Στις περισσότερες σχολικές αίθουσες η σιωπή δεν έρχεται αμέσως, πρώτα περνά από μια μικρή διαπραγμάτευση. Ο καθηγητής μπαίνει, αφήνει την τσάντα στο γραφείο και για λίγα δευτερόλεπτα η τάξη συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Δύο μαθητές τελειώνουν την κουβέντα τους από το διάλειμμα, μια καρέκλα σέρνεται πάνω στο μωσαϊκό, κάποιος χασκογελάει δυνατά, μια φωνή από τα πίσω πετάει ένα τελευταίο σχόλιο. Είναι ο γνώριμος ήχος του ελληνικού σχολείου, η μικρή καθημερινή αναταραχή προτού ξεκινήσει το μάθημα. Στις περισσότερες τάξεις, αργά ή γρήγορα, η ισορροπία αποκαθίσταται. Υπάρχουν όμως και τάξεις όπου η σιωπή δεν έρχεται ποτέ.
Η ιστορία της καθηγήτριας Αγγλικών Σοφίας Χρηστίδου, που πέθανε έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο στη Θεσσαλονίκη, έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτή την αθέατη πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων. Για όσους τη γνώριζαν, βέβαια, τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων δεν είναι η αρχή της ιστορίας, αλλά το τραγικό τέλος μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Ο δικηγόρος Γιάννης Αθανασιάδης υπήρξε φίλος της Σοφίας Χρηστίδου για δεκαετίες. «Σχεδόν τριάντα χρόνια γνωριζόμαστε, τα εξοχικά μας στη Χαλκιδική είναι πολύ κοντά» λέει στο «Βήμα». «Δεν ήμασταν μια καθημερινή παρέα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο φιλικό μου περιβάλλον». Οταν μιλάει για εκείνη ξεκινά από τη διαδρομή της στην εκπαίδευση. «Η Σοφία είχε επενδύσει πολύ στη μόρφωσή της. Είχε τελειώσει Αγγλική Φιλολογία, είχε διδακτορικό, δύο μεταπτυχιακά, έκανε και μεταδιδακτορική έρευνα. Είχε γράψει πέντε βιβλία». Ενα από αυτά, θυμάται, το είχε παρουσιάσει ο ίδιος το 2019. «Ηταν ένα βιβλίο για την ιστορία της μετάφρασης, εξαιρετικό. Επρόκειτο για έναν πολύ δραστήριο άνθρωπο με ποιότητα και αγάπη για τη δουλειά του».
Oι τελευταίες συνομιλίες
Σε μια από τις τελευταίες τους συνομιλίες, η Σοφία Χρηστίδου τον πήρε τηλέφωνο για να του ζητήσει μια νομική συμβουλή, στις 6 Φεβρουαρίου του 2026. «Με πήρε γιατί την απασχολούσαν κάποια περιστατικά στο σχολείο και ήθελε να με συμβουλευθεί, ως νομικό, πώς να κινηθεί». Εκείνη την ώρα, σύμφωνα με τον ίδιο, βρισκόταν ακόμη στο σχολείο μαζί με τον σύντροφό της. Είχε προηγηθεί συνάντηση με γονείς, τη διευθύντρια και άλλους καθηγητές. «Η συμβουλή μου ήταν να μην οδηγηθεί η υπόθεση σε ποινική σύγκρουση. Της είπα ότι θα ήταν καλύτερο να ακολουθηθεί η διαδικασία της σχολικής διαμεσολάβησης». Από εκείνη τη συνομιλία τού έμεινε κυρίως ένα πράγμα. «Μου αποκάλυψε πως δεν ένιωθε στήριξη από το σχολικό περιβάλλον». Την είδε ξανά λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 22 Φεβρουαρίου. «Βρεθήκαμε σε μια κοινή παρέα για φαγητό. Δεν μιλήσαμε πολύ για τα περιστατικά στο σχολείο. Ηταν όμως εμφανώς στρεσαρισμένη. Αυτό που την είχε χτυπήσει περισσότερο ήταν η παραπομπή της στην υγειονομική επιτροπή από τη διεύθυνση».
