Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στην πολιτική: οι κρίσεις αποτελούν τον απόλυτο έλεγχο αντοχής για τα κυβερνητικά αφηγήματα. Εκεί ακριβώς όπου το οικοδόμημα δείχνει συμπαγές, η πίεση αναδεικνύει τις ρωγμές, φέρνοντας στην επιφάνεια όσα παρέμεναν για καιρό στο περιθώριο.
Ακριβώς έτσι, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο λειτούργησε ως ακτινογράφημα για τη Νέα Δημοκρατία. Παρά την προαναγγελθείσα «άγρια» θητεία του, στο εσωτερικό της παράταξης υπήρξαν εκείνοι που είδαν στη νέα συνθήκη μια ευκαιρία, νιώθοντας πως το πολιτικό κλίμα ευνοεί πλέον τις δικές τους θέσεις.
Στην πρώτη γραμμή αυτής της «τραμπικής» γοητείας βρέθηκε ο Αδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για τον 47ο Πρόεδρο, σπεύδοντας να μετατραπεί σε έναν άτυπο «πρεσβευτή» του στην Αθήνα αμέσως μετά την επανεκλογή του. Δίπλα του, ο Μάκης Βορίδης ανέδειξε την «ιδεολογική συγγένεια» της δεξιάς παράταξης με την ατζέντα Τραμπ, εστιάζοντας με έμφαση στα θέματα της μετανάστευσης και της ασφάλειας.
Το κλίμα ενθουσιασμού συμπλήρωσαν ο Θάνος Πλεύρης και ο Νότης Μηταράκης, με τον πρώτο να δίνει το στίγμα μιας σκληρής ιδεολογικής αντεπίθεσης, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως δεν πρέπει «ούτε να σεβόμαστε ούτε να τιμούμε τους αγώνες της Αριστεράς», καθώς τους θεωρεί «αγώνες σε βάρος του έθνους» – μια ρητορική που ο ίδιος ο Τραμπ πιθανότατα θα προσυπέγραφε με θέρμη.
Την ίδια στιγμή, ο Βασίλης Κικίλιας επιδιώκει να χτίσει μια προνομιακή γέφυρα με το Οβάλ Γραφείο, υποστηρίζοντας πως «δεν έχει ξαναϋπάρξει πρέσβης που να μιλάει απευθείας με τον Τραμπ» και φροντίζοντας να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Απέναντί τους, ωστόσο, ορθώνεται το μέτωπο των στελεχών που παρακολουθούν τις εξελίξεις με διακριτή αγωνία, γνωρίζοντας πόσο εύθραυστη παραμένει η θέση της χώρας όταν οι διεθνείς κανόνες λυγίζουν.
Την πλέον αιχμηρή αποτύπωση αυτού του φόβου έδωσε πρόσφατα η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία σε συνάντηση με μέλη της παράταξης στα βόρεια προάστια σημείωσε χαρακτηριστικά: «Μπλέξαμε με τον Ντόναλντ Τραμπ και το μείζον πλέον είναι το πόσο γρήγορα μπορούμε να ξεμπλέξουμε».
Η γεωμετρία των διαφωνιών
Από τις συντονισμένες αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές στο Ιράν έως την αρπαγή του Μαδούρο, οι δύο «αναγνώσεις» εντός της Νέας Δημοκρατίας έχουν πάψει πλέον να αποτελούν θεωρητικές διαφοροποιήσεις. Αποκτούν σάρκα, οστά και πολιτικό βάρος, με τον τρόπο που η Ουάσιγκτον του Τραμπ περιφρονεί επιδεικτικά τα θεμέλια του μεταπολεμικού Διεθνούς Δικαίου να προκαλεί έναν υπόκωφο αναβρασμό στο Μαξίμου.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, υπάρχει η πτέρυγα που βλέπει στο «δόγμα Τραμπ» μια γνώριμη αλήθεια. «Ο κόσμος πάντα έτσι δούλευε» παρατηρεί χαρακτηριστικά κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης, «απλώς τώρα το λέει κάποιος χωρίς προσχήματα».
Στην προσπάθειά του να διασκεδάσει τις εντυπώσεις μιας εσωτερικής παραφωνίας, σπεύδει να υπογραμμίσει τη συνθετική ικανότητα της παράταξης: «Η παράταξη έχει πολλές ψυχές, αυτή είναι η δύναμη της Νέας Δημοκρατίας, να συνθέτει διαφορετικές φωνές που εκκινούν από την Κεντροαριστερά και απολήγουν μέχρι την Ακροδεξιά, μια Ακροδεξιά συστημική και ελεγχόμενη».
Στο πλαίσιο αυτό, κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν πως η εσωτερική διχογνωμία της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι απαραίτητα αδυναμία, αρκεί να μην εκφυλιστεί σε παράλυση ή, ακόμα χειρότερα, σε ανεξέλεγκτη παραφωνία ακριβώς τη στιγμή που η χώρα έχει ανάγκη από μια φωνή αποφασιστική και ξεκάθαρη.
«Η προσαρμο-στικότητα στον επιταχυντή Τραμπ είναι αναγκαία» σημειώνει στέλεχος της παράταξης, «όμως άλλο η ευελιξία και άλλο οι ελιγμοί εκείνοι που μας ωθούν να υποστείλουμε τη σημαία του Διεθνούς Δικαίου»
Μέσα στη δίνη της εσωτερικής σκανδαλολογίας που γρατζουνά την κυβέρνηση, ο ίδιος υπουργός επιστρέφει στο καταφύγιο της κυβερνητικής σταθερότητας. «Η εξωτερική πολιτική επί Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει το δυνατό μας χαρτί» λέει, προσθέτοντας ότι «η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή είχε ως αποτέλεσμα η Κύπρος να αντιμετωπιστεί για πρώτη φορά ως το ακραίο σύνορο της Ευρώπης, να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης που σύρεται πίσω από τις εξελίξεις, με την Ελλάδα να αναλαμβάνει ρόλο συντονιστή στην όλη χορογραφία». Και καταλήγει με αυτό που θεωρεί την πιο εύγλωττη απάντηση σε όσους μιλούν για ενδοτικότητα: «Η Ελλάδα τις τελευταίες μέρες έχει αναβαθμίσει το γεωστρατηγικό της βάθος».
Στον αντίποδα, μια άλλη ομάδα στελεχών παρακολουθεί τις ίδιες εξελίξεις με εμφανή σκεπτικισμό. «Η προσαρμοστικότητα στον επιταχυντή Τραμπ είναι αναγκαία» σημειώνει έτερο στέλεχος της παράταξης, «όμως άλλο η ευελιξία και άλλο οι ελιγμοί εκείνοι που μας ωθούν να υποστείλουμε τη σημαία του Διεθνούς Δικαίου, της μοναδικής μας σταθεράς απέναντι σε κάθε αναθεωρητική διεκδίκηση». Ο Δημήτρης Καιρίδης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, τονίζει: «Υπάρχει η Αμερική του Χάρβαρντ και η Αμερική του Τραμπ. Ας θυμόμαστε με ποια Αμερική πρέπει να είμαστε. Και αυτό το λέω και για συναδέλφους μου».
Δεν εθελοτυφλούν μπροστά στις ανακατατάξεις, ούτε αμφισβητούν ότι το παγκόσμιο σκηνικό έχει μετατοπιστεί οριστικά. Αρνούνται, ωστόσο, να ερμηνεύσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα ως μια λευκή επιταγή σύγκλισης με τους όρους στους οποίους κινείται η νέα αμερικανική ηγεσία.
Ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος επισημαίνει: «Αν ο Κιρ Στάρμερ δεν είναι Ουίνστον Τσόρτσιλ, όπως λέει ο Τραμπ, πρέπει κι εμείς να πούμε πως ούτε όμως και ο Τραμπ είναι Φραγκλίνος Ρούζβελτ». Και συνεχίζει: «Από τον πόλεμο του Βιετνάμ στον πόλεμο στο Ιράκ η Ιστορία έχει δείξει ότι οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν με βεβαιότητες και τελειώνουν με ερωτήματα. Αν η Ιστορία επαναληφθεί, ίσως κάποτε οι ιστορικοί να αναζητήσουν έναν νέο όρο για να περιγράψουν μια μακρόσυρτη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ανάλογη με εκείνη του Viet-nam. Θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει – έστω και υπαινικτικά – “Trump-nam”».
Η στάση του Μαξίμου και η απορία
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η διαχείριση της κατάστασης δεν επιδιώκεται μέσω ρήξεων, αλλά μέσω ενός μοντέλου «απορρόφησης κραδασμών».
Στο Μέγαρο Μαξίμου, ο Πρωθυπουργός επιλέγει να μην υπερτονίζει το βάθος των αποκλίσεων, εγκλωβίζοντας τις διαφορετικές σχολές σκέψης στο πλαίσιο της «στρατηγικής ευελιξίας». «Δεν υπάρχουν δύο εξωτερικές πολιτικές, υπάρχει μία που απαιτεί πολυσχιδή προσέγγιση» είναι η μόνιμη επωδός για τις δύο αναγνώσεις, με τον ίδιο να εμφανίζεται ως διαιτητής μεταξύ ρεαλισμού και διεθνούς νομιμότητας. Την ίδια στιγμή ο Γιώργος Γεραπετρίτης από το υπουργείο Εξωτερικών και ο Νίκος Δένδιας από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας διατηρούν τις απαραίτητες ισορροπίες.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, παραπέμπει σε μια επικίνδυνη άσκηση σε τεντωμένο σκοινί. Η κυβέρνηση ακροβατεί ανάμεσα σε δύο σχολές σκέψης: από τη μία, την προσεκτική αναμονή – με χαρακτηριστικό το «δεν είναι η στιγμή για σχολιασμό της νομιμότητας» στην περίπτωση Μαδούρο – και, από την άλλη, τη συμμετοχή στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ για τη Γάζα, ενώ παράλληλα θέτει ως στόχο τον «έλεγχο του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν ώστε να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου», πάντα με επίκληση στο «Διεθνές Δίκαιο».
Ωστόσο, όσο αποτελεσματικοί κι αν φαντάζουν οι μέχρι στιγμής ελιγμοί, δεν αρκούν για να εκτονώσουν την υποβόσκουσα αβεβαιότητα που διαπερνά την παράταξη.
Το ερώτημα που πλανάται πάνω από το Αιγαίο παραμένει αμείλικτο, όπως το διατυπώνει έμπειρο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας: «Τι θα συμβεί αν ο “ειρηνοποιός” Τραμπ αποφασίσει να εξομαλύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τον δικό του real estate τρόπο, επιβάλλοντας μια προαποφασισμένη διευθέτηση;».






