Είναι ξακουστή σε ολόκληρο των κόσμο για την καλντέρα της, το ηφαίστειο, το μοναδικό της ηλιοβασίλεμα. Οι φωτογραφίες και οι καρτ ποστάλ από τις πιο χαρακτηριστικές τοποθεσίες της είναι εκείνες που έχουν διαμορφώσει στη συνείδηση των ξένων την εικόνα για τα ελληνικά νησιά. Ο λόγος για την πανέμορφη Σαντορίνη, η οποία παραδόξως οφείλει τη σημερινή της ευημερία και δημοφιλία σε δύο τεράστιες… καταστροφές που την καθόρισαν: τη μινωική έκρηξη του ηφαιστείου της το 1613 π.Χ., που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της καλντέρας, και του σεισμού (και των ισχυρών μετασεισμών) του 1956, μεγέθους 7,7 R, ο οποίος εκδηλώθηκε κοντά στην Αμοργό, ήταν ο ισχυρότερος που καταγράφηκε στην Ελλάδα στη διάρκεια του 20ού αιώνα και έκανε γνωστό το κυκλαδίτικο νησί στο εξωτερικό.

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε η δύσκολη ζωή των κατοίκων, οι οποίοι βρίσκονταν αρκετά απομακρυσμένοι και απομονωμένοι από την ηπειρωτική Ελλάδα, δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστή ούτε στους υπόλοιπους Ελληνες, αφού μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες το πιο γρήγορο καράβι χρειαζόταν πάνω από εννέα ώρες για να φτάσει από το λιμάνι του Πειραιά στα Φηρά. Σήμερα, βέβαια, οι αποστάσεις αυτές έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί, με το WorldChampion Jet της SeaJets, για παράδειγμα, να κάνει τη διαδρομή σε μόλις 4 ώρες και 45 λεπτά, κάνοντας τη Σαντορίνη εύκολα προσβάσιμο προορισμό ακόμη και για ένα μόνο τριήμερο. Χάρη λοιπόν σε αυτή την εξέλιξη, και την κατακόρυφη άνοδο του τουρισμού, εγχώριου και διεθνούς, η Σαντορίνη γνώρισε την ανάπτυξη σε όλους τους τομείς.

Η μοναδική θέα από την καλντέρα που έχει κάνει ξακουστή τη Σαντορίνη σε κάθε γωνιά της Γης.

Οπως και στη Μύκονο, οι επισκέπτες της Σαντορίνης αναζητούν να «γευτούν» όλες τις απολαύσεις της ζωής, είτε αυτό λέγεται υπερπολυτελή resorts, υψηλού επιπέδου υπηρεσίες και fine dining εστιατόρια, είτε μπουτίκ με όλα τα διάσημα brands και φυσικά, σπάνια κοσμήματα και ρολόγια. Ειδικά σε ό,τι αφορά το κόσμημα, το ιδιαίτερο αυτό νησί έχει την τιμητική του. Αρκεί να κάνετε μια βόλτα στα Φηρά για να διαπιστώσετε ότι υπάρχει ολόκληρο κομμάτι της αγοράς αφιερωμένο αποκλειστικά σε αυτό. Εντυπωσιακές δημιουργίες από χρυσό, διαμάντια και άλλους πολύτιμους λίθους στέκονται δίπλα σε πανάκριβα ρολόγια-έργα τέχνης και μοναδικής αισθητικής. Aficionados της υψηλής ωρολογοποιίας κάνουν οπωσδήποτε μία στάση στις μπουτίκ της Hublot – ναι, το νησί διαθέτει δύο στα Φηρά, σε απόσταση αναπνοής η μία από την άλλη -, προκειμένου να δουν από κοντά τα νέα μοντέλα, ενώ πέρυσι ανάμεσα στους άλλους χρονογράφους υπήρχε και ένας αφιερωμένος αποκλειστικά στο νησί. Το όνομά του ήταν Hublot Classic Fusion Santorini Limited Edition και είχε μαύρο χρώμα για να θυμίζει τα πετρώματα του ηφαιστείου.

Η ίδια ζήτηση αφορά και την εστίαση. Οι «ψαγμένοι» τουρίστες της Σαντορίνης αποζητούν ανεβασμένες γαστρονομικές εμπειρίες. Χάρη στις πρωτοβουλίες εμπνευσμένων παραγωγών, σεφ, οινοποιών και επιχειρηματιών με όραμα και μεγαλόπνοα σχέδια που εξυμνούν την τοπική παράδοση του νησιού, οι επιθυμίες τους εισακούονται. Το νησί σημειώνει τεράστια πρόοδο με εστιατόρια, μπαρ και άλλους ανάλογους χώρους που το κατατάσσουν στους κορυφαίους προορισμούς για foodies. Οι καρποί που βγάζει το ηφαιστειογενές και ιδιαιτέρως σπάνιο χώμα της ξεπερνούν τα στενά γεωγραφικά της όρια, με τους πιστούς επαγγελματίες του χώρου να συνεχίζουν να προωθούν αυτά τα προϊόντα μέσα από φεστιβάλ, σεμινάρια και γευσιγνωσίες. Στόχος τους να μη χαθεί η παράδοση του νησιού και κίνητρό τους η γνήσια αγάπη και εκτίμηση για τον τόπο και τις προοπτικές του.