Σε ένα από τα υπομνήματα που είχε αποστείλει προς τις εκπαιδευτικές αρχές, η Σοφία Χρηστίδου περιέγραφε περιστατικά έντασης μέσα στην τάξη, κάνοντας λόγο για επαναλαμβανόμενες προκλήσεις και επιθετικές συμπεριφορές από μαθητές κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Σε ένα από τα περιστατικά που καταγράφει, αναφέρει ότι ενώ έγραφε στον πίνακα δέχθηκε στην πλάτη ένα γεμάτο μπουκάλι νερού και ένα βιβλίο που της πέταξαν μαθητές. Στο ίδιο κείμενο ζητούσε να εξεταστεί η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο σχολείο και να υπάρξει παρέμβαση των αρμόδιων υπηρεσιών.
«Ηταν άνθρωπος με σοβαρή πορεία»
Ο Γιάννης Φελέκης, διευθυντής του 1ου ΕΠΑΛ Σταυρούπολης, τη θυμάται ως μια εκπαιδευτικό με ισχυρό ακαδημαϊκό αποτύπωμα. Η ίδια παρουσιάστηκε στο σχολείο του το καλοκαίρι του 2025, όταν πήρε βελτίωση οργανικής θέσης από το ΕΠΑΛ Λαγκαδά. «Τη γνώρισα τότε» λέει. «Ηρθε, έκανε το πρακτικό ανάληψης, υπηρέτησε μία εβδομάδα μέσα στον Ιούλιο και μετά δεν την ξαναείδαμε, γιατί πήρε απόσπαση στην Ανατολική Θεσσαλονίκη». Η εικόνα που του έμεινε ήταν συγκεκριμένη. «Ηταν μια συνάδελφος αυξημένων προσόντων. Είχε ιδιαίτερο background, είχε σπουδές, είχε κάνει μεταδιδακτορικό και ήθελε να γίνει σχολική σύμβουλος». Θυμάται επίσης ότι είχε εργαστεί και σε πανεπιστημιακό περιβάλλον, ως συνεργάτιδα σε διδασκαλία ξένης γλώσσας. «Ηταν άνθρωπος με σοβαρή πορεία. Δεν ήταν μια τυπική περίπτωση καθηγήτριας που απλώς περνά από ένα σχολείο και φεύγει».
Η περίπτωσή της, λέει ο ίδιος, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από το ευρύτερο κλίμα που επικρατεί σήμερα στα σχολεία. «Η κατάσταση έχει δυσκολέψει πολύ» σημειώνει. «Δεν είναι μόνο ό,τι συμβαίνει μέσα στην τάξη. Είναι και η στάση πολλών γονέων. Παλιά, όταν υπήρχε ένα ζήτημα, η οικογένεια λειτουργούσε συχνά ως στήριξη του σχολείου. Τώρα βλέπουμε όλο και συχνότερα το αντίθετο. Οι γονείς μπαίνουν στη συζήτηση με διάθεση σύγκρουσης και το κλίμα αγριεύει».
Μια ακόμη πιο ωμή εικόνα της καθημερινότητας στις σχολικές αίθουσες περιγράφει ο Γιάννης Κατραδής, συνταξιούχος πλέον διευθυντής λυκείου στον Γέρακα, με τέσσερις δεκαετίες εμπειρίας μέσα στις τάξεις. «Το κλίμα στα σχολεία έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια» λέει στο «Βήμα». «Δεν μιλάμε μόνο για φασαρία. Υπάρχουν περιστατικά που παλαιότερα δεν θα τα συναντούσε κανείς μέσα σε μια σχολική αίθουσα. Εχω δει μαθητές να πετούν αντικείμενα μέσα στην τάξη. Πένσες, κατσαβίδια, εργαλεία που είχαν μαζί τους. Ειδικά μετά τον κορωνοϊό χάθηκε κάθε έλεγχος και συχνά το πρόβλημα είναι οι ίδιοι οι γονείς».
Εκπαιδευτικοί που αποχωρούν πρόωρα
Κατά τον κ. Κατραδή, η ένταση αυτή έχει αρχίσει να αφήνει αποτύπωμα στο εκπαιδευτικό σώμα. «Υπάρχουν συνάδελφοι που δεν φτάνουν πια μέχρι τη σύνταξη» λέει. «Σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Αττικής, που γνωρίζω καλά τι γίνεται, περίπου το 20% των εκπαιδευτικών επιλέγει να αποχωρήσει νωρίτερα από το επάγγελμα, προτού φτάσει στη συνταξιοδότηση, γιατί δεν αντέχει άλλο αυτή την πίεση». Η υπόθεση, ωστόσο, δεν αφορά πλέον μόνο την καθημερινότητα των σχολείων αλλά και τη διοικητική διαχείρισή της.
