Η Rihanna ντυμένη Πάπισσα – με βαρύτιμο, κεντημένο στο χέρι φόρεμα, πανωφόρι και headpiece του Τζον Γκαλιάνο για τον οίκο Maison Margiela το 2018.

Ο Μπίλι Πόρτερ να κάνει είσοδο το 2019 με ολόχρυση δημιουργία The Blonds ως (κάτι σαν) Φαραώ, μεταφερόμενος επάνω σε ανάκλιντρο από έξι ημίγυμνους μυώδεις άνδρες.

Η Lady Gaga, την ίδια ακριβώς χρονιά, να αλλάζει τέσσερα διαφορετικά στυλιστικά «δέρματα» με την υπογραφή του Μπράντον Μάξγουελ σε κοινή θέα, παραδίδοντας μία σχεδόν 17λεπτη, μέχρι κεραίας χορογραφημένη performance στο κόκκινο χαλί.

Η Κιμ Καρντάσιαν να ασφυκτιά – κυριολεκτικά – είτε μέσα στον αδιανόητα στενό, wet-look κορσέ του Τιερί Μιγκλέρ, που απαιτούσε ειδικά μαθήματα αναπνοής και της απαγόρευε να καθίσει, είτε παλεύοντας να κουμπώσει το ιστορικό, αυθεντικό «Happy Birthday Mr President» φόρεμα της Μέριλιν Μονρόε το 2022.

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις εικόνες που θα συναντήσει κανείς εξετάζοντας τις στρώσεις του ιλουστρασιόν παλίμψηστου της μόδας, της ποπ κουλτούρας και βέβαια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας: του Met Gala.

Κάθε πρώτη Δευτέρα του Μαΐου τα μνημειώδη σκαλιά του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης (The Met χάριν συντομίας) γίνονται οι γεωγραφικές συντεταγμένες του πλέον ινσταγκραμικού και πολυφωτογραφημένου σημείου επί Γης. Για μερικές ώρες, η 5η Λεωφόρος αποκλείεται πλήρως.

Η αληθινή ζωή μοιάζει να μπαίνει σε επιβεβλημένη παύση, τα φλας των φωτογράφων αστράφτουν και βροντούν και τα πεζοδρόμια του Upper East Side καταλαµβάνονται από στρατιές διασήµων (κάποιοι από αυτούς βάζεις στοίχηµα πως περπατούν για πρώτη φορά στη ζωή τους στον δρόµο) που, φορώντας, κατά το κοινώς λεγόµενο, την Αρτα και τα Γιάννενα, προσέρχονται µε θρησκευτική ευλάβεια και συνέπεια στο ετήσιο προσκύνηµά τους.

Η ανατομία του φετινού Met Gala

Είναι η βραδιά που η μόδα αρνείται κατηγορηματικά και βροντόφωνα να συμπεριφερθεί ως μια απλή βιομηχανία παραγωγής ενδυμάτων προορισμένη απλώς και μόνο για να σκεπάζει την ανθρώπινη γύμνια. Αντιθέτως, διεκδικεί και – μέχρι σήμερα – κερδίζει τον ρόλο του απόλυτου ρυθμιστή της παγκόσμιας αισθητικής.

Πρόκειται για μια περίκλειστη, πριβέ γιορτή, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα λίγων, εκλεκτών και – εξοργιστικά, για κάποιους – υπερπλούσιων συνδαιτυμόνων, η οποία όμως καταναλώνεται με βουλιμία από δισεκατομμύρια μάτια, που ενδεχομένως ούτε καν γνωρίζουν κατά πού πέφτει το Μητροπολιτικό Μουσείο, μέσα από τις οθόνες των κινητών τους.

Η φετινή λαοσύναξη θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 4 Μαΐου και, όπως κάθε χρόνο, θα περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της έκθεσης που φιλοξενείται στο μουσείο με τίτλο και θέμα «Costume Art». Είναι μία, αν μη τι άλλο, φιλόδοξη απόπειρα να τοποθετηθούν το νόημα και η αξία του ενδύματος πλάι σε 5.000 χρόνια εικαστικής ιστορίας.

