Τα τελευταία χρόνια ο Σουάν Αρλό είναι ένας από τους πλέον πολυάσχολους ηθοποιούς της Γαλλίας. Τον γνωρίσαµε καλύτερα µέσα από τον ρόλο του δικηγόρου της κεντρικής ηρωίδας (Σάντρα Χούλερ) στην «Ανατοµία µιας πτώσης» (Anatomie d’une Chute, 2023) της Ζιστίν Τριέ – η ταινία απέσπασε Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών, Οσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου και ο ίδιος Βραβείο Σεζάρ β’ ανδρικού ρόλου.

Μέσα στην επόμενη τριετία συμμετείχε σε αρκετά φιλμ – μεταξύ των οποίων και το «Arco», που φέτος ήταν υποψήφιο για Οσκαρ Κινουμένων Σχεδίων – καθώς και σε μια επιτυχημένη ιστορική-δραματική σειρά του HBO Max με τίτλο «The Seduction» («Merteuil» στη Γαλλία, 2025).

Η πρόσφατη ταινία και ο ρόλος

Στον «Αγνωστο της Μεγάλης Αψίδας» (L’Inconnu de la Grande Arche – προβάλλεται ήδη σε διανοµή της One from the Heart) του Στεφάν Ντεµουστιέ – ο ίδιος έγραψε και το σενάριο της ταινίας διασκευάζοντας το βιβλίο της Λοράνς Κοσέ «La Grande Arche» – ο Σουάν Αρλό υποδύεται τον γάλλο αρχιτέκτονα Πολ Αντρέ (κερδίζοντας υποψηφιότητα για Σεζάρ β’ ανδρικού ρόλου), ο οποίος τη δεκαετία του 1980 συμμετείχε στην υλοποίηση ενός φιλόδοξου οράματος του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν (Μισέλ Φο): τη δημιουργία της Μεγάλης Αψίδας της Ντεφάνς, η οποία θα τοποθετούνταν στην ίδια γραμμή με το Λούβρο και την Αψίδα του Θριάμβου.

Τον διαγωνισμό για την ανάληψη του έργου κερδίζει ένας άγνωστος και σχετικά άπειρος δανός αρχιτέκτονας, ο Γιόχαν Οτο φον Σπρέκελσεν (Κλάες Μπανγκ). Μέσα σε ένα βράδυ φθάνει στο Παρίσι και μπαίνει στο τιμόνι αυτού του φαραωνικού σχεδίου. Ενώ σκοπεύει να κατασκευάσει τη Μεγάλη Αψίδα ακριβώς όπως την οραματίστηκε, οι ιδέες του γρήγορα έρχονται αντιμέτωπες με τους ρεαλιστικούς περιορισμούς και τον πολιτικό πραγματισμό.

«Πώς υποδύεται κανείς έναν αρχιτέκτονα;» είναι η πρώτη ερώτηση που θέτω στον Σουάν Αρλό στη συνάντησή μας, που έλαβε χώρα στο Παρίσι κατά τη διάρκεια του τελευταίου φεστιβάλ της Unifrance (οργανισμού που προωθεί τον γαλλικό κινηματογράφο παγκοσμίως) όπου συμμετείχε ο «Αγνωστος της Μεγάλης Αψίδας». «Δεν τον υποδύεσαι» απάντησε αμέσως. «Ο ρόλος ενός αρχιτέκτονα είναι εντελώς αφηρημένος.

Αν, για παράδειγμα, πρέπει να υποδυθείς έναν σερβιτόρο, έχεις πράγματα να κάνεις (σ.σ.: χρησιμοποιεί παραστατικά τα χέρια του πιάνοντας τα φλιτζάνια του καφέ μπροστά του), αν πρέπει να υποδυθείς έναν αγρότη, το ίδιο. Με τον αρχιτέκτονα τι μπορείς να κάνεις με τα χέρια σου πέρα από το να σχεδιάσεις; Ολα, λοιπόν, βρίσκονται αναγκαστικά στο μυαλό σου». Ο ίδιος δεν έκανε καν έρευνα για να προσεγγίσει τον ήρωά του στην ταινία.

Ο Στεφάν Ντεμουστιέ τού έδωσε ένα βιβλίο του Πολ Αντρέ, ενώ μαζί επισκέφθηκαν μια έκθεση αρχιτεκτονικής όπου ο ηθοποιός πρόσεξε την ευαισθησία στις «πολύ οργανικές» γραμμές των σχεδίων. Επίσης, έχοντας φοιτήσει σε Σχολή Καλών Τεχνών, είχε μια ιδέα για το πώς να σχεδιάσει έναν χώρο. «Από εκεί ξεκίνησα την προσέγγισή µου στον ήρωα» επισηµαίνει.

Από τη Σχολή Καλών Τεχνών στο σινεμά

Γεννημένος το 1981 στο Φοντενέ-Ο-Ροζ της περιοχής Ιλ Ντε Φρανς, ο Σουάν Αρλό είναι γόνος καλλιτεχνικής οικογένειας. Γονείς του είναι η Τατιανά Βιάλ, casting director και ηθοποιός, και ο Γιαν Αρλό, σχεδιαστής παραγωγής και σκηνογράφος ταινιών όπως το «Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών» (Police, 1985) του Μορίς Πιαλά και «Ο θρύλος του Μάικλ Κόλχαας» (Michael Kohlhaas, 2013) του Αρνό ντε Παγέρ. Παππούς του 45χρονου ηθοποιού από την πλευρά του πατέρα του ήταν ο Ροντόλφ-Μορίς Αρλό, σεναριογράφος αρκετών ταινιών με ήρωα τον επιθεωρητή Μεγκρέ (Ζαν Γκαμπέν) του συγγραφέα Ζορζ Σιμενόν.

