Στη «Σιβηριάδα» (1979), το τετράωρο έπος του Αντρέι Κοντσαλόφσκι που αποτύπωνε τη βίαιη μετάβαση της αχανούς Σιβηρίας στην εποχή της εκβιομηχάνισης και των εξορύξεων, οι εικόνες της οικολογικής καταστροφής έμοιαζαν τότε εξαιρετικά μακρινές. Ηταν σχεδόν ποιητικά πλάνα από έναν κόσμο που φαινόταν να μη μας αφορά.

Σήμερα, που οι ειδικοί καταγράφουν με αγωνία κάθε εναπομείναντα δασικό θύλακα και που στην Ελλάδα βιώνουμε τη δραματική συρρίκνωση του πρασίνου από την ανθρώπινη αυθαιρεσία και τις πυρκαγιές, η διαπίστωση είναι πικρή: μισό αιώνα πριν, ο Κοντσαλόφσκι δεν μιλούσε απλώς για την τούνδρα της πατρίδας του, αλλά «προέβλεπε» το μέλλον του πλανήτη.

Το επιβεβαιώνουν οι αριθμοί που αποτυπώνουν την υποχώρηση των δασών και που μοιάζουν σχεδόν απίστευτοι: εκατομμύρια στρέμματα χάνονται κάθε χρόνο αλλάζοντας την όψη της Γης. Το πράσινο υποχωρεί και δίνει τη θέση του σε τεράστιες γυμνές εκτάσεις, σε ερήμους εκεί που βρίσκονταν δάση, σε αποξηραμένες και άνυδρες πεδιάδες εκεί που κάποτε υπήρχαν λίμνες.

Η αποψίλωση των δασών της Σιβηρίας έχει αλλοιώσει ριζικά το τοπίο της πανέμορφης περιοχής.

Το σιβηρικό δράμα

Δεν επιλέξαμε τυχαία τη Σιβηρία για να ξεκινήσουμε την περιήγησή μας σε έναν κόσμο που απειλείται με εξαφάνιση, δεδομένου ότι και τα πρόσφατα στοιχεία για τα δάση της είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικά: μεταξύ άλλων, δείχνουν μεγάλη αύξηση της απώλειας δέντρων λόγω φωτιάς, με την Ανατολική Σιβηρία να ξεχωρίζει ως εστία μεγάλων πυρκαγιών λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Το 2024 η Ρωσία – με τη Σιβηρία να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας – έχασε, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα, περίπου 56 εκατομμύρια στρέμματα φυσικού πρασίνου! Σε ορισμένες περιοχές, όπως στην περιφέρεια Ζαμπαϊκάλσκι, η δασοκάλυψη έχει μειωθεί έως και κατά 30% τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως λόγω των επαναλαμβανόμενων πυρκαγιών.

Οι περιοχές που απειλούνται

Αλλά το δράμα δεν περιορίζεται εκεί. Ο Αμαζόνιος, το μεγαλύτερο δάσος του κόσμου, είναι μακράν το πιο κρίσιμο και απειλούμενο οικοσύστημα εξαιτίας της γεωργικής επέκτασης, της κλιματικής αλλαγής και των πυρκαγιών. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι εάν η αποψίλωση ξεπεράσει το 20%-25% της αρχικής του έκτασης, θα μπορούσε να περάσει ένα μη αναστρέψιμο σημείο καμπής και να μετατραπεί σε ένα σαβανικό οικοσύστημα, με λιγότερη βιοποικιλότητα και μεγαλύτερη ευθραυστότητα.

Το τροπικό δάσος του Κονγκό, ο δεύτερος μεγαλύτερος πνεύμονας του πλανήτη, αντιμετωπίζει μια διαφορετική, εξίσου καταστροφική απειλή: λόγω της εκτεταμένης φτώχειας και της έλλειψης πρόσβασης σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, τα δέντρα κόβονται για να παραχθούν ακόμη και καύσιμα για μαγείρεμα.