Το Αμμούδι, το παλιό λιμάνι, κάτω από την κοσμοπολίτικη Οία.

Πολυτελής διαμονή με πυξίδα τη γεύση

Στο Radisson Blu Zaffron Resort, που έκανε μόλις την περυσινή χρονιά εγκαίνια και προκάλεσε αίσθηση με την όμορφη αρχιτεκτονική του, την τοποθεσία του και τις απολύτως «ινσταγκραμικές» πισίνες του περιτριγυρισμένες από αναπαυτικές ξαπλώστρες που σχεδόν ακουμπούν το νερό, έχουμε το εστιατόριο Zeffirino. Με ξεχωριστή θέση και ιστορία, αφού πρωτοάνοιξε το 1939 στη Γένοβα, το σίγουρο είναι ότι το ιταλικό φαγητό με σπιτικά, φρέσκα ζυμαρικά και τη διάσημη σε όλον τον κόσμο οικογενειακή συνταγή Pesto Genovese έχει την τιμητική του.

Το ξενοδοχείο είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του πασίγνωστου luxury brand Radisson με τον Ομιλο Fais (Τod’s, Hogan, Salvatore Ferragamo, Philipp Plein, Princess Yachts, KIKO Milano, Under Armour, Adidas, Puma και Technogym) και εκτείνεται σε μια μεγάλη για τα δεδομένα της Σαντορίνης έκταση στο Καμάρι. Διαθέτει συνολικά 103 δωμάτια (μαζί με τις σουίτες και τις βίλες), τα οποία χαρακτηρίζονται από σύγχρονο design, εμπνευσμένο όμως από την αρχιτεκτονική και τον πολιτισμό των Κυκλάδων. Και εκτός από τις πισίνες, οι πελάτες μπορούν να απολαύσουν και την παραλία του ξενοδοχείου, καθώς επίσης και τις θεραπείες χαλάρωσης που προσφέρει το Kallisti Spa.

Πέρυσι ξεκίνησε τη λειτουργία του και το Magma Resort Santorini στον Βουρβούλο. Το στοιχείο της φωτιάς, η λάβα και τα πετρώματα του ηφαιστείου είναι εκείνα που κυριαρχούν στη διακόσμηση, αλλά και στο concept, και αυτό φαίνεται και από το όνομα (μάγμα είναι το μείγμα λιωμένου πετρώματος και πτητικών στερεών ενώσεων που σχηματίζεται μέσα στη Γη, το οποίο φθάνοντας στην επιφάνεια, κρυώνει και στερεοποιείται δημιουργώντας τα εκρηξιγενή ή πυριγενή πετρώματα). Γήινες και σκούρες αποχρώσεις, μινιμαλιστική διακόσμηση, εμπνευσμένη από την κυκλαδίτικη αισθητική, αλλά με μια πιο μοντέρνα, ιδιοσυγκρασιακή πινελιά. Εδώ δεν βρίσκουμε δηλαδή το λευκό και το μπλε που διακρίνουν τους περισσότερους χώρους φιλοξενίας των Κυκλάδων. Συναντάμε όμως τις ίδιες ανέσεις, ίσως και καλύτερες, όπως είναι οι ιδιωτικές πισίνες, ένα καταπληκτικό υπόγειο Lava Spa και Wellness Center, αλλά και το haute cuisine Magma by Spondi restaurant, του θρυλικού αθηναϊκού «μισελενάτου» εστιατορίου στο Παγκράτι.

Ο φάρος, ίσως από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες του νησιού, στο Ακρωτήρι.

Στο «παράρτημα» της Σαντορίνης, ο Αρνό Μπινιόν, ο executive chef του εστιατορίου, ο οποίος του έφερε τα δύο αστέρια Michelin το 2008, «παίζει» και εκείνος με το στοιχείο της φωτιάς και το μάγμα, δημιουργώντας έναν κατάλογο που χαρακτηρίζεται από τις πιο καπνιστές, γήινες γεύσεις. Δοκιμάστε οπωσδήποτε τα χτένια μαγειρεμένα πάνω σε πέτρα με βερβένα, μάραθο και κουμκουάτ, το Wagyu με λευκή μελιτζάνα και μαύρο σκόρδο, αλλά και την ντομάτα με φράουλα, ανθότυρο και βασιλικό για μια νότα δροσιάς.

Η νεότερη όμως προσθήκη στο νησί βρίσκεται στην Οία και μετρά μόλις λίγες ημέρες ζωής. Με κύριο μέλημά του την αειφορία, το ξενοδοχείο Santo Collection προσφέρει τρεις επιλογές διαμονής που περιλαμβάνουν το ήδη υπάρχον boutique resort Santo Pure – παλαιότερα γνωστό ως Santo Maris -, στο οποίο έχουν προστεθεί 20 νέες σουίτες, το Santo Mine, με 37 σουίτες με ιδιωτική πισίνα ή τζακούζι, καθώς και δύο πολυτελείς βίλες τεσσάρων υπνοδωματίων. Χτισμένο στη θέση ενός παλιού λατομείου, το θέρετρο διαθέτει πανοραμική θέα στο Αμμούδι, ενώ στις εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται εστιατόριο, μπαρ που λειτουργεί όλη την ημέρα, κελάρι κρασιών, spa και υπαίθριο γυμναστήριο.

