Σε χρόνο κατά τον οποίο οι αβεβαιότητες, εντός και εκτός της χώρας, θεριεύουν, ο Πρωθυπουργός επέλεξε να προτείνει στον Γιάννη Στουρνάρα τρίτη θητεία, εξαετούς διάρκειας, στη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η επιλογή δεν ήταν αυτονόητη, ούτε εύκολη. Αλλωστε ουδείς άλλος στο παρελθόν είχε την ευκαιρία συνεχούς θητείας 18 ετών σε τόσο υψηλή και κρίσιμη δημόσια θέση.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε εδώ και μήνες παρασκηνιακώς μεταδώσει ότι προτίθεται να προτείνει ξανά τον κ. Στουρνάρα για τη θέση στο ανώτατο πιστωτικό ίδρυμα της χώρας, ακριβώς για να μετρήσει αντιδράσεις.

Οι αντιδράσεις για τη συνέντευξη

Αρχικώς ήταν ασθενείς. Στη συνέχεια ωστόσο έλαβαν διαστάσεις. Ιδιαιτέρως μετά τη συνέντευξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος σε στελέχη παράτυπου κυβερνητικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, της περιβόητης «Ομάδας Αλήθειας», γενικεύθηκαν από κόμματα τόσο της μείζονος όσο και της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Ο κ. Στουρνάρας σε εκείνη τη συνέντευξη είχε αναφερθεί στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης Τσίπρα για τον διορισμό διοίκησης της αρεσκείας της στην Τράπεζα Αττικής. Και όταν εκείνος αρνήθηκε να ικανοποιήσει την κυβερνητική απαίτηση, κατήγγειλε πως την επομένη οι επιτελείς του κ. Τσίπρα έστειλαν το ΣΔΟΕ στη σύζυγό του για φορολογικό έλεγχο.

Οξύτερες ήταν οι αντιδράσεις από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Τσίπρας επέκρινε με δριμύτητα τον κ. Στουρνάρα, τον κατηγόρησε ότι παζαρεύει την τρίτη θητεία και ο άλλοτε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Δραγασάκης έσπευσε να αρθρογραφήσει ζητώντας να νομοθετηθεί όριο δύο θητειών στη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η υποχρέωση, το ρουσφέτι και η συμβολική κίνηση

Παρά ταύτα ο κ. Μητσοτάκης δεν πτοήθηκε. Ανακοίνωσε την πρότασή του κατά τα ειωθότα, σχεδόν τρείς μήνες πριν από τη λήξη της δεύτερης θητείας του κ. Στουρνάρα και έτσι προσεχώς αναμένεται να συνέλθει το Γενικό Συμβούλιο του ιδρύματος προκειμένου να την επικυρώσει μετά πολλών επαίνων. Η δεύτερη θητεία του κ. Στουρνάρα λήγει στις 28 Ιουνίου και από τις 29 θα «τρέχει» η τρίτη.

Πολλοί θεωρούν ότι ο κ. Μητσοτάκης ήταν εκ των συνθηκών υποχρεωμένος να προσφέρει τρίτη θητεία στον κ. Στουρνάρα καθώς του είχε σταθεί πραγματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια και κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι απλά ο Πρωθυπουργός έκανε ένα ακόμη ρουσφέτι.

Ωστόσο η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη επιλογή είναι βαθιά πολιτική και αρκούντως συμβολική. Απευθύνεται δε τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.

Κακά τα ψέματα, ο κ. Στουρνάρας είναι ευθέως συνδεδεμένος με τις μακρές και πολυκύμαντες προσπάθειες διαχείρισης της μεγάλης οικονομικής κρίσης, τόσο από τη θέση του υπουργού Οικονομικών μεταξύ των ετών 2012 και 2014 όσο και από τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος από το καλοκαίρι του 2014 και εντεύθεν.

Ιδιαίτερα κρίσιμος και απολύτως διαμεσολαβητικός ήταν ο ρόλος του το καλοκαίρι το 2015 όταν παρ’ ολίγον να τιναχθούν τα πάντα στον αέρα. Τότε έπαιξε ρόλο συνδέσμου μεταξύ της κυβέρνησης Τσίπρα και των ευρωπαίων εταίρων και ήταν αυτός που υπέδειξε ως διαπραγματευτές τους κ.κ. Τσακαλώτο και Χουλιαράκη μετά την επεισοδιακή θητεία και αποχώρηση Βαρουφάκη.

Η εκτίμηση σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη

Αλλά και μετέπειτα στη διάρκεια της πενταετούς διακυβέρνησης Τσίπρα έδρασε ως εγγυητής της σταθερότητας, όπως και αργότερα στα πολλά χρόνια της εξουσίας Μητσοτάκη υπερασπίστηκε την προσπάθεια εξόδου από την κρίση, επιμένοντας στη γραμμή της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των μεταρρυθμίσεων. Περιττό να σημειώσουμε ότι χαίρει εκτιμήσεως στα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης.

Για τον κ. Μητσοτάκη λοιπόν η επιλογή Στουρνάρα είναι αμιγώς πολιτική και απολύτως συμβολική. Διά αυτού ενισχύει και υποστηρίζει το επιχείρημα της σταθερότητας που συνεχώς επικαλείται και το οποίο κατά τα φαινόμενα θα θελήσει να καταστήσει κυρίαρχο στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Ο Γιάννης Στουρνάρας, από την άλλη πλευρά, όντως αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ιδρύματος που εκπροσωπεί ως εγγυητή της σταθερότητας σε τούτους τους πολιτικά αβέβαιους, οικονομικά ασταθείς και γεωπολιτικά ταραγμένους καιρούς.