Ο Αντριου Μπόλτον ή αλλιώς ο επικεφαλής επιμελητής του Anna Wintour Costume Center (πάλαι ποτέ Costume Institute), που έχει την ικανότητα να μετατρέπει το ύφασμα σε μουσειακό blockbuster, έχει οργανώσει το αφήγημα αυστηρά γύρω από το ανθρώπινο σώμα. Το κοινό θα έρθει αντιμέτωπο με το κλασικό ιδεώδες των αρχαιοελληνικών γλυπτών, το εγκυμονούν ή το γηράσκον σώμα, καθώς και το σώμα που ιστορικά έχει περιθωριοποιηθεί από τα εκάστοτε αυστηρά πρότυπα ομορφιάς.

Το dress code που έλαβαν οι καλεσμένοι του ετήσιου δείπνου, το λιτό αλλά απόλυτο «Fashion is Art», λειτουργεί επί της ουσίας ως ρητή εντολή – ναι, σαν να την παρέδωσε στον Μωυσή ο άγνωστος θεός των ντεφιλέ: φέρτε αρχιτεκτονική, φέρτε γλυπτική, φέρτε οτιδήποτε εκτός από ένα ασφαλές, βαρετό βραδινό φόρεμα που θα τέρψει μεν, αλλά δεν θα «γκρεμίσει» το Instagram.

Οι σχεδιαστές των ιστορικών οίκων μόδας καλούνται, με άλλα λόγια, να στήσουν ζωντανά εκθέματα επάνω στα κορμιά των σταρ, καταργώντας οριστικά τη γραμμή μεταξύ ενδύματος και performance art. Τι να περιμένουμε; Εμφανίσεις που θα συνομιλούν ανοιχτά με τον κυβισμό, τον σουρεαλισμό, ίσως και ρούχα που θα λειτουργούν ως οπτικές ψευδαισθήσεις, προσφέροντας γενναιόδωρο μεροκάματο στους παπαράτσι.

Στο πλευρό της Αννα Γουίντουρ, η οποία από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 θητεύει ως επικεφαλής του θεσμού που φέρει πλέον με χρυσά γράμματα το όνομά της και είναι εκείνη που έκανε το Met Gala αυτό το οποίο γνωρίζουμε σήμερα, θα βρεθούν τρεις συμπρόεδροι: η Νικόλ Κίντμαν ως εκπρόσωπος της κλασικής χολιγουντιανής αριστοκρατίας, η Βίνους Γουίλιαμς, γεφυρώνοντας τον σκληρό κόσμο του πρωταθλητισμού με την υψηλή ραπτική, και η Beyoncé.

Το τελευταίο όνομα αποτελεί από μόνο του είδηση. Η επιστροφή της στα σκαλιά του Met έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια απουσίας αρκεί για να εξηγήσει γιατί η φετινή βραδιά έχει εδώ και καιρό εξάψει το ενδιαφέρον όλων των φυλών celebrity watchers. Εκείνων που ακόμα ορκίζονται στο διάφανο Givenchy φόρεμά της του 2015, το οποίο ουσιαστικά επαναπροσδιόρισε τους κανόνες του «γυμνού» στο κόκκινο χαλί, δημιουργώντας μια τάση που επιβιώνει έως σήμερα.

Το ίδιο, αν όχι περισσότερο, ενδιαφέρον είναι και το παρασκήνιο της διοργάνωσης του φετινού δείπνου. Επίτιμοι πρόεδροι και μεγάλοι χορηγοί της λαμπερής βραδιάς ανέλαβαν ο Τζεφ Μπέζος και η σύζυγός του Λόρεν Σάντσεζ.

Η συμμετοχή τους δεν είναι τυχαία ή συμπτωματική. Από το αενάως διαστελλόμενο βιος του ιδρυτή της Amazon χρηματοδοτείται η διοργάνωση της έκθεσης «Costume Art» (που θα διαρκέσει έως τις 10 Ιανουαρίου του 2027), με την οποία θα εγκαινιαστούν οι νέες Condé M. Nast Galleries – ένας υπερσύγχρονος χώρος 1.100 και πλέον τετραγωνικών μέτρων.

Η είσοδος του απόλυτου τεχνολογικού κεφαλαίου στα άδυτα της υψηλής ραπτικής δεν πέρασε φυσικά στα ψιλά – άλλωστε ο Μπέζος και η συμβία του έχουν έναν μάλλον αμίμητο τρόπο να εκμαιεύουν έντονες αντιδράσεις από τους ανθρώπους.

