Αν υπάρχει κάτι που, δεκαετίες τώρα, τρέφει την ελληνική τηλεόραση – και κυρίως τους ανθρώπους της –, είναι η αυτοαναφορικότητα. Η ακλόνητη πίστη πως το πραγματικό θέμα δεν είναι η είδηση αλλά το πρόσωπο που τη διυλίζει, τη διασταυρώνει και την επικοινωνεί λειτουργεί διαχρονικά ως νέκταρ και αμβροσία μαζί για τους δημοσιογράφους και τους παρουσιαστές. Είναι μάλιστα τόσο εμπεδωμένη (εντάξει, και αναντίρρητα παρωχημένη) η παραπάνω πραγματικότητα, που δεν μπορείς παρά να εκπλήσσεσαι ευχάριστα με περιπτώσεις σαν εκείνη της Νίκης Λυμπεράκη. Μιας έμπειρης δημοσιογράφου και παρουσιάστριας, η οποία καταφέρνει να αφήνει το δικό της, πολύ διακριτό, αποτύπωμα με όποιο concept κι αν καταπιάνεται – από τα πολιτικά πάνελ και τα δελτία ειδήσεων μέχρι την καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή της στον Παραπολιτικά 90.1 FM. Και μάλιστα χωρίς να το κάνει θέμα ή πολύ περισσότερο να περιφέρει δεξιά και αριστερά την άποψή της ως θέσφατο.

Αυτόν τον καιρό η δημοσιογράφος του MEGA είναι εξόχως απασχολημένη. Παράλληλα με τη συχνή πλέον παρουσία της στη βραδινή ενημερωτική ζώνη του τηλεοπτικού σταθμού λόγω του πολέμου στο Ιράν με την εκπομπή η «Μεγάλη Εικόνα», η Νίκη Λυμπεράκη προετοιμάζει – με χαρά και τίμιες προθέσεις, όπως καταλαβαίνω από τη συζήτησή μας – την εκπομπή της με τίτλο «Πάμε μια βόλτα;». Μια ιδέα της εμβληματικής τηλεοπτικής παραγωγού Φρόσως Ράλλη, την οποία συμφώνησε όχι απλώς να παρουσιάσει, να εκτελέσει ή να φέρει σε πέρας. Αλλά να πιστέψει και να υπηρετήσει. «Η Φρόσω για εμένα είναι είδωλο. Δεν υπάρχει. Οταν τη συνάντησα πρώτη φορά, της έλεγα ότι έβλεπα στο πρόσωπό της τη Μαρλέν με τις γκραβούρες (σ.σ.: αναφέρεται στη θρυλική cameo εμφάνιση της Ράλλη στη σειρά “Οι Απαράδεκτοι”, πίσω στα πρώιμα 90s). Είναι η ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, μία στο είδος της» λέει χαρακτηριστικά. Θυμάται μάλιστα την πρώτη γνωριμία τους, πολύ πριν από την επαγγελματική σχέση τους, σε μια συναυλία της Πάτι Σμιθ στο θέατρο Λυκαβηττού.

Φωτογράφος: Γιώργος Κατσανάκης (10ΑΜ)

Από το στούντιο στον έξω κόσμο

Τι θα είναι λοιπόν το «Πάμε μια βόλτα;» και γιατί οι συνεντεύξεις με αναγνωρίσιμα πρόσωπα στη νέα της εκπομπή δεν θα ακολουθούν την τηλεοπτική πεπατημένη; «Η αλήθεια είναι ότι ο αριθμός των καλεσμένων είναι πεπερασμένος» παραδέχεται η Νίκη Λυμπεράκη, εξηγώντας τη φιλοσοφία της μετατόπισής της από το τηλεοπτικό στούντιο, όπου την έχουμε συνηθίσει, στον έξω κόσμο: «Τα βλέπουμε τα πρόσωπα, τα έχουμε ακούσει, και στην εποχή των social media είναι πλέον όλα πολύ και άμεσα προσβάσιμα. Οπότε η προσέγγιση του “παίρνω έναν άνθρωπο και δεν τον καθίζω απέναντί μου σε ένα τραπέζι να του κάνω ερωτήσεις, αλλά αντιθέτως τον αφήνω να μου δείξει ο ίδιος τη ζωή του” μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Η πρόθεση αυτής της εκπομπής είναι να μάθουμε καλύτερα ανθρώπους που τους γνωρίζουμε μεν, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πολλά για τη ζωή ή τη διαδρομή τους».

