Ο στόχος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για οριστική εξάλειψη της τρυπανοσωμίασης παίρνει νέα δυναμική: νέο φαρμακευτικό κοκτέιλ αντιμετωπίζει σε μία μόνο δόση τη διαβόητη ασθένεια που μεταδίδεται από την αφρικανική μύγα τσετσέ.

Η τρυπανοσωμίαση, η οποία προκαλείται από το παρασιτικό πρωτόζωο Trypanosoma brucei, ονομάζεται και «ασθένεια του ύπνου» επειδή προσβάλλει τον εγκέφαλο και προκαλεί διαταραχές του κύκλου ύπνου – εγρήγορσης. Προκαλεί επίσης δραματικές αλλαγές της συμπεριφοράς, επιθετικότητα ή ακόμα και ψύχωση. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, δεκάδες χιλιάδες κρούσματα καταγράφονταν κάθε χρόνο στην Αφρική, όμως ο αριθμός έπεσε σε μερικές εκατοντάδες περιστατικά ανά έτος χάρη στα προγράμματα καταπολέμησης της μύγας τσετσέ και τη βελτίωση των θεραπειών.

Η νέα θεραπεία όχι μόνο αντιμετωπίζει πάνω από το 95% των κρουσμάτων τρυπανοσωμίασης (όπως έδειξε κλινική μελέτη του 2022 στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τη Γουινέα) αλλά είναι και ιδιαίτερα εύκολη στη χορήγηση, καθώς αποτελείται από τρία χάπια που λαμβάνονται άπαξ. Αυτό ουσιαστικά καταργεί την ανάγκη επίσκεψης σε νοσοκομείο, ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις φτωχές αφρικανικές χώρες όπου οι υποδομές υγείας είναι ανεπαρκείς.

Μέχρι σήμερα, τα σοβαρά κρούσματα αντιμετωπίζονταν με έναν συνδυασμό χαπιών και ενδοφλέβιων ενέσεων, ενώ στα ήπια κρούσματα με τη χορήγηση χαπιού, το οποίο όμως πρέπει να λαμβάνεται καθημερινά για 10 ημέρες υπό ιατρική επίβλεψη.

Για να ξεχωρίσουν τα ήπια από τα σοβαρά κρούσματα, οι γιατροί πρέπει πρώτα να πραγματοποιούν οσφυονωτιαία παρακέντηση για να λάβουν δείγματα εγκεφαλονωτιαίου υγρού και να ελέγξουν με μικροσκόπιο για την παρουσία του παρασίτου. Δεδομένου ότι το νέο φάρμακο – ακοριζιβορόλη – αντιμετωπίζει τόσο τα ήπια όσο και τα σοβαρά κρούσματα, ουσιαστικά καταργεί την ανάγκη για αυτή την επεμβατική και επώδυνη εξέταση. Καταργεί επίσης τις εξετάσεις βιολογικών δειγμάτων στο μικροσκόπιο, καθώς μπορεί να χορηγείται σε όλους τους ασθενείς που βγαίνουν θετικοί σε ένα απλό τεστ αντισωμάτων.

Η ακοριζιβορόλη αναπτύχθηκε από την ελβετική μη κερδοσκοπική οργάνωση Drugs for Neglected Diseases Initiative (DNDi), η οποία συνεργάστηκε με τη γαλλική φαρμακοβιομηχανία Sanofi για την έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ). Η Sanofi διαβεβαίωσε ότι θα προσφέρει το φάρμακο δωρεάν.