«Δεν υπάρχει δουλειά που να σε προετοιμάζει πραγματικά [για να γίνεις πρόεδρος των ΗΠΑ]» έλεγε το 2023 σε ένα συνέδριο ο Μπομπ Αϊγκερ, διευθύνων σύμβουλος της Disney, τονίζοντας τη δυσκολία του ανώτατου αξιώματος της χώρας. Δεν έχει ρωτήσει προφανώς τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πιστεύει ακράδαντα το ακριβώς αντίθετο, ο σκοπός όμως της παραπάνω ρητορικής αποστροφής δεν ήταν ο στοχασμός περί Λευκού Οίκου. «Από πολλές απόψεις», συνέχισε, «το ίδιο ισχύει και για την Disney. Είναι μια μεγάλη, πολύ περίπλοκη εταιρεία, που βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος».

H Disney ανάλογη της αμερικανικής προεδρίας; Είναι μια δήλωση που θα έκανε διάφορα φρύδια να σηκωθούν, μεταξύ άλλων και εκείνα των Τζένσεν Χουάνγκ, Τιμ Κουκ, Σάτια Ναντέλα: μια επιχείρηση αξίας μόλις 180 δισεκατομμυρίων δολαρίων να λογίζεται πιο απαιτητική από τη Nvidia των 4,3 τρισεκατομμυρίων, την Apple των 3,78, τη Microsoft των 3,04; Χμ, ναι, γιατί «Hey, this is Hollywood», όπως λέει ο Ντάνι ντε Βίτο στο «Λος Αντζελες: Εμπιστευτικό», και η βιομηχανία του κινηματογράφου παραμένει τόσο βαριά ώστε να συνεπάγεται συνταρακτικές συγχωνεύσεις, βυζαντινές ίντριγκες, μιντιακούς πολέμους ακόμη και τη στιγμή που η άνοδος του streaming και η έλευση της Tεχνητής Nοημοσύνης θέτουν την κυριαρχία της εν αμφιβόλω.

O Μπομπ Αϊγκερ, λοιπόν, μιλούσε μετά λόγου γνώσης, σε ένα μήνυμα, θα έλεγε κανείς, προς τον διάδοχό του. Γιατί έπειτα από 25 χρόνια στο τιμόνι, ο 75χρονος αρχιτέκτονας της σύγχρονης Disney παραδίδει στις 18 Μαρτίου τα ηνία στον 55χρονο Τζος Ντ’Αμάρο. Και μαζί αποθέτει στα χέρια του ουκ ολίγες προκλήσεις.

Με εξαίρεση το διάλειμμα μεταξύ 2021 και 2022, όταν ο Αϊγκερ ανακάλυψε ότι ο Μπομπ Τσάπεκ, ο προηγούμενος εκλεκτός του για τη διαδοχή, μάλλον κώφευε στα κελεύσματα των καιρών (και στις δικές του νουθεσίες), με αποτέλεσμα να τον εξοστρακίσει μετά από μια επική σύγκρουση, ο 21ος αιώνας της Disney έφερε τη δική του σφραγίδα. Κατά μία έννοια, θα συνεχίσει να τη φέρει: αισιόδοξος, φιλικός, κοινωνικός, ο Τζος Ντ’Αμάρο όχι μόνο έχει παρόμοια προσωπικότητα με τον προκάτοχό του, αλλά, όπως έγραφε ο Μπρουκς Μπαρνς στους «New York Times» της 30ής Ιανουαρίου, ντύνεται με τον ίδιο τρόπο (ζακέτες πάνω από πουκάμισα) και έχει γενέθλια την ίδια ημέρα (στις 10 Φεβρουαρίου).