Φυτεία μέσα στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου, αεροφωτογραφία τραβηγμένη από την Greenpeace πριν από μερικούς μήνες. Photo Reuters

Σε αντίθεση με τον Αμαζόνιο, εκεί οι μεγάλες βιομηχανικές αποψιλώσεις είναι λιγότερες, αλλά η συστηματική, μικρής κλίμακας υποβάθμιση του δάσους είναι συνεχής και δύσκολο να ελεγχθεί.

Στη Νοτιοανατολική Ασία (Ινδονησία, Μαλαισία κ.λπ.), αν και οι ρυθμοί αποψίλωσης έχουν μειωθεί σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, τα υπολειπόμενα τροπικά πρωτογενή δάση κινδυνεύουν από την επέκταση των φυτειών φοινικέλαιου.

Και τα απέραντα δάση του Καναδά αντιμετωπίζουν μια αυξανόμενη και ολοένα πιο καταστροφική απειλή: η αλλαγή του κλιματικού καθεστώτος έχει ως αποτέλεσμα πρωτοφανείς πυρκαγιές – τεράστιες σε έκταση φωτιές που στα βόρεια δάση απειλούν να λιώσουν το μόνιμα παγωμένο έδαφος, απελευθερώνοντας μεθάνιο και διοξείδιο του άνθρακα και ενισχύοντας έτσι τον φαύλο κύκλο της υπερθέρμανσης.

Νούμερα που τρομάζουν

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα οξύ παράδοξο: ενώ η μακροπρόθεσμη τάση δείχνει επιβράδυνση της αποψίλωσης, η πραγματική απώλεια παραμένει σε επίπεδα ασύμβατα με τους κλιματικούς στόχους. Σύμφωνα με τη Forest Declaration Assessment 2025 (την ετήσια, ανεξάρτητη και επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση που παρακολουθεί την πρόοδο προς την επίτευξη των παγκόσμιων στόχων για τα δάση έως το 2030), μέσα στο 2024 χάθηκαν περίπου 81 εκατομμύρια στρέμματα δασών παγκοσμίως – ο αριθμός αφορά τη συνολική απώλεια δασικών εκτάσεων, όχι μόνο των τροπικών πρωτογενών δασών.

Οσο για τα τροπικά πρωτογενή δάση, αυτά έχασαν περίπου 67 εκατομμύρια στρέμματα μόνο το 2024 – το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τουλάχιστον δύο δεκαετιών – με αποτέλεσμα εκπομπές της τάξης των 3,1 γιγατόνων ισοδύναμου CO₂. Δηλαδή τάξης μεγέθους ίσης με τις ετήσιες συνολικές εκπομπές CO₂ της Ινδίας! Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι απλώς στατιστικές· μεταφράζονται σε άμεση επιβάρυνση του κλίματος.

Πυροσβέστης επί το έργον στην Πάρνηθα που έχει καεί επανειλημμένως. ΑΠΕ/ΜΠΕ

Καταστροφικοί «σύμμαχοι»

Η ανθρώπινη απληστία βρήκε έναν ολέθριο σύμμαχο: την κλιματική αλλαγή. Τη δυσχερή κατάσταση επιβεβαιώνει και η ετήσια έκθεση του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ και του Ινστιτούτου Παγκόσμιων Πόρων (World Resources Institute – WRI), ενός μη κερδοσκοπικού ερευνητικού οργανισμού που εστιάζει σε πιεστικές παγκόσμιες προκλήσεις και παρέχει δεδομένα και εργαλεία για την επίλυσή τους: το 2024, το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί, έφερε και νέο ρεκόρ στις απώλειες δασών.

Για πρώτη φορά οι πυρκαγιές αναδείχθηκαν ως η κύρια αιτία καταστροφής των τροπικών δασών, μια δυσοίωνη εξέλιξη για αυτά τα υγρά οικοσυστήματα που, θεωρητικά, δεν καίγονται εύκολα. Η πρωτοφανής ξηρασία, ενισχυμένη από την κλιματική αλλαγή, έχει μετατρέψει τον Αμαζόνιο και άλλα υγρά δάση σε εύφλεκτες εκτάσεις.