Στη δεκαετία του 1990 οι γονείς του Αρλό χώρισαν και η μητέρα του παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Μπρουνό Νουιτέν. «Ημουν περιτριγυρισμένος διαρκώς από καλλιτέχνες, ήταν φυσικό να επηρεαστώ από αυτό το περιβάλλον» λέει ο ίδιος. «Ομως κανένας δεν με ώθησε προς την τέχνη. Ηταν μια απόφαση δική μου και βρήκα την υποστήριξη που χρειαζόμουν» ξεκαθαρίζει.

O Αρλό στην πραγματικότητα μπήκε στον κινηματογράφο από παιδί. Στη «Jeux d’Artifices» (1987), την πρώτη ταινία στην οποία εμφανίστηκε, ήταν μόλις 6 ετών. Στα 11 έπαιξε στη «La Révolte des Enfants» (1992) και επανήλθε ως επαγγελματίας ηθοποιός πλέον το 2005 με το δράμα «Les Âmes Grises».

Μέχρι σήμερα έχει κάνει περισσότερες από 90 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ανάμεσα στις πιο γνωστές του είναι οι ταινίες «Τη νύχτα που χάθηκαν τα αστέρια» (La Rafle, 2010) της Ροζ Μπος με τον Ζαν Ρενό, «Ο άνθρωπος που γελά» (L’Homme qui Rit, 2012) του Ζαν-Πιερ Αμερίς με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ, «Ο θρύλος του Μάικλ Κόλχαας» (Michael Kohlhaas, 2013) του Αρνό ντε Παγέρ με τον Μαντς Μίκελσεν και «Θέλημα Θεού» (Grâce à Dieu, 2018) του Φρανσουά Οζόν με τον Μελβίλ Πουπό.

«Εκείνο που έχω συνειδητοποιήσει με το πέρασμα των ετών στη δουλειά αυτή είναι ότι πριν από 40 χρόνια οι άνθρωποι ρίσκαραν. Επένδυαν χρήματα σε κάτι επειδή το πίστευαν – το βλέπει κανείς ακόμα και σε φιλμ που αναφέρονται σε εκείνες τις εποχές, όπως το “Nouvelle Vague” του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είχε την απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει επειδή οι γύρω του πίστευαν στο όραμά του, χωρίς να ξέρουν εκ των προτέρων το αποτέλεσμα. Αντιθέτως, σήμερα τα πάντα είναι “χρήμα”. Χρήμα, χρήμα, χρήμα. Και πλέον οι επενδύσεις δεν είναι ιδιωτικές. Oλα τα χρήματα έρχονται από την τηλεόραση, από πολυεθνικές ή από οργανισμούς, ενώ η μόνη έγνοια είναι “πώς θα πάρω πίσω τα λεφτά μου με κάποιο κέρδος”. Το χρήμα έχει πλέον “φάει” τα πάντα. Ακόμα και στη Γαλλία, μια χώρα που ανέκαθεν υποστήριζε τον κινηματογράφο της, ο κίνδυνος να μη συμβαίνει πλέον αυτό είναι υπαρκτός».

Προτού αρχίσει να ασχολείται επαγγελματικά με την ηθοποιία, ο Σουάν Αρλό σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και αν κάτι έμαθε εκεί είναι «η σχέση μου με το αόρατο», όπως λέει. «Αυτή η σχέση με έχει βοηθήσει περισσότερο από καθετί στη δουλειά του ηθοποιού. Στη σχολή είχαμε έναν υπέροχο δάσκαλο που μας έμαθε πώς να χειριζόμαστε το αόρατο» (σ.σ.: αρχίζει να κάνει μια «αναπαράσταση του αόρατου» χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον ίδιο χώρο στον οποίο βρισκόμαστε μαζί με τα αντικείμενά του και εμάς τους ίδιους).

«Το αόρατο βρίσκεται παντού και είναι τα πάντα» τονίζει και συμπληρώνει: «Υπάρχουν αόρατες γραμμές παντού γύρω μας και γίνονται σύνδεσμοι ανάμεσα στα πράγματα. Κρίκοι μιας τεράστιας αλυσίδας του απείρου. Το ίδιο συμβαίνει όταν ως ηθοποιός καλείσαι να υποδυθείς κάποιον. Εχεις τις λέξεις του κειμένου, αυτά που είναι γραμμένα στο σενάριο, έχεις όμως και τις λέξεις ανάμεσα στις γραμμές, αυτές που δεν είναι ορατές και πρέπει να τις φανταστείς. Είναι άλλο πράγμα να πεις απλώς “γεια σου” και άλλο να πεις το ίδιο προσθέτοντας με τη φαντασία σου κάτι που δεν είναι γραμμένο στο κείμενο, κάτι που είναι αόρατο. Οτιδήποτε, “γεια σου… αγάπη μου” ή “γεια σου… βλάκα”. Αν προσθέσεις κάτι που δεν υπάρχει, η έννοια του “γεια σου” αλλάζει πλήρως. Αρα, αυτό που μπορώ να πω ότι έμαθα στη Σχολή Καλών Τεχνών είναι πώς να παίξεις κάτι που δεν υπάρχει, δεν είναι δηλαδή ορατό, αλλά δεν παύει να είναι εκεί. Κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να πεις “σε αγαπώ” για να δείξεις ερωτευμένος – πρέπει απλώς να το σκεφτείς. Πιστεύω πραγματικά ότι η κάμερα έχει αυτή τη δυνατότητα, να δει τη σκέψη».