του Μπετόβεν. Την εποχή που ο Μπετόβεν ολοκλήρωνε την Τέταρτη Συμφωνία, τα στρατεύγματα του Ναπολέοντα είχαν σημειώσει τόσες επιτυχίες που ο φόβος είχε αρχίσει να κυριεύει τη Βιέννη. Ενα, μοναδικό, πολιτικό σχόλιο του Μπετόβεν έρχεται από εκείνες τις περιστάσεις: «Τι κρίμα να μην είμαι τόσο ειδικός στη στρατηγική όσο και στη μουσική. Γιατί αν ήμουν, θα βρισκόμουν εκεί έξω πολεμώντας».


Αν και συνέθεσε τη «Στρατιωτική Συμφωνία», ο Χάιντν, ο πατέρας της συμφωνικής φόρμας, δεν πρέπει να είχε τέτοιου είδους ανησυχίες. Πάντως, ακόμη και η χαρούμενη 88η Συμφωνία του, έχει ένα τέτοιο στρατιωτικό στοιχείο, που πηγάζει από τις τρομπέτες στο τέλος του δεύτερου μέρους της. Το δημοφιλέστατο αυτό έργο είναι σύμφωνα με τον C. Robbins Landon, τον κορυφαίο μελετητή του έργου του Χάιντν, «ένα εμπνευσμένο έργο από την αρχή ως το τέλος, που περιέχει κάθε αντιστικτική, μελωδική και οργανική δυνατότητα που κατείχε ο Χάιντν». Η 88η Συμφωνία έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, κάτι σαν απόηχο από την ομάδα των συμφωνιών του Παρισιού που τις ακολουθεί χρονικά, με τις οποίες ο Χάιντν προσπάθησε να γοητεύσει το παρισινό κοινό.