Εργατικά συνδικάτα και ακτιβιστές έχουν ήδη τοιχοκολλήσει αφίσες στο Μανχάταν ζητώντας να γίνει μποϊκοτάζ στο φετινό γκαλά, υπενθυμίζοντας τις σκληρές εργασιακές πρακτικές στις αποθήκες της Amazon. Ναι, σαν να λέμε business as usual. Ειδικά σε μια εποχή που το Met Gala καθρεφτίζει και αντιπροσωπεύει την ισχύ, την επιδραστικότητα, το χρήμα, την εξουσία. Οτιδήποτε άλλο, δηλαδή, πλην της μόδας.

Το Studio 54 στο Μητροπολιτικό Μουσείο

Το Met Gala γεννήθηκε το 1948 ως μια άκρως ορθολογική, πρακτική ιδέα της Ελενορ Λάμπερτ – της θρυλικής δημοσιογράφου και υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων, η οποία έψαχνε διακαώς πόρους για να σώσει το νεοσύστατο τότε Costume Institute του Met. Για να καταλάβει κανείς πόσο αγνά και αθώα ήταν εκείνα τα χρόνια, φθάνει να γνωρίζει ότι το εισιτήριο για το δείπνο κόστιζε μόλις 50 δολάρια.

Η εκδήλωση δεν διεξαγόταν στο μουσείο, αλλά λάμβανε χώρα σε αίθουσες του ξενοδοχείου Waldorf Astoria, στο Rainbow Room του Rockefeller Center ή κάτω από μεγάλες τέντες στο Central Park.

Οσο για το κοινό του; Αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από κυρίες της νεοϋορκέζικης υψηλής κοινωνίας, συζύγους βιομηχάνων και βαθύπλουτες κληρονόμους. Ολες εκείνες που εμφανίζονταν με στολή εργασίας βαρείς ταφτάδες και λευκά γάντια μέχρι τον αγκώνα και έβρισκαν μια πρώτης τάξεως αφορμή για να βγάλουν από τη ναφθαλίνη τα πανάκριβα, λαμπερά κοσμήματα της οικογενειακής συλλογής τους.

Ναι, ήταν ένα φιλανθρωπικό δείπνο κόσμιο, ελιτίστικο και, αν το κρίνουμε με τα σημερινά ανελέητα κριτήρια του θεάματος, εξαιρετικά μονότονο και αδιάφορο.

Η στιγμή που άλλαξε διά παντός το DNA της βραδιάς ήρθε τη δεκαετία του ’70, όταν ανέλαβε χρέη ειδικής συμβούλου της εκδήλωσης η Νταϊάνα Βρίλαντ. Εχοντας αποχωρήσει από τη διεύθυνση της αμερικανικής «Vogue», βρήκε στο Met τον τέλειο, λευκό καμβά για να αποτυπώσει την ανεξάντλητη θεατρικότητά της.

Εκείνη εισήγαγε τις μεγάλες, εννοιολογικές θεματικές εκθέσεις (από τη ρωσική αυτοκρατορία μέχρι την ιστορία του Χόλιγουντ) και εκείνη ήταν που άνοιξε διάπλατα τις βαριές πόρτες σε ανθρώπους που η παλιά, συντηρητική ελίτ του Upper East Side σνόμπαρε επιδεικτικά: καλλιτέχνες της ποπ αρτ, ροκ σταρ, μανεκέν και θαμώνες του Studio 54.

Σύμφωνα με τη μυθολογία που (δικαίως) περιβάλλει το όνομά της, η Βρίλαντ έφθανε στο σημείο να διοχετεύει λίτρα ακριβών γαλλικών αρωμάτων στους αεραγωγούς του μουσείου κατά τη διάρκεια του δείπνου και να παίζει μουσική στη διαπασών μέσα στις σκοτεινές αίθουσες των εκθέσεων για να εξάψει τις αισθήσεις των επισκεπτών.

Ηταν μια εποχή κοσμογονίας για το μουσείο. Ξαφνικά, στους αποστειρωμένους διαδρόμους ο Αντι Γουόρχολ συναναστρεφόταν την Τζάκι Ωνάση και η Cher, µε τις ηµίγυµνες, γεµάτες φτερά δηµιουργίες του Μποµπ Μάκι, πόζαρε χαµογελαστή δίπλα σε στιβαρούς και αγέλαστους γερουσιαστές.Το Met Gala είχε μόλις βρει τον σύγχρονο, ηδονιστικό, καθαρόαιμα ποπ εαυτό του.