«Η τηλεόραση έχει συχνά μια αυστηρή χορογραφία, όλοι ξέρουμε τις περισσότερες φορές τι κάνουμε. Στο “Πάμε μια βόλτα;” οι καλεσμένοι θέλουμε να μας εμπιστεύονται, να αφήνονται»

Αν συμφωνήσουμε ότι η ενημέρωση απαιτεί ευλαβική προσήλωση στους κανόνες, το «Πάμε μια βόλτα;» φαίνεται πως προϋποθέτει το ακριβώς αντίθετο: την προθυμία να αφεθείς – είτε είσαι ο προσκεκλημένος, είτε ο τηλεθεατής που θα παρακολουθεί κάποιο διάσημο, άρα οικείο, πρόσωπο χωρίς τη συνήθη στολή εργασίας του. «Κάθε επεισόδιο είναι απολύτως εξατομικευμένο» περιγράφει η δημοσιογράφος. «Για κάποιον, το σημείο αναφοράς μπορεί να είναι ένας παλιός καθηγητής, για κάποιον άλλον η γειτονιά που μεγάλωσε. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι η διατήρηση της αληθινής έκπληξης. Στη “Βόλτα” θα υπάρχει μια κατά κυριολεξία έκπληξη για τον καλεσμένο. Μια ενότητα για την οποία δεν θα έχει ιδέα. Ξέρετε, η τηλεόραση έχει όντως συχνά μια αυστηρή χορογραφία, όλοι ξέρουμε τις περισσότερες φορές τι κάνουμε. Εδώ οι καλεσμένοι θέλουμε να μας εμπιστεύονται, να αφήνονται».

Φωτογράφος: Γιώργος Κατσανάκης (10ΑΜ)

Οι πρώτες εμπειρίες από τα γυρίσματα δείχνουν, σύμφωνα με όσα αφηγείται η δημοσιογράφος, πως ο σκοπός επιτυγχάνεται. Για την ίδια είχαν και μια αποκαλυπτική, ενίοτε σουρεαλιστική χροιά. Θυμάται, για παράδειγμα, τη βόλτα που έκαναν με τη Μάρω Κοντού στην Επίδαυρο: «Να οδηγείς και ξαφνικά να γυρνάς και να βλέπεις στο κάθισμα του συνοδηγού τη Μάρω Κοντού να σου μιλάει για τα παιδικά της χρόνια και να εξιστορεί τη ζωή της είναι μια στιγμή που λες στον εαυτό σου: “Τι δουλειά είναι αυτή που με ευλόγησε το σύμπαν να κάνω;”». Ακόμα πιο συγκλονιστική ήταν η συνέντευξή της με τον παραολυμπιονίκη Νάσο Γκαβέλα, σε μια συνάντηση που κατέρριψε κάθε στερεότυπο: «Θυμάμαι, πήγα να βάλω GPS για τη διαδρομή μας και μου είπε: “Μην το βάλεις, θα σε πάω εγώ”. Ξέρετε τι είναι να οδηγείς με έναν πρωταθλητή με αναπηρία όρασης δίπλα, να βλέπεις ότι κάνει τον σταυρό του, και να λες: “Μα καλά, πού το κατάλαβε ότι περάσαμε μόλις από εκκλησία;”. Φεύγω σοφότερος άνθρωπος από αυτά τα γυρίσματα».