Εν αναμονή του πορίσματος της Ενορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ) για την υπόθεση της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας φαίνεται να προσανατολίζεται σε έναν ευρύτερο έλεγχο των υπηρεσιακών φακέλων των εκπαιδευτικών. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη έχει ζητήσει από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να εξεταστούν σε βάθος χρόνου οι φάκελοι όλων των υπηρετούντων εκπαιδευτικών, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσους βρίσκονται ενεργά μέσα στις σχολικές τάξεις. Παράλληλα, στο υπουργείο εξετάζεται η πληρέστερη καταγραφή των λεγόμενων «αδυνατούντων» εκπαιδευτικών, εκείνων δηλαδή που, για λόγους υγείας και κυρίως ψυχολογικών παθήσεων, δεν ασκούν διδακτικό έργο. Πρόκειται για έναν αριθμό που, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της εκπαίδευσης, μπορεί να φτάνει περίπου τους 2.500 εκπαιδευτικούς. Από αυτούς, πάντως, οι επισήμως καταγεγραμμένοι με σχετικές ιατρικές πιστοποιήσεις ανέρχονται σήμερα σε 1.232.
Η ανάγκη περιοδικών ψυχολογικών ελέγχων
Στο ίδιο πλαίσιο, η υπουργός Παιδείας έχει θέσει στη δημόσια συζήτηση και την ανάγκη καθιέρωσης περιοδικών ψυχιατρικών και ψυχολογικών ελέγχων για τους υπηρετούντες στη δημόσια εκπαίδευση, πιθανώς ανά πενταετία. Η αξιολόγηση, σύμφωνα με το σκεπτικό που εξετάζεται, θα μπορούσε να πραγματοποιείται από ειδικές επιτροπές ψυχολόγων και γιατρών σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας.
Από την πλευρά της ΟΛΜΕ, ο πρόεδρός της Θεόδωρος Τσούχλος επιμένει ότι η υπόθεση χρειάζεται πλήρη διερεύνηση, αλλά και ψυχραιμία. «Είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ιατρικά ότι ένα τέτοιο περιστατικό συνδέεται με μια συγκεκριμένη στιγμή πίεσης» λέει στο «Βήμα». «Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς συνέβη το εγκεφαλικό επεισόδιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όταν τελειώνει το σχολείο και φεύγεις, η ένταση εξαφανίζεται μέσα σε ένα δευτερόλεπτο». Ο ίδιος επιμένει ότι το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται αλλού: στο πώς λειτούργησαν οι θεσμοί όσο η κατάσταση επιδεινωνόταν. «Αν υπήρχαν αναφορές και υπομνήματα για το πρόβλημα, τότε πρέπει να δούμε τι έκανε η διεύθυνση του σχολείου και τι έκανε η Διεύθυνση Εκπαίδευσης» σημειώνει. «Οταν ένας εκπαιδευτικός μιλά για μια κατάσταση που τον πιέζει για μεγάλο χρονικό διάστημα, το σύστημα οφείλει να αντιδρά εγκαίρως».
Η συζήτηση που άνοιξε μετά τον θάνατο της Σοφίας Χρηστίδου αγγίζει ένα σημείο που το εκπαιδευτικό σύστημα αποφεύγει συχνά να κοιτάξει κατάματα και σχετίζεται με την αυξανόμενη ένταση που βιώνουν πολλοί εκπαιδευτικοί μέσα στις τάξεις. Με το πόρισμα της Ενορκης Διοικητικής Εξέτασης θα επιχειρηθεί να πέσει φως στην υπόθεση. Για πολλούς εκπαιδευτικούς, όμως, το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι πολύ πιο απλό και πολύ πιο καθημερινό. Πώς συνεχίζεται το μάθημα μέσα σε μια τάξη όπου η ένταση έχει γίνει πια μέρος της ρουτίνας;