Η πολυτελής ωρολογοποιία Hublot διατηρεί δυο καταστήματα στα Φηρά.

Επιστροφές, θεσμοί, πρωτοβουλίες

Ενα από τα πιο ιστορικά εστιατόρια της Σαντορίνης, τα οποία ξεκίνησαν αυτή την υψηλή γαστρονομική δραστηριότητα στο νησί, είναι ο Κουκούμαβλος. Ανοιξε τις πόρτες του για πρώτη φορά το 1989, στην Οία, από τον Νίκο Πουλιάση, και αργότερα μεταφέρθηκε στα Φηρά, όπου έζησε τις στιγμές δόξας του. Το εστιατόριο έκλεισε το 2019, αλλά εφέτος, χάρη στη συνεργασία του ιδιοκτήτη με τον Εκτορα Μποτρίνι, άνοιξε και πάλι, αυτή τη φορά στο Ημεροβίγλι, στο Katikies Chromata, μέλος των ξενοδοχείων Katikies σε Σαντορίνη και Μύκονο.

Τα γαστρονομικά νέα όμως για τον όμιλο Katikies δεν σταματούν εδώ, καθώς για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά θα φιλοξενήσει τη Vedema, την οινική διοργάνωση που ξεκίνησε ο αείμνηστος Γιώργος Χατζηγιαννάκης, ιδιοκτήτης ενός άλλου θρυλικού εστιατορίου του νησιού, του Selene – και αυτό αποτελεί μέλος του ομίλου Katikies, με τη γευστική επιμέλεια όλων των εστιατορίων να ανήκει στον Εκτορα Μποτρίνι. Μάλιστα, κάνει κάποια βήματα πιο πέρα, με τη δημιουργία της Vedema Initiative, μιας μη κερδοσκοπικής πρωτοβουλίας, η οποία έχει στόχο τον εντοπισμό, την καταγραφή και την ανάδειξη κάθε σημαντικής ιστορίας οίνου και γεύσης του νησιού.

Τα αμπελοτόπια του ηφαιστειογενούς terroir

Μιλώντας για κρασί, δεν θα μπορούσαμε να μη σταθούμε στο πιο επιτυχημένο εξαγώγιμο προϊόν της Σαντορίνης, που δεν είναι άλλο από το ασύρτικο. Αυτό το μεταλλικό και όξινο λευκό που οφείλει την καθαρή γεύση του στην ιδιαιτερότητα του εδάφους του νησιού, αλλά και στον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειάς του άνοιξε τον δρόμο για τα υπόλοιπα ελληνικά κρασιά – πολύ επιτυχημένο και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ξινόμαυρο, που τώρα κατακτά τις διεθνείς αγορές -, να κάνουν και αυτά το ντεμπούτο τους εκτός συνόρων. Δεν είναι λοιπόν καθόλου ασυνήθιστο πολλοί από τους τουρίστες, όταν βρεθούν στο νησί, να κανονίσουν και επίσκεψη σε κάποιο από τα οινοποιεία του.

Το πρώτο στην Ελλάδα οινοποιείο που άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό ήταν εκείνο του Μπουτάρη, το 1990 στη Σαντορίνη, προσφέροντας οργανωμένα tours και γευσιγνωσίες. Μάλιστα, καθημερινά, στο wine-bar restaurant του οινοποιείου, από τις 11 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα, μπορεί όποιος θέλει να δοκιμάσει τις τοπικές λιχουδιές του τόπου – φάβα, ντοματοκεφτέδες, παραδοσιακό χειροποίητο λουκάνικο κ.ά. μαζί με το κρασί της αρεσκείας του.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στον ιδιόκτητο αμπελώνα, στα Σελλάδια, έκτασης περίπου 60 στρεμμάτων, μαθαίνει κανείς για τον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας – σε σχήμα καλαθιού -, αλλά και την ιστορία του συγκεκριμένου οινοποιείου, το οποίο βρίσκεται στον δρόμο για τον Φάρο, μετά το Ακρωτήρι. Η ενεργή ενασχόληση της οικογένειας Μπουτάρη με τον αμπελώνα της Σαντορίνης ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, και πρωταρχικός τους στόχος ήταν να θέσουν και να επιβάλουν όλες τις ποιοτικές προϋποθέσεις για την παραγωγή του Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας Σαντορίνη και να εφαρμόσουν τεχνικές οινοποίησης άγνωστες μέχρι τότε για τον τόπο. Το αποτέλεσμα των ενεργειών τους ήταν έξι ξεχωριστές ετικέτες – Santorini Boutari, Kallisti Reserve, Nychteri Boutari, Selladia Boutari, Vinsanto Boutari 12, Ampeliastos -, φτιαγμένα από τις ντόπιες ποικιλίες ασύρτικο, αηδάνι και μανδηλαριά.