Η αναγνωρισιμότητα και ο μετασχηματισμός των media

Η Νίκη Λυμπεράκη εντυπωσιάζεται ακόμα από τους ανθρώπους. Το καταλαβαίνεις και μόνο από τον τρόπο με τον οποίο φυλλομετρά τις ιστορίες με τους καλεσμένους της «Βόλτας». Αλλά για σταθείτε. Αυτό δεν είναι ανήκουστο για άνθρωπο της τηλεόρασης; Δεν θα έπρεπε ο χρόνος της να αναλώνεται στην αυτοπροβολή και στο χάιδεμα της φιλαυτίας της; Γελάει. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ κάτι που μου είχε πει ο αείμνηστος Ιάσονας Τριανταφυλλίδης, όταν δουλεύαμε στον Αθήνα 9.84: “Να θυμάσαι πάντα ότι η διαφορά ενός ανθρώπου που γίνεται γνωστός μέσα από την τηλεόραση με έναν άνθρωπο που δουλεύει στον φούρνο της γειτονιάς είναι ότι τον δεύτερο θα τον χαιρετήσει ο περιπτεράς του, ενώ τον πρώτο μπορεί να τον χαιρετήσουν και άλλοι περιπτεράδες σε όλη την Ελλάδα”. Δεν αισθανόμουν ποτέ ότι, επειδή δουλεύω στην τηλεόραση ή μπαίνω σε ένα στούντιο ή βρίσκομαι απέναντι σε μια κάμερα και φοράω ένα μικρόφωνο, κάτι πρέπει να κυνηγήσω».

Η Νίκη Λυμπεράκη θεωρεί την πρόθεση περισσότερο σημαντική από την εικόνα και την έξωθεν μαρτυρία της. Το κίνητρο είναι που κάνει την (ειδοποιό) διαφορά. «Οι προθέσεις είναι εκείνες που μας καθορίζουν. Ο τρόπος με τον οποίο απευθύνεσαι στο κοινό, η πρόθεση με την οποία απευθύνεσαι, για εμένα είναι το άλφα και το ωμέγα», εξηγεί. «Αν μπαίνεις στο στούντιο και ζεις για το πώς θα γίνεις viral, αν το μυαλό σου είναι στο να πεις την εξυπνάδα για να φανείς εσύ, τότε μπαίνει σε δεύτερη μοίρα ο καλεσμένος σου και η διαδικασία της συνέντευξης. Αισθάνομαι ότι τελικά αυτή η αντιμετώπιση νοθεύει κάπως την είδηση. Δεν μπορεί ο δημοσιογράφος να είναι η είδηση. Ναι, υπάρχουν φορές που θα ειπωθεί μια ατάκα ή που θα αποφασίσει ένα site να την κάνει θέμα. Είναι αλλιώς, όμως, να το επιζητείς, να το σκηνοθετείς και να το έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Απαιτεί μια αυτοσκηνοθεσία. Εμένα δεν μου λέει κάτι αυτό».

«Θα ήταν βλακώδες οι δημοσιογράφοι να ανταγωνιστούμε τα social media. Εχουμε την επιλογή: ή να αφήσουμε την ενημέρωση να γίνει παραπληροφόρηση, από τον οποιονδήποτε φτιάχνει ένα βίντεο και ισχυρίζεται το οτιδήποτε, ή να διεκδικήσουμε, ως αξιόπιστοι φορείς ενημέρωσης, χώρο σε αυτό το νέο εργαλείο»