Η παντοκρατορία της Γουίντουρ ή όταν το πάρτι έγινε επιστήμη

Αν η Βρίλαντ έφερε αυτό που κάποιοι έχουν περιγράψει ως πολύχρωμο χάος, καθώς και την αδιαμφισβήτητη λάμψη στον θεσμό, η Γουίντουρ προσέδωσε στην εκδήλωση τα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος με οικουμενική επιρροή. Από το 1995 η σιδηρά κυρία της «Vogue» μετέτρεψε το Met Gala σε μια ακαταπόνητη μηχανή παραγωγής εξουσίας, διπλωματίας και χρήματος. Και όπως εύλογα μπορεί να εικάσει κανείς, έως και σήμερα ακόμα και η πιο μικρή και επουσιώδης λεπτομέρεια δεν ξεφεύγει από το ραντάρ της.

Η διαδικασία της προετοιμασίας του ετήσιου δείπνου της διοργάνωσης θυμίζει στρατιωτική επιχείρηση – ίσως μάλιστα λίγο πιο μεθοδικά στημένη από την πρόσφατη επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν. Μήνες πριν από την εκδήλωση, η Γουίντουρ ξεκινά να δέχεται στο γραφείο της εκπροσώπους των μεγαλύτερων οίκων μόδας. Εκείνοι παρουσιάζουν σκίτσα, πολύπλοκα moodboards και δείγματα υφασμάτων για τους καλεσμένους τους.

Η Γουίντουρ εγκρίνει, επιβάλλει τροποποιήσεις ή απορρίπτει επιλογές με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης ή δεύτερης συζήτησης. Ο στόχος είναι διπλός: να μην υπάρξουν στυλιστικές επαναλήψεις στο κόκκινο χαλί και βέβαια να υπηρετηθεί το θέμα της έκθεσης με απόλυτη συνέπεια.

Το seating plan στον χώρο του δείπνου – το επιβλητικό Temple of Dendur με τον αυθεντικό αιγυπτιακό ναό – είναι επίσης από μόνο του μια άσκηση ισορροπιών. Η χωροταξία των σχεδόν 400 καλεσμένων παραπέμπει ξεκάθαρα σε γεωπολιτική διαπραγμάτευση. Ενας ανερχόμενος ράπερ τοποθετείται δίπλα σε έναν συντηρητικό γερουσιαστή. Ενας CEO τεχνολογικού κολοσσού κάθεται ακριβώς απέναντι από μια βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιό.

Κανείς, ποτέ, δεν βρίσκεται τυχαία δίπλα σε κανέναν. Οι συζητήσεις που γεννιούνται πάνω από τα κρυστάλλινα ποτήρια σε αυτά τα τραπέζια κυοφορούν εξώφυλλα, διαφημιστικές καμπάνιες εκατομμυρίων, ακόμα και επιχειρηματικές εξαγορές.

Ευθέως ανάλογα του βεληνεκούς των προσκεκλημένων είναι και τα οικονομικά μεγέθη της βραδιάς. Το μεμονωμένο εισιτήριο κοστίζει σήμερα 75.000 δολάρια, ενώ ένα ολόκληρο τραπέζι για 10 αγγίζει τα 350.000 δολάρια. Αυτές οι ροτόντες αγοράζονται κυρίως από οίκους μόδας, τεχνολογικά brands και πλατφόρμες, που με τη σειρά τους προσκαλούν διασημότητες να καθίσουν μαζί τους ως ζωντανές «μούσες».

Τα χρήματα, ωστόσο, δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την παρουσία στο πιο περιζήτητο δείπνο του χρόνου. Αν η Αννα Γουίντουρ κρίνει ότι το όνομα κάποιου δεν διαθέτει το απαραίτητο πολιτισμικό εκτόπισμα τη δεδομένη χρονική στιγμή, η πόρτα παραμένει κλειστή. Ακόμα και οι σύζυγοι μεγάλων σταρ περνούν από αυστηρή διαδικασία έγκρισης. Στο Met Gala η παρουσία δεν εξαγοράζεται. Κερδίζεται με κόπο, ιδρώτα και επιδραστικότητα.

Τα logistics της ματαιοδοξίας

Η τελειομανία της Γουίντουρ εκτείνεται ακόμα και σε πεδία που μοιάζουν ασήμαντα. Για παράδειγμα, το σκόρδο, το κρεμμύδι και ο μαϊντανός είναι εξοστρακισμένα από το μενού που δημιουργούν βραβευμένοι σεφ ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες οσμές αλλά και ατυχήματα στις απαστράπτουσες οδοντοστοιχίες των καλεσμένων μπροστά στους φωτογράφους.