Βετεράνος της εταιρείας, στην οποία εργάζεται από το 1998, o Ντ’Αμάρο ήταν από το 2020 ο επικεφαλής της Disney Experiences, διαφεντεύοντας 12 θεματικά πάρκα σε έξι προορισμούς με σχεδόν 145 εκατομμύρια επισκέπτες σε τρεις ηπείρους (Αμερική, Ασία, Ευρώπη), έναν στόλο οκτώ κρουαζιεροπλοίων που οσονούπω θα αυξηθούν σε 13 και 185.000 υπαλλήλους από το σύνολο των 231.000 της επιχείρησης. Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεταν οι Μπρεντ Λανγκ και Ιθαν Σάνφελντ στο περιοδικό «Variety» του περασμένου Φεβρουαρίου, το τμήμα του Ντ’Αμάρο είχε το 2025 εισπράξεις της τάξης των 36,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ελαφρώς λιγότερα από τα 42,5 του τομέα Entertainment, με κέρδη όμως που συνιστούσαν το 60% εκείνων ολόκληρης της Disney.

Πλην της άφθονης ροής του χρήματος, του πιστώνεται επίσης το άνοιγμα στην αγορά της Μέσης Ανατολής, με το πρώτο θεματικό πάρκο του οργανισμού να ετοιμάζεται στο Αμπου Ντάμπι, και η πίεση για την επέκταση στον χώρο των βιντεοπαιχνιδιών με την επένδυση στην Epic Games, παραγωγό του πασίγνωστου «Fortnite», στη λογική της διασύνδεσης με νεότερα ηλικιακά στρώματα. Αν στα παραπάνω προσθέσει κανείς τη μείωση των κερδών του ψυχαγωγικού τομέα κατά 34% το τελευταίο τέταρτο του 2025, αντιλαμβάνεται ότι η διευθύντριά του και ανταγωνίστριά του για το χρίσμα Ντέινα Γουόλντεν δεν είχε πολλές ελπίδες.

Στην κινούμενη άμμο της ψυχαγωγίας

Η συγκυρία της ανάρρησης του Τζος Ντ’Αμάρο στον θρόνο της Disney ταιριάζει στην εποχή – ανοιξιάτικη, αλλά όχι ανέφελη. Ο ίδιος είναι ο πιο πρόσφατος μιας μακράς σειράς στελεχών που τα αμερικανικά μέσα βαφτίζουν τελευταία σωτήρες του Χόλιγουντ, αν δεν είχε πέσει πάνω στην (τελευταία) εξαγορά της Warner Bros. Χάρη στα 110 δισεκατομμύρια που προβλέπεται να της καταβάλει η Paramount Skydance, έχοντας προσπεράσει στην τελική ευθεία το Netflix, ο τίτλος αυτός ανήκει στον 45χρονο Ντέιβιντ Ελισον, γιo του μεγιστάνα της Oracle Λάρι Ελισον, που θα κληθεί να βγάλει κάστανα από φωτιές, να καταπιεί σπαθιά και να δεχθεί τον λίθο του αναθέματος αν δεν αποδειχθεί θαυματοποιός.

Η σύμπραξη Χόλιγουντ και Σίλικον Βάλεϊ σημαίνει ότι πάνω στον Ντ’Αμάρο θα πέσουν λιγότερα φώτα από ό,τι σε διαφορετική περίπτωση. Και αν πιστέψουμε τον επικεφαλής του οικονομικού τμήματος της Disney Χιου Τζόνστον, η εταιρεία δεν έχει πολλά να φοβηθεί από τον απέναντι κολοσσό: «Από την εποχή της εξαγοράς της Pixar, της Lucas Films, της Marvel και της Fox ήμασταν μπροστά από την εποχή μας ως προς την απόκτηση διανοητικής περιουσίας. […] Δεν χρειαζόμαστε άλλες εξαγορές ή συγχωνεύσεις. Κάποιοι ανταγωνιστές μας, από ό,τι φαίνεται, ναι. Εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα» έλεγε στις 2 Μαρτίου στο συνέδριο Μέσων Ενημέρωσης και Τηλεπικοινωνιών της Morgan Stanley στο Σαν Φρανσίσκο. Ως δήλωση του «υπουργείου Εξωτερικών» της Disney ακούγεται λογική. Αλλά το πιο πιθανό είναι πως το «υπουργείο Αμυνας» καταστρώνει ήδη σχέδια επί χάρτου.