Την ίδια στέρεα δομημένη και ρεαλιστική άποψη έχει και για τη θέση και τον ρόλο της τηλεόρασης στην εποχή της παντοκρατορίας των κοινωνικών δικτύων αλλά για τη σχέση των τηλεθεατών με το μέσο. Χωρίς να μεμψιμοιρεί ή να μοιρολογεί – παρεμπιπτόντως, η Νίκη Λυμπεράκη, που έχει εγνωσμένες φωνητικές ικανότητες, ενίοτε τραγουδά από νανουρίσματα μέχρι μοιρολόγια. «Το σταθερό ραντεβού με την τηλεόραση, αυτό που πρόλαβε και έζησε και η δική μας γενιά – όντως παιδιά της τηλεόρασης – δεν υπάρχει πια, ούτε μπορεί να υπάρξει, λόγω της καθημερινότητας που έχουμε. Από την άλλη, δεν νομίζω ότι αυτό καταργεί τη δύναμη της τηλεόρασης. Ισα-ίσα, τη μετασχηματίζει» επισημαίνει, φέρνοντας ως παράδειγμα και τη μετάβαση από τα έντυπα στα ψηφιακά μέσα: «Η εποχή αλλάζει. Ο,τι δεν ακολουθεί την εποχή του και τις ανάγκες της, πεθαίνει. Αυτό συνέβαινε πάντα. Ετσι γεννήθηκαν τα explainers, τα mini documentaries, τα podcasts, τα newsletters. Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι αυτή είναι μια ήττα του Τύπου. Είναι ένας επιτυχημένος μετασχηματισμός. Θα ήταν βλακώδες οι δημοσιογράφοι να ανταγωνιστούμε τα social media. Εχουμε την επιλογή: ή να αφήσουμε την ενημέρωση να γίνει παραπληροφόρηση, από τον οποιονδήποτε φτιάχνει ένα βίντεο και ισχυρίζεται το οτιδήποτε, ή να διεκδικήσουμε, ως αξιόπιστοι φορείς ενημέρωσης, χώρο σε αυτό το νέο εργαλείο. Για εμένα το δίλημμα είναι ήδη απαντημένο».

Εχει αξία να ακούς αυτή την άποψη από τη Νίκη Λυμπεράκη. Οχι απλώς γιατί είναι μια έμπειρη και αξιόλογη επαγγελματίας, ούτε μόνο επειδή ξεκίνησε την πορεία της από τα έντυπα μέσα – συγκεκριμένα από την εφημερίδα «Τα Νέα» – και εξακολουθεί να διατηρεί στενή επαφή με τον Τύπο από την εβδομαδιαία στήλη της στο «Βήμα της Κυριακής». Αλλά και διότι είναι ένας φύσει, όπως λέει, αγχώδης άνθρωπος, που όμως δεν καταβάλλεται από την αγωνία για τη θέση της δημοσιογραφίας σε έναν κόσμο που ορκίζεται στα κοινωνικά δίκτυα – και στα όχι τόσο καινά πια δαιμόνιά τους. Μιλώντας για άγχος, η δημοσιογράφος θυμάται ακόμα την πρώτη της – μάλλον τραυματική – εμπειρία στον τηλεοπτικό αέρα, όταν το 2005 κλήθηκε να μεταδώσει την είδηση ενός σεισμού από την αίθουσα σύνταξης του τηλεοπτικού σταθμού Alter: «Ηταν εφιαλτική η πρώτη μου φορά στην τηλεόραση, μια καταστροφή. Είχα βγει να ενημερώσω ότι έγινε σεισμός και είχα ξεχάσει τη λέξη σεισμός. Είχε κολλήσει το μυαλό μου. Γενικά, έχω αδιανόητο άγχος. Γεννήθηκα και υπάρχω μες στο άγχος. Είμαι αγχώδης σε σημείο που με φθείρει».

Αν πάντως μπορούσε σήμερα να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο και να δώσει μια συμβουλή σε εκείνη την πανικοβλημένη δημοσιογράφο τού 2005, η οδηγία της θα συνοψιζόταν σε μια βαθιά αποδοχή της πραγματικότητας: «Τι θα έλεγα στον εαυτό μου; Κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, και εκεί σταματάει το τι μπορείς να ελέγξεις. Θα ήθελα από τότε να μην έχω την ανάγκη και την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να ελέγξω τα πάντα». Iσως τελικά αυτό να είναι και το μυστικό της: σε μια τηλεόραση που επιμένει να σκηνοθετεί μέχρι κεραίας τα πάντα, η Νίκη Λυμπεράκη παραμένει διατεθειμένη να αφήσει λίγο χώρο όχι στο τυχαίο, αλλά στο αναπάντεχο.