Επίσης, οι selfies εντός της αίθουσας απαγορεύονται διά ροπάλου. Είναι ένας κανόνας που όλοι θυμόμαστε να σπάει αναιδώς με τη διαβόητη ομαδική φωτογραφία της η Κάιλι Τζένερ μέσα στις τουαλέτες του μουσείου.

Πάντως, αν και σε κάποιους η πολιτική της Γουίντουρ μπορεί να μοιάζει σκληρή ή αταίριαστη με ένα κοσμικό, στο τέλος της ημέρας, γεγονός, επιφέρει αποτελέσματα. Απτά και μετρήσιμα. Στα χρόνια της ως επικεφαλής έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που έχει καταστήσει το Costume Institute/Anna Wintour Costume Center το μοναδικό ίσως τμήμα μουσείου παγκοσμίως που αυτοχρηματοδοτείται με τέτοια επιθετική πολιτική.

Εφάμιλλο της φαραωνικών διαστάσεων προετοιμασίας για την ετήσια λαοσύναξη είναι και το styling των προσκεκλημένων, δημιουργώντας μια παράλληλη βαριά βιομηχανία. Τα δωμάτια πολυτελών ξενοδοχείων, όπως το θρυλικό The Carlyle ή το The Mark –, τα οποία βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από το μουσείο, κλείνονται μήνες νωρίτερα.

Εκεί, σμήνη από ράφτες, κομμωτές, make-up artists και στυλίστες εργάζονται πυρετωδώς για ώρες. Επειδή τα ρούχα είναι συχνά εξωφρενικά ογκώδη, εξαιρετικά εύθραυστα ή ασφυκτικά στενά – πολλά ράβονται κυριολεκτικά επάνω στο σώμα του καλεσμένου το τελευταίο ημίωρο πριν από την αναχώρηση –, οι κλασικές λιμουζίνες έχουν αντικατασταθεί πλήρως από ειδικά διαμορφωμένα βαν.

Πολλοί σταρ αναγκάζονται να κάνουν τη διαδρομή όρθιοι, κρατώντας ειδικούς ιμάντες από την οροφή των αυτοκινήτων, καθώς τους είναι πρακτικά αδύνατο να λυγίσουν το σώμα τους για να καθίσουν. Πρώτη και καλύτερη η Κιμ Καρντάσιαν, που τα τελευταία χρόνια έχει πιάσει το δικό της στασίδι στο πάρτι της χρονιάς.

Η κάθοδος των μυρίων (influencers)

Για πολλά χρόνια, η Αννα Γουίντουρ αναμετριόταν με ένα κρίσιμο ερώτημα που η ίδια η βιομηχανία της μόδας αδυνατούσε να απαντήσει πειστικά: ανήκουν οι influencers στο Met Gala; Αρχικά, η προσέγγισή της ήταν διστακτική. Τους έδωσε την άδεια να περπατούν στο κόκκινο χαλί και να παράγουν σοσιαλμιντιακό virality, όμως δεν τους επέτρεπε την είσοδο στο επίσημο δείπνο.

Αργότερα, καθώς τα views στο TikTok και το Instagram άρχισαν να ξεπερνούν κατά πολύ τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, οι ψηφιακοί δημιουργοί – ο Θεός να τους κάνει – βρέθηκαν μέσα σε μία νύχτα από το καθαρτήριο στον παράδεισο. Η απόφαση να προσκαλούνται ως συνδαιτυμόνες πρόσωπα όπως η Ντίξι Ντ’ Αμέλιο ή η NikkieTutorials δεν υλοποιήθηκε χωρίς αντιδράσεις. Στο παρασκήνιο, κάποιοι παραδοσιακοί A-listers απείλησαν ανοιχτά ότι δεν θα παρευρεθούν ξανά στο Met Gala εάν η τάση της εξίσωσής τους με τους αστέρες του Internet συνεχιζόταν.

Το 2024, το εκκρεμές βρήκε μια καινούργια ισορροπία: το TikTok ανέλαβε τη χρυσή χορηγία της έκθεσης, ο CEO της εταιρείας κάθισε στο κεντρικό τραπέζι του δείπνου, αλλά οι ίδιοι οι δημιουργοί της πλατφόρμας περιορίστηκαν σε ρόλους κάλυψης και φιλοξενίας στο κόκκινο χαλί. Ηταν χρήσιμοι και  απαραίτητοι για το engagement, αλλά αόρατοι εντός της κεντρικής αίθουσας.

