Και οι δύο κυβερνήσεις Τραμπ είχαν ένα απλό σύνθημα εξωτερικής πολιτικής: «Πρώτα η Αμερική». Αυτό που δεν είναι τόσο σαφές είναι αν το «Πρώτα η Αμερική» μεταφράστηκε ποτέ σε μια ενιαία, συνεκτική εξωτερική πολιτική. Ενα ισχυρότερο επιχείρημα είναι ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προώθησε ταυτόχρονα διάφορες εξωτερικές πολιτικές – συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους – που δεν διαμορφώθηκαν από θεσμικές διαδικασίες ή διαϋπηρεσιακή πειθαρχία, αλλά από προσωπικές σχέσεις, ιδεολογικές αντιπαλότητες και παράλληλα κέντρα εξουσίας γύρω από τον πρόεδρο.
Οι αρχικοί επικριτές προειδοποίησαν ότι το «Πρώτα η Αμερική» θα αναβίωνε τον απομονωτισμό της εποχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό δεν συνέβη. Οι κυβερνήσεις Τραμπ δεν αποσύρθηκαν από τον κόσμο, αλλά ασχολήθηκαν με αυτόν επιθετικά, απρόβλεπτα, μερικές φορές ακόμη και συγκρουσιακά. Οι απομονωτιστές του σύγχρονου «Πρώτα η Αμερική» δεν κατάφεραν να επιβάλουν τη θέλησή τους, αλλά δημιουργήθηκαν δύο διακριτά στρατόπεδα, και οι διαφορές τους μπορούν να γίνουν σαφώς αντιληπτές αν συγκρίνουμε τον Μάρκο Ρούμπιο με τον Τομ Μπάρακ.
Ο Ρούμπιο εκπροσωπεί μια μεγάλη στρατηγική που γίνεται κατανοητή από τον υπόλοιπο κόσμο – μπορεί να είναι πιο επιθετική, λιγότερο συγκρατημένη και ακόμη πιο εθνικιστική και χριστιανοκεντρική από ό,τι η διεθνής κοινότητα έχει συνηθίσει να περιμένει από τις ΗΠΑ, αλλά η όποια ανησυχία προκαλεί η κοσμοθεωρία του Ρούμπιο στις ξένες πρωτεύουσες δεν οφείλεται στην απρόβλεπτη συμπεριφορά του.
Πράγματι, ακόμη και όταν ο υπουργός προσάρμοσε τη ρητορική του στις λαϊκιστικές τάσεις της βάσης του MAGA, η προσέγγισή του είναι εξαιρετικά παρόμοια με εκείνη που υιοθετούσε ως γερουσιαστής. Ο Ρούμπιο έχει δώσει έμφαση στην αντιμετώπιση αντιπάλων όπως το Ιράν και η Κίνα, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας των ΗΠΑ έναντι των μακροχρόνιων εταίρων τους, στην προστασία των χριστιανικών μειονοτήτων και στο να μη διστάζει να χρησιμοποιήσει βία και να επιδιώκει αλλαγή καθεστώτος.
Ο Μπάρακ είναι η ενσάρκωση αυτού που πολλοί αποκαλούν «συναλλακτική» εξωτερική πολιτική του προέδρου Τραμπ. Μακροχρόνιος έμπιστος του Τραμπ και δισεκατομμυριούχος επενδυτής, έχει εκτελέσει τα καθήκοντά του – ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία και το Ιράκ –, όχι σύμφωνα με το αμερικανικό δόγμα αλλά με μια προσέγγιση βραχυπρόθεσμων συμφωνιών που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις σχέσεις.
Η προτίμησή του για προσαρμοστικότητα έναντι στρατηγικής ευνοεί όσους έχουν το πάνω χέρι αυτή τη στιγμή, με αποτέλεσμα τόσο την ασυνέπεια (σχετικά με την προστασία των χριστιανών ή την αδιαφορία για την οικοδόμηση κράτους) όσο και την ανοιχτή προδοσία εταίρων (των Κούρδων).
Βραχυπρόθεσμα, ο Μπάρακ μπορεί να ισχυριστεί ότι βοήθησε τον πρόεδρο Τραμπ να προωθήσει την «ειρηνευτική ατζέντα» του, αλλά έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για έναν πόλεμο διά αντιπροσώπων ή ακόμη και για μια άμεση σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας στη Συρία και για αυξημένες απειλές για τις μειονότητες στη Συρία, καθώς το «μεταρρυθμισμένο» τζιχαντιστικό καθεστώς Αλ Σαράα/Τζολάνι εδραιώνει την εξουσία του.
Ποιος έχει το πάνω χέρι;
Οταν διέρρευσε η είδηση ότι ο Ρούμπιο ήταν η επιλογή του Τραμπ για υπουργός Εξωτερικών, αντιμετώπισε έντονο σκεπτικισμό από τους ακτιβιστές του MAGA, οι οποίοι τον θεωρούσαν μέλος των νεοσυντηρητικών και ελίτ κύκλων που ήθελαν να διαλύσουν. Αυτή η ένταση μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, καθώς ο Ρούμπιο αναπροσάρμοσε το μήνυμά του, αγκάλιασε τον οικονομικό και πολιτιστικό εθνικισμό και αναδείχθηκε σε ηγετική φωνή για θέματα όπως η Κίνα, το Ιράν και η θρησκευτική ελευθερία. Αυτή η «εξέλιξη» και το γεγονός ότι συνέχιζε να «κερδίζει» τον έκαναν αγαπητό στον πρόεδρο Τραμπ.