Εκείνο που θα προβληματίσει περισσότερο τον Ντ’Αμάρο είναι το γενικότερο τοπίο. Αφενός, σημείωναν οι Λανγκ και Σάνφελντ στο «Variety», ο ανταγωνισμός αυξάνεται ποσοτικά: στην Paramount, την Comcast και το Νetflix προστίθενται πλέον η Apple και η Amazon, ενώ το νεανικό κοινό έλκεται «επικίνδυνα» από τo YouTube και το TikTok. Αφετέρου, τα εισοδήματα από την επικράτηση του streaming δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες από την ταυτόχρονη απορρύθμιση του μοντέλου της καλωδιακής τηλεόρασης – το χρέος των 45 δισεκατομμυρίων δολαρίων που κουβαλά η Disney δεν είναι ευκαταφρόνητο. Στον κινηματογράφο, το βαρύ πυροβολικό τού «Star Wars» αγνοείται εδώ και έξι χρόνια, από το «The Rise of Skywalker», με τα περιφερειακά στον κεντρικό μύθο «The Mandalorian & Grogu» (2026) και «Star Wars: Starfighter» (2027) να καλούνται να αναζωογονήσουν το franchise. Το Marvel Cinematic Universe μοιάζει να περνά παρατεταμένη κρίση μέσης ηλικίας, την οποία όλοι αντιμετωπίζουν κρατώντας τα δάχτυλά τους σταυρωμένα ως τον ερχόμενο Δεκέμβριο, εν όψει του πολυαναμενόμενου «Avengers: Doomsday».

Οσο για το σύμπαν του «Αvatar», η πτώση κατά 1 δισεκατομμύριο δολάρια των εισπράξεων του «Fire and Ash» (2025) σε σύγκριση με εκείνες του «The Way of Water» (2022) προξενεί δεύτερες σκέψεις για τις δύο επόμενες συνέχειες που προγραμματίζονται για το 2029 και το 2031. Στο μεταξύ, η Disney έχει ήδη επενδύσει 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην OpenAI προκειμένου να βρεθεί στην εμπροσθοφυλακή της εφαρμογής της ΤΝ στο πεδίο των κινουμένων σχεδίων. Ο Ντ’Αμάρο είναι δηλωμένος οπαδός της: σύμφωνα με τα γραφόμενα του Μπρουκς Μπαρνς των «New York Times», ενέκρινε την ανάπτυξη ενός εργαλείου με το όνομα «Jarvis» (όπως ο μπάτλερ του Iron Man στο κόμικ και η ΤΝ του στις ταινίες «Avengers») για τον σχεδιασμό νέων ατραξιόν στα θεματικά πάρκα, ενώ ευλόγησε τη χρήση των droids του «Star Wars», που συχνάζουν πλέον σε αυτά, αλληλεπιδρώντας με τους επισκέπτες. Τέτοιες θεαματικές πρωτοβουλίες, βέβαια, δικαιολογούν και την αύξηση του τιμήματος εισόδου – που υπερβαίνει πλέον τα 200 δολάρια για ένα ατομικό ημερήσιο εισιτήριο στην Disneyland και την Disney World, προκαλώντας την εμφάνιση στον Τύπο προσωπικών επικρίσεων κατά του Ντ’Αμάρο ότι μετατρέπει έναν οικογενειακό προορισμό σε προνόμιο των πλουσίων.

Ο «Theme Park Guy», τα Οσκαρ και το Millennium Falcon

Πέρα από τα υπαρξιακά ερωτήματα για τον ανταγωνισμό, την υπερτιμολόγηση των εισιτηρίων, το δυσβάστακτο κόστος της ανατροπής του καθιερωμένου τηλεοπτικού μοντέλου από το streaming και το αδιαφανές ακόμη μέλλον που προοιωνίζεται η ανάμειξη της Τεχνητής Νοημοσύνης στη δημιουργική διαδικασία, ένα πιο άμεσο ζήτημα είναι η (ανύπαρκτη) σχέση του Ντ’Αμάρο με το Χόλιγουντ. Οπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Μπρουκς Μπαρνς στους «New York Times», στους σχετικούς κύκλους το όνομά του συνοδεύει η φράση «ο τύπος από τα θεματικά πάρκα». Αν ήταν απλώς ένδειξη της ασθενούς μνήμης της κινηματογραφικής κοινότητας, δεν θα υπήρχε σπουδαίο πρόβλημα για τον «Theme Park Guy».