Ακτιβισµός στο κόκκινο χαλί

Υπάρχουν βεβαίως και πιο σοβαροί λόγοι για τους οποίους το Met Gala διχάζει και προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις τα τελευταία χρόνια. Μόνο λίγοι δεν είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ένα κενό νοήματος σουλάτσο ματαιοδοξίας και επίδειξης πλούτου σε έναν κόσμο που υποφέρει από τις ανισότητες.

Μία από τις κορυφαίες στιγμές της ταξικής αυτής έντασης καταγράφηκε το 2021. Τότε η βουλευτής των Δημοκρατικών Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ ανέβηκε τα σκαλιά του Met φορώντας ένα ολόλευκο εφαρμοστό φόρεμα του οίκου Brother Vellies. Στο πίσω μέρος του, γραμμένο με τεράστια κόκκινα γράμματα που θύμιζαν μπογιά σε πανό διαδήλωσης, δέσποζε το σύνθημα «Tax the Rich».

Η εικόνα της έγινε viral μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν η αναμενόμενη για έναν διχασμένο κόσμο. Ενα μέρος του κοινού την αποθέωσε για την τόλμη της να φέρει ένα τόσο ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα μέσα στο πιο ελιτίστικο δείπνο του πλανήτη. Αλλοι την κατηγόρησαν ευθέως για υποκρισία: πώς μπορείς να διαμαρτύρεσαι για τον πλούτο όταν βρίσκεσαι στο ίδιο δωμάτιο με αυτούς που λες ότι πρέπει να φορολογηθούν, φορώντας ένα πανάκριβο custom made ρούχο;

Η κριτικός μόδας των «New York Times» Βανέσα Φρίντμαν έγραψε με ψυχραιμία ότι πρόκειται για κάτι «περίπλοκο». Με λίγα λόγια: ήταν ακριβώς η σωστή, αντιφατική αντίδραση που τρέφει τον μύθο του Met Gala.

Πάντως, τέσσερα χρόνια αργότερα, η Επιτροπή Ηθικής της Βουλής των Αντιπροσώπων διαπίστωσε ότι η Οκάσιο-Κορτέζ δεν είχε καταβάλει το ανάλογο τίμημα για την ενοικίαση του φορέματος, τα αξεσουάρ και το styling εκείνης της βραδιάς, ενώ είχε δεχθεί δωρεάν είσοδο για την ίδια και για τον σύντροφό της. Το αποτέλεσμα ήταν να κληθεί να καταβάλει το επιπλέον ποσό των 3.000 δολαρίων.

Η ιστορία επαναλήφθηκε το 2024. Η influencer Haleyy Baylee, που είχε προσληφθεί ως οικοδέσποινα για τις συνεντεύξεις πριν από την εκδήλωση – και εννοείται πως δεν ήταν προσκεκλημένη στο δείπνο – ανήρτησε ένα φαινομενικά αθώο βίντεο από τον δρόμο έξω από το μουσείο.

Φορούσε μια ογκώδη τουαλέτα και έκανε lip sync σε ένα δημοφιλές ηχητικό meme του TikTok με τη φράση «Let them eat cake» (Ας φάνε παντεσπάνι). Ηθελε απλώς να αναφερθεί σε ένα viral trend εμπνευσμένο από την ταινία «Μαρία Αντουανέτα».

Το υποτιθέμενο αστείο της πήρε ανεξέλεγκτη διάσταση και την ανέδειξε σε (αρνητικό) πρόσωπο της βραδιάς. Το hashtag #letthemeatcake κατέκλυσε τα social media λειτουργώντας ως ψηφιακή σηµαία διαµαρτυρίας των τιµητών του Met Gala και παράλληλα ξεκίνησε και το µαζικό unfollow σε λογαριασµούς διασηµοτήτων – ναι, κάτι σαν ψηφιακή γκιλοτίνα.

Τα δύο περιστατικά, αν και έλαβαν χώρα με τη μεσολάβηση τριών ετών, λένε ακριβώς την ίδια ιστορία: το Met Gala έχει γίνει τόσο φορτισμένο σημειολογικά που πλέον δεν χρειάζεται να κάνεις ή να πεις κάτι ακραίο για να βρεθείς στο επίκεντρο της κοινωνικής κριτικής. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο, ο πιο ηχηρός, ο πιο σκληρός σχολιασμός δεν έρχεται από τα τραπέζια των καλεσμένων ή από τους επαΐοντες της μόδας, αλλά από το απέναντι ψηφιακό πεζοδρόμιο.