Υποχρεωμένες να συμβιώσουν υπό τη νέα διεθνή συνθήκη, εν μέσω της πρωτοφανούς γεωπολιτικής αστάθειας και των παγκόσμιων ανακατατάξεων, είναι η Ελλάδα και η Τουρκία, παραπέμποντας για ακόμα μια φορά τη διευθέτηση των δομικών νομικών – διπλωματικών ζητημάτων που τις χωρίζουν στο μέλλον. Και μάλιστα δίχως να διαφαίνεται στον ορίζοντα η παραμικρή προοπτική επίλυσης έστω της μιας διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα, δηλαδή της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Με φόντο τις πολυτελείς αίθουσες και τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του Προεδρικού Μεγάρου της Αγκυρας, Κυριάκος Μητσοτάκης και Ταγίπ Ερντογάν συμφώνησαν ότι στο κομβικό σταυροδρόμι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή δεν υπάρχουν περιθώρια επιπλέον εντάσεων, προκρίνοντας την ανάγκη να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας ώστε να αποκλιμακώνονται οι – όχι λίγες το τελευταίο διάστημα – αντιπαραθέσεις.

Ο έλληνας πρωθυπουργός και ο τούρκος πρόεδρος υπεράσπισαν μέχρι κεραίας τα κεκτημένα της Διακήρυξης των Αθηνών, παρά τις εμφανώς διαφορετικές αναγνώσεις που Αθήνα και Αγκυρα αναπτύσσουν επί καίριων σημείων του κειμένου.

«Aλληλένδετες» διαφορές

«Αμφότερες οι πλευρές επανέλαβαν ότι η ενισχυμένη διμερής συνεργασία, με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, θα ενισχύσει περαιτέρω την περιφερειακή ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία και θα τονώσει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής». Αυτό είναι ίσως το πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα της Κοινής Δήλωσης που υπέγραψαν εν μέσω χειροκροτημάτων οι δύο ηγέτες, με ανώτερες διπλωματικές πηγές από την Αθήνα να χαρακτηρίζουν «σημαντικό βήμα» τη δημόσια αναφορά του κ. Ερντογάν στο Διεθνές Δίκαιο ως εργαλείο επίλυσης των «περίπλοκων αλλά όχι ανυπέρβλητων» – όπως ο ίδιος τα χαρακτήρισε – διμερών ζητημάτων.

Παρά πάντως τις καλές προθέσεις και την πανομοιότυπη πρόσληψη της διεθνούς συγκυρίας, ο τούρκεπτάος πρόεδρος αποδόμησε τις ισχνές ελπίδες που είχαν δημιουργηθεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα περί πιθανής διάθεσης της Αγκυρας να απομονώσει από την αναθεωρητική ατζέντα της το θέμα της οριοθέτησης των χωρικών υδάτων, προφανώς ως πρώτο βήμα για τη χάραξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας.

Σύμφωνα τον κ. Ερντογάν – και κατά την πάγια θέση της Αγκυρας – τα προβλήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι «αλληλένδετα», άρα θα πρέπει να συζητηθούν σε μια λογική-«πακέτο»: χωρικά ύδατα, «γκρίζες ζώνες», τρόπος οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας, διαφορά μεταξύ χωρικών υδάτων και εθνικού εναέριου χώρου, όρια FIR, δικαιοδοσία έκδοσης αδειών προς έρευνα, αλλά και για περιστατικά διάσωσης (SAR).

Φυσικά, η προσέγγιση της Τουρκίας απορρίπτεται διαχρονικά και συλλήβδην από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ξεκαθαρίζει ότι η Αθήνα συζητά μόνο περί των θαλασσίων ζωνών, ευχόμενος μάλιστα οι δύο πλευρές να οδηγηθούν κάποια στιγμή ενώπιον της διεθνούς δικαιοδοσίας, με οδηγό το Δίκαιο της Θάλασσας. Οι προσεκτικά διατυπωμένες απόψεις των δύο ηγετών – σε μια συνέντευξη Τύπου η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς ερωτήσεις που ενδεχομένως να ανέβαζαν τη θερμοκρασία – λειτούργησαν υπέρ της διατήρησης του θετικού κλίματος, ανέδειξαν όμως και τα ανύπαρκτα περιθώρια ουσιαστικής προόδου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το σκεπτικό πάντως του κ. Μητσοτάκη, αλλά και της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών υπό τον Γιώργο Γεραπετρίτη δεν έχει αλλάξει: «Μόνο αν διευθετηθεί η διαφορά μας θα επιτύχουμε την ευκταία “μακρά ειρήνη”, σε βάθος δεκαετιών με την Τουρκία». Εξού και ο Πρωθυπουργός δεν παρέλειψε, ολοκληρώνοντας τις δηλώσεις του στο Λευκό Παλάτι, να προβάλει τη δική του φιλοσοφία για το μέλλον της περιοχής, εδραζόμενος ξανά στην ιστορική παρακαταθήκη των καιρών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: «Η μοίρα μας όρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο. Ωστε με αίσθημα ευθύνης να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ».