Ωστόσο, εδώ υπεισέρχεται στη συζήτηση το φάντασμα του Μπομπ Τσάπεκ: ο αλήστου μνήμης πρώην CEO προερχόταν από τον ίδιο τομέα και διέθετε την ίδια μηδενική αποδοχή από τη συντεχνία. Δεν ήταν αυτό βέβαια το βασικό αίτιο της πτώσης του, αλλά η δημόσια νομική διαμάχη με τη Σκάρλετ Γιόχανσον το καλοκαίρι του 2021 για την ταυτόχρονη υβριδική διανομή του «Black Widow» σε περιορισμένο αριθμό αιθουσών και στο Disney+ εν μέσω πανδημίας κάθε άλλο παρά βοήθησε την εικόνα του. Η διαφορά μεταξύ τους έγκειται στο ότι ενώ σε παρόμοιες καταστάσεις ο Τσάπεκ είχε τη διακριτικότητα βίσονα σε βιότοπο, ο Τζος Ντ’Αμάρο θεωρείται μετρ των διαπροσωπικών σχέσεων.

Οταν στις 29 Σεπτεμβρίου 2020 η Disney προχώρησε σε μαζικές απολύσεις λόγω της πανδημίας, έσπευσε ο ίδιος στους εργασιακούς χώρους για να μιλήσει επί τόπου με τους υπαλλήλους, να ακούσει τον αντίλογο και τα παράπονά τους, σε μια κίνηση που αν και δεν απάλυνε το σοκ, εν τούτοις εκτιμήθηκε ως ειλικρινής. Και οι Μπρετ Λανγκ και Ιθαν Σάνφελντ τόνιζαν στο «Variety» πως αμέσως μετά την ανακοίνωση της επιλογής του φρόντισε να παραστεί σε γεύμα για τους υποψηφίους των φετινών Οσκαρ, όπου έπιασε κουβεντολόι με τους Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τιμοτέ Σαλαμέ. Θετικό στοιχείο σε αυτή τη φάση είναι και η εμπιστοσύνη του Χόλιγουντ στην υπ’ αριθμόν 2 του συστήματος Ντέινα Γουόλντεν – κάτι που εγγυάται σε εκείνον τουλάχιστον μια περίοδο χάριτος και σε εκείνη τη διατήρηση του ονείρου να καταστεί μελλοντικά η πρώτη γυναίκα διάδοχος του Γουόλτ Ντίσνεϊ.

Ενα είναι βέβαιο, ο νέος CEO δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια. Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο σύμβουλος επιχειρήσεων Μάρκους Μπάκιγχαμ περιέγραφε στο «Harvard Business Review» την εμπειρία του από μια σύσκεψη στην Disney Experience με αντικείμενο τον ανασχεδιασμό τού «Millennium Falcon». Το θρυλικό διαστημόπλοιο του Χαν Σόλο από το «Star Wars» ήταν μεν δημοφιλές στα θεματικά πάρκα, αλλά δεν προκαλούσε τον αναμενόμενο πανικό. Καθώς 30 άτομα αντάλλασσαν επιχειρήματα σε ένα τρίωρο brainstorming, ο Ντ’Αμάρο επεσήμανε ένα καίριο σημείο – στο σκάφος τον έλεγχο είχε ο πιλότος, ο πολυβολητής και ο μηχανικός δεν έκαναν και πολλά: αν ο ρόλος τους γινόταν πιο ενεργός, θα ανοίγονταν νέες προοπτικές για το κοινό. Πιο ενδιαφέρουσα από τη διάγνωση ήταν η αιτιολογία της, όπως την εκμυστηρεύθηκε εκ των υστέρων στον Μπάκιγχαμ: «Η Disney είναι ένα brand που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς». Ολως τυχαίως, να άλλη μία ομοιότητά της με την αμερικανική προεδρία…