Στη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου τα δάση καλύπτουν περίπου το 30% της επικράτειας, οι πυρκαγιές και η παράνομη υλοτομία/αστικοποίηση αποτελούν διαχρονική απειλή, με τη χώρα μας να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά καμένων περιοχών στη Νότια Ευρώπη.

Το 1/3 του πλανήτη

Συνολικά, τα δάση καλύπτουν σήμερα περίπου 41,4 δισεκατομμύρια στρέμματα, δηλαδή περίπου το 1/3 της ξηράς του πλανήτη, αλλά έχουμε ήδη χάσει περίπου το 1/3 της αρχικής τους έκτασης.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (Food and Agriculture Organization – FAO), πρωταρχική πηγή των επίσημων δεδομένων για τους παγκόσμιους δασικούς πόρους μέσω της έκθεσης «The Global Forest Resources Assessment» (FRA), υπογραμμίζει ότι, παρ’ όλο που πάνω από το μισό των δασών βρίσκεται πλέον υπό μακροπρόθεσμα διαχειριστικά σχέδια και περίπου το 1/5 είναι τυπικά προστατευόμενο, οι πιέσεις από γεωργία, εξόρυξη και υποδομές παραμένουν έντονες.

Τι πρέπει να γίνει;

Οι προβλέψεις για το μέλλον παραμένουν απαισιόδοξες. Οι κοινότητες δέντρων, ιδίως τα ευαίσθητα τροπικά είδη, δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την ταχύτητα της κλιματικής αλλαγής. Η περιορισμένη αντοχή τους στις υψηλές θερμοκρασίες και οι λίγες επιλογές για μετανάστευση σε πιο ψυχρές περιοχές εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για την ανθεκτικότητα των δασών.

Οι αλλαγές στα οικοσυστήματα θα φέρουν περαιτέρω μείωση των δασικών εκτάσεων και μετανάστευση ειδών, οδηγώντας στην εμφάνιση εισβολέων/αλλόχθονων φυτικών ειδών που θα ανταγωνίζονται και θα απειλούν τα γηγενή είδη, διαταράσσοντας τη βιοποικιλότητα. Οι υψηλές θερμοκρασίες, οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι έντονες βροχοπτώσεις με δυνατούς ανέμους θα συνεχίσουν να αυξάνουν τη συχνότητα και την ένταση των πυρκαγιών, ενώ θα προκαλούν διάβρωση του εδάφους και πλημμυρικά φαινόμενα, καθιστώντας δύσκολη τη φυσική ανάκαμψη των οικοσυστημάτων.

Η διεθνής κοινότητα, όπως και η ΕΕ με τη Δασική Στρατηγική της για το 2030, τονίζει την ανάγκη για πρόληψη και προσαρμογή. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί την αυστηρή προστασία από την αποψίλωση. Την ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω «αναγωγικών αραιώσεων» (στοχευμένης διαχείρισης για τη βελτίωση της υγείας του δάσους). Την προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες για την αποφυγή εισβολής αλλόχθονων ειδών.

Η σωτηρία των δασών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μάχη κατά της κλιματικής κρίσης. Η «Σιβηριάδα» του Κοντσαλόφσκι δεν είναι πλέον μια μακρινή αλληγορία, αλλά καθρέφτης του κόσμου όπου ζούμε. Η καταστροφή που τότε παρουσιαζόταν ως κινηματογραφική προεικόνιση έχει μετατραπεί σε καθημερινή ειδησεογραφία. Σε έναν μόνιμο τίτλο που επαναλαμβάνεται με διαφορετικά ονόματα γεωγραφικών περιοχών. Και αν κάτι μένει να αποδειχθεί, είναι αν μπορούμε ακόμη να αντιστρέψουμε αυτή την πορεία – αν ο άνθρωπος, που άλλοτε έστησε τη βιομηχανική εποποιία του πάνω στις στάχτες των δασών, μπορεί σήμερα να ξαναγίνει φύλακάς τους. Δεν είναι μόνο ζήτημα οικολογίας· είναι υπόθεση μνήμης, πολιτισμού και, βεβαίως, επιβίωσης.