Τέτοια προοπτική όμως δεν υπάρχει. Κατά γενική ομολογία, αυτή τη στιγμή οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν συμπεριλαμβάνονται στις προτεραιότητες των δύο κυβερνήσεων εκατέρωθεν του Αιγαίου. Λείπουν ακόμα και ελάχιστες συνθήκες συναίνεσης πέριξ ενός συμβιβασμού που ενδεχομένως να οδηγούσε στην ειρήνευση.

Η Ελλάδα τελεί ήδη σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, με την κυβέρνηση να «τρέχει» σειρά πρωτοβουλιών ώστε να βελτιώσει την εικόνα της στο εσωτερικό. Η Τουρκία, από την άλλη, επικεντρώνεται στη Μέση Ανατολή, επιδιώκοντας να καταστεί η δύναμη που θα καθορίζει και όχι απλώς θα ακολουθεί τις εξελίξεις.

Αν πάντως η Αθήνα κληθεί να σχεδιάσει μεσοπρόθεσμα τη στρατηγική της, θα πρέπει να εκτιμήσει ότι το ελληνοτουρκικό ισοζύγιο ισχύος θα διαμορφωθεί στη βάση μιας σειράς όχι ευνοϊκών δεδομένων. Είτε αυτά έχουν να κάνουν με τα δημογραφικά μεγέθη είτε με τις δυνατότητες των εγχώριων αμυντικών βιομηχανιών. «Προφανώς ο συσχετισμός αυτός πρέπει να μας προβληματίσει» λέει με σκεπτικισμό στο «Βήμα» στέλεχος που γνωρίζει τον τρόπο σκέψης του Πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών.

Διαφορετικές προτεραιότητες

Επειτα όμως από τη δέκατη συνάντηση κορυφής των δύο ηγετών και τη συνεδρίαση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, και ειδικά όσον αφορά την ουσία των διμερών σχέσεων, ανοίγει μια παρένθεση, το υποθετικό κλείσιμο της οποίας θα πρέπει τοποθετηθεί μετά τις εθνικές εκλογές στην Ελλάδα, αλλά και αφού διαμορφωθούν τα δεδομένα ως προς το πολιτικό μέλλον του Ταγίπ Ερντογάν. Υπενθυμίζεται ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση στην Τουρκία είναι προγραμματισμένη για την άνοιξη του 2028, χωρίς ουδείς να γνωρίζει την οδό που θα ακολουθήσει ο κ. Ερντογάν ώστε να δώσει στον εαυτό του τη δυνατότητα εκ νέου υποψηφιότητας.

Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μια σχολή σκέψης στην Αθήνα «Τουρκία χωρίς τον επί σχεδόν 25 συναπτά έτη πρωθυπουργό και πρόεδρο θα είναι μια εντελώς διαφορετική και ενδεχομένως επικίνδυνη υπόθεση». Διά της επιχειρούμενης σύγκλισης πάντως οι δύο πρωτεύουσες ορθώνουν τείχος έναντι και της φημολογούμενης αμερικανικής παρέμβασης επί των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ενα πεδίο διπλωματικής αντιπαράθεσης, επί του οποίου η Αθήνα δύναται να ασκήσει πίεση με στόχο την υποχώρηση της Αγκυρας από τις πλέον σκληρές θέσεις της, είναι οι ευρωτουρκικές σχέσεις. Οχι φυσικά όσον αφορά το έως και ανύπαρκτο ενδεχόμενο ένταξης της γείτονος στην Ενωση, αλλά σε σχέση με την ενεργό συμμετοχή της στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας και στον επανασχεδιασμό της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Γι’ αυτό και ο Κυριάκος Μητσοτάκης άδραξε την ευκαιρία – υλοποιώντας εν προκειμένω μια από τις πλέον ρητές δεσμεύσεις του στα εθνικά θέματα – και έθεσε δημοσίως, στο πλευρό του κ. Ερντογάν, το αίτημα απόσυρσης κάθε «τυπικής και ουσιαστικής» τουρκικής απειλής έναντι της Ελλάδας.

Η αναγωγή αυτής της διπλωματικά διατυπωμένης πρότασης σε απαίτηση απαλοιφής του casus belli (ισχύει με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του 1995) είναι αναπόφευκτη και συνδέεται άρρηκτα με την αποφυγή ενός πιθανού ελληνικού βέτο έναντι της εκταμίευσης ευρωπαϊκών πόρων προς την τουρκική αμυντική βιομηχανία. Παρά το γεγονός ότι το εν λόγω ζήτημα προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Τουρκία και συζητήθηκε με αιχμηρό τρόπο στο τετ α τετ, ο κ. Ερντογάν τήρησε δημοσίως ήπια στάση. Κι αυτό διότι η Αγκυρα έχει εμπεδώσει ότι ο δρόμος για τον αμυντικό πυρήνα της Ευρώπης περνά από την Αθήνα και τη Λευκωσία. Αυτό βέβαια δεν αποτρέπει την Τουρκία, η οποία συνεχίζει να ενισχύει τις αμυντικές σχέσεις της με τα ισχυρότερα μέλη της ΕΕ ή/και του ΝΑΤΟ, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Βρετανία.