Η πορεία του Μπάρακ μέσα στο οικοσύστημα του MAGA ήταν διαφορετική. Η σχέση του με τον Τραμπ και η φήμη του ότι κλείνει συμφωνίες επισκίασαν τους βαθιούς δεσμούς του με τις πρωτεύουσες του Κόλπου και τα ελίτ διεθνή δίκτυα που οι ψηφοφόροι του MAGA δεν εμπιστεύονταν. Οσο ο ρόλος του Μπάρακ παρέμενε ασαφής και τα αποτελέσματα μπορούσαν να θεωρηθούν βραχυπρόθεσμες νίκες, η αποσύνδεση ήταν διαχειρίσιμη. Οταν όμως οι πολιτικές του επιλογές έγιναν ορατές, αυτό έπαψε να ισχύει.
Η εγκατάλειψη των Κούρδων, η υποβάθμιση της προστασίας των μειονοτήτων – ιδίως Δρούζων και Χριστιανών –, η υποτίμηση των ανησυχιών του Ισραήλ για τη Συρία και η προθυμία να συνεργαστεί με μια «αναμορφωμένη» τζιχαντιστική ηγεσία στη Δαμασκό προκάλεσαν ανησυχία. Και η ανησυχία αυτή εκφράστηκε με τον πιο έντονο τρόπο όχι από τους επικριτές της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά από εξέχουσες προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης MAGA.
Η Λόρα Λούμερ ζήτησε την απομάκρυνση του Μπάρακ από τα διπλωματικά του καθήκοντα, υποστηρίζοντας ότι «για χάρη της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ ο Τομ Μπάρακ πρέπει να απομακρυνθεί αμέσως» και κατηγορώντας τον ότι η στάση του «έχει κοστίσει ζωές και έχει υπονομεύσει την ηθική υπόσταση της Αμερικής», ενώ αποτελεί «απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και όλες τις μη μουσουλμανικές θρησκευτικές μειονότητες». Ο Μαρκ Λέβιν ήταν ακόμη πιο καυστικός, καταδικάζοντας την κριτική του Μπάρακ για τις ενέργειες του Ισραήλ στη Συρία ως απερίσκεπτη και προειδοποιώντας ότι «αυτού του είδους η δημόσια στάση βοηθά και ενθαρρύνει τους δολοφόνους», ενώ τον κατηγόρησε ότι νομιμοποιεί παράγοντες που συνδέονται με «βετεράνους του ISIS που σφάζουν Δρούζους και άλλες μειονότητες».
Η θέση του Μπάρακ απέναντι στον Τραμπ δεν επηρεάστηκε αρνητικά από αυτές τις επικρίσεις, αλλά πλέον βρίσκεται στο επίκεντρο ενός πολύ πιο εκρηκτικού ζητήματος για τους MAGA: τη διαμάχη για τον Τζέφρι Επστιν. Οι αποκαλύψεις ότι ο Μπάρακ παρέμεινε σε συνεχή και συχνή επικοινωνία με τον Επστιν μετά την καταδίκη του το 2008 τον εκθέτουν στην ευρύτερη βάση MAGA. Οι αναφορές στα αρχεία Επστιν δεν αποδεικνύουν ποινικό αδίκημα. Αλλά σε ένα κίνημα που χαρακτηρίζεται από σκεπτικισμό ως προς την ατιμωρησία των ελίτ, η αντίληψη έχει σημασία. Μπάρακ και Επστιν ήταν στενοί φίλοι και η επικοινωνία τους δεν μπορεί εύκολα να θεωρηθεί «αθώα».

Ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του Μπάρακ και του Τζέφρι Επστιν. Κάτω: Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος στη Συρία Τομ Μπάρακ σε παλαιότερη συνάντηση με τον πρόεδρο της Συρίας Αχμέντ αλ Σαράα.
Ωστόσο, ο Μπάρακ εξακολουθεί να προστατεύεται από τον Τραμπ, αλλά είναι όλο πιο απομονωμένος από το κίνημα που στηρίζει τον τραμπισμό πέρα από τον ίδιο τον Τραμπ. Και ορισμένα σημεία καμπής ενδέχεται να βρίσκονται μπροστά μας.
Το Ισραήλ και η Τουρκία οδεύουν προς πιθανές συγκρούσεις – στη Συρία ή λόγω της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γάζα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Μπάρακ έχει εκφράσει συμπάθεια για τις τουρκικές προτεραιότητες – θέση που μοιάζει αδύνατη, δεδομένης της στάσης του Ρούμπιο απέναντι στο Ισραήλ και της εγχώριας πολιτικής πραγματικότητας στις ΗΠΑ, ειδικά σε μια εκλογική χρονιά.
Για πόσον καιρό ο Μπάρακ θα διατηρήσει την εμπιστοσύνη του προέδρου Τραμπ είναι υψίστης σημασίας για την Ελλάδα και την περιοχή. Κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ξεκίνησε μια στρατηγική για την Ανατολική Μεσόγειο και ο ίδιος υπέγραψε τον νόμο για την Ασφάλεια και την Ενεργειακή Συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και τα δύο σηματοδότησαν ότι οι ΗΠΑ δεν θα βασίζονταν ούτε θα υποχωρούσαν στην Τουρκία όσον αφορά την περιφερειακή πολιτική. Ο Μπάρακ προσπαθεί να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση. Θα του το επιτρέψει ο Ρούμπιο, ο οποίος συνυπέγραψε τον νόμο για την Ανατολική Μεσόγειο;
Ο κ. Εντι Ζεμενίδης είναι εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).



