Το 2026 αποτελεί έτος πρόκλησης για τις κεντρικές τράπεζες. Ενώ ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ κινείται κοντά στο 3% και η Fed μείωσε το επιτόκιο πολιτικής κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο, ο Τραμπ «πιέζει» με τις γνωστές τακτικές (φραστικού) bullying σε περαιτέρω μείωση του επιτοκίου (από την περιοχή του 3,5% με 3,75% σήμερα) στο… 1%!

Οι αγορές μάλλον υποτιμούν τον πιθανό αντίκτυπο του Τραμπ στις αποφάσεις επιτοκίων. Εάν, και όταν, ο Τραμπ καταφέρει να «βομβαρδίσει» το διοικητικό συμβούλιο της Fed με «δικούς» του υποψηφίους, πιθανότατα να γίνουμε μάρτυρες «επιθετικών μειώσεων» των επιτοκίων κατά τουλάχιστον 50 μονάδες βάσης σε μελλοντικές συνεδριάσεις της Fed.

Αυτό θα πυροδοτήσει τον πληθωρισμό και θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στη Fed. Η απώλεια εμπιστοσύνης θα προκαλούσε, στη συνέχεια, μεγάλη πτώση της αξίας του δολαρίου και θα οδηγούσε σε (πολύ) υψηλότερο κόστος δανεισμού, υπονομεύοντας τις προοπτικές του αμερικανικού ΑΕΠ για το 2026.

Εάν αυτό συμβεί, άλλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αλλά και η Τράπεζα της Αγγλίας, θα υποστούν ζημιά στη φήμη τους. Και τούτο επειδή, καλώς ή κακώς, οι νομισματικές εξελίξεις στις ΗΠΑ επηρεάζουν από ιστορική άποψη και τον υπόλοιπο κόσμο.

Οσον αφορά την ΕΚΤ, ο πληθωρισμός κινείται στην περιοχή του 2,2%, κοντά δηλαδή στον στόχο του 2%. Ο πληθωρισμός εκτιμάται στο 1,8% το 2026, ενώ η ανάπτυξη εκτιμάται στο 1,2% το 2025 και στο 1,1% το 2026. Λογικά, λοιπόν, δεν θα πρέπει να αναμένουμε (σημαντικές) αλλαγές στο επιτόκιο πολιτικής της ΕΚΤ για το 2026.

Εκτός εάν το γεωπολιτικό ρίσκο (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας και αλλοπρόσαλλες πολιτικές Τραμπ) επηρεάσουν αρνητικά το παγκόσμιο οικονομικό κλίμα. Ας μην ξεχνάμε επιπλέον ότι οι ΗΠΑ διοργανώνουν (από κοινού με Μεξικό και Καναδά) το Μουντιάλ του 2026. Οπότε θέματα ασφαλείας μπορούν να πυροδοτήσουν με εξαιρετικά απρόβλεπτο τρόπο το γεωπολιτικό ρίσκο.

Η Τράπεζα της Αγγλίας αντιμετωπίζει πιο «παραδοσιακές» οικονομικές προκλήσεις: απροσδόκητη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,1% τόσο τον Σεπτέμβριο όσο και τον Οκτώβριο και πληθωρισμό άνω του 3% τους τελευταίους 14 μήνες.

Σύμφωνα με τις εμπειρικές εκτιμήσεις μου, τα τελευταία έτη έχουν καταγράψει αυξανόμενη «επιμονή» του βρετανικού πληθωρισμού σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα θα χρειαστούμε περισσότερο χρόνο (από ό,τι προβλέπουν τα οικονομικά μοντέλα) προκειμένου οι αυξήσεις του επιτοκίου πολιτικής τη διετία 2023-2024 να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κάτω από το 3%.

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στη βρετανική οικονομία, εντοπίζω δύο «ελέφαντες στο βρετανικό δωμάτιο» που σίγουρα μετακινούν τον πληθωρισμό σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ο πρώτος ελέφαντας έχει να κάνει με την πολιτική ποσοτικής σύσφιγξης, δηλαδή την αντιστροφή της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης που ακολούθησε η Τράπεζα της Αγγλίας ως απάντηση στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009.

Η τελευταία μου έρευνα διαπιστώνει ότι η εφαρμογή της ποσοτικής σύσφιγξης (από το 2022 και μετά) έχει αυξήσει το κόστος δανεισμού της Βρετανίας κατά (μέσο όρο) 37 μονάδες βάσης. Η Τράπεζα της Αγγλίας εκτιμά αρκετά χαμηλότερη επίδραση μεταξύ 15 και 25 μονάδων βάσης στο κόστος δανεισμού της Βρετανίας.

Η δική μου άποψη είναι ότι η ποσοτική σύσφιγξη περιορίζει με επιτυχία τις ανοδικές κινήσεις του πληθωρισμού επειδή μειώνει την οικονομική δραστηριότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού καθιστά τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές λιγότερο πρόθυμους να επενδύσουν και να ξοδέψουν αντίστοιχα.

Η Τράπεζα της Αγγλίας είναι προφανώς απρόθυμη να προβάλει ένα παρόμοιο επιχείρημα με το δικό μου. Και τούτο επειδή φοβάται ότι στην περίπτωση αυτή θα αντιμετωπίσει σοβαρή κριτική υπό την έννοια ότι συμβάλλει (μέσω της ποσοτικής σύσφιγξης) σε αδικαιολόγητα υψηλό κόστος δανεισμού!

Ο δεύτερος ελέφαντας στο βρετανικό δωμάτιο, που δημιουργεί κινδύνους τόσο για τον πληθωρισμό όσο και για την ανεργία, σχετίζεται με τα συνδικάτα και την αυξανόμενη δύναμή τους. Ενα πρόσφατο άρθρο στους «Times», για παράδειγμα, εκτιμά ότι οι συνδικαλιστικές πολιτικές του Στάρμερ κινδυνεύουν να μας επαναφέρουν στη