Οταν ερωτάται για τις τρέχουσες διεθνείς οικονομικές συνθήκες, δεν κρύβει την αγωνία και τις ανησυχίες του. Γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και θα διατηρηθούν άστατοι για μεγάλο διάστημα, ακόμη και αν αύριο κλείσουν τα πολεμικά μέτωπα. Θα χρειαστεί, όπως τονίζει με κάθε ευκαιρία, σημαντικός χρόνος μέχρι να αποκατασταθούν συνθήκες ομαλότητας στις διεθνείς ενεργειακές αγορές και όχι μόνο.

Βάσει αυτών των εκτιμήσεων επιμένει να υπερασπίζεται τις βασικές και κρίσιμες αρχές της οικονομικής πολιτικής, θεωρεί επιβεβλημένη εκ των συνθηκών τη διατήρηση της δημοσιονομικής ασφάλειας και σημειώνει ότι είναι ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι η δημοσιονομική θέση της χώρας είναι καλύτερη από τις περισσότερες ευρωπαϊκές.

Κατά αυτόν, το πλεονέκτημα των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων δεν πρέπει επ’ ουδενί να υπονομευθεί προσεχώς, ιδιαιτέρως στις παρούσες αβέβαιες πολεμικές συνθήκες.

Αποδέχεται ωστόσο ότι ο επιμένων πληθωρισμός λειτουργεί ως πρόσθετος φόρος όσο οι φορολογικοί συντελεστές διατηρούνται σταθεροί. Ουσιαστικά μέσω του πληθωρισμού αυξάνεται η βάση επί της οποίας υπολογίζονται τόσο οι έμμεσοι όσο και οι άμεσοι φόροι.

Το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει

Προειδοποιεί όμως ότι στο παρόν περιβάλλον είναι παρακινδυνευμένες οποιεσδήποτε μεγάλες αλλαγές στους φορολογικούς συντελεστές. Ο έλεγχος της φοροδιαφυγής που επιτυγχάνεται με την ψηφιοποίηση της οικονομίας προσφέρει υγιείς δυνατότητες, από τις οποίες, όπως ξεκαθαρίζει, δεν πρέπει να ξεφύγουμε.

Βάσει των παραπάνω, προτιμά λελογισμένες κινήσεις που θα στήριζαν κυρίως τους πραγματικά ανήμπορους και τις επενδύσεις. Και πάντα υπό τον όρο ότι ο κρατικός προϋπολογισμός διατηρείται υγιής, δεν δημιουργεί ελλείμματα και συνεχίζει να υποστηρίζει την απομείωση του δημοσίου χρέους. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζει πόση προσπάθεια και πόσες θυσίες χρειάστηκαν για να ξεφύγουμε από τη λαβή της δημοσιονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας.

Οι παραπάνω αναφορές προφανώς δεν είναι άσχετες με τις πιθανές μετεκλογικές πολιτικές συνθήκες. Ενδεχόμενη και πιθανή πολιτική αστάθεια, που μπορεί να προκύψει βάσει των τρεχόντων δημοσκοπικών συσχετισμών και της διαγεγνωσμένης φθοράς της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν πρέπει, κατ’ αυτόν, να υπονομεύσει το αγαθό της δημοσιονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Και αυτό είναι κατά βάση το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει.

Ο σκεπτικισμός για τις κινήσεις Τραμπ

Επίσης, δεδομένων των διεθνοπολιτικών συνθηκών, δεν παραλείπει να επισημαίνει πως η Ευρώπη, παρά την κριτική που δέχεται, παραμένει όαση Δημοκρατίας και ελκυστική ζώνη ευημερίας για τους πολίτες όλου του κόσμου, όπως φανερώνει η μαζική πλέον μετανάστευση πανεπιστημιακών και ερευνητών υψηλού επιπέδου από τις ΗΠΑ.

Κάτι που εξασφαλίζεται και από την πολλαπλώς υποστηριζόμενη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε αντιδιαστολή παρακολουθεί με σκεπτικισμό όσα αντιμετωπίζει και υφίσταται ο Τζέρεμι Πάουελ, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, από τον Ντόναλντ Τραμπ. Εκεί η εγγυήτρια της αξιοπιστίας και αξίας του δολαρίου υπονομεύεται ευθέως από τους τσαρλατανισμούς της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας.

Οπως και να έχει, ο κ. Στουρνάρας επελέγη, πέραν των άλλων, και για τις δύσκολες πολιτικές συνθήκες που πιθανώς θα προκύψουν όποτε και αν διεξαχθούν οι εκλογές. Και όχι μόνο για τον ρόλο του εγγυητή της δημοσιονομικής και οικονομικής σταθερότητας. Παρότι ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά οποιονδήποτε άλλο ρόλο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι σε μια εκδοχή πολιτικού αδιεξόδου μπορεί να είναι αυτός που θα κληθεί να ηγηθεί μιας μεταβατικής κυβέρνησης συνεργασίας ή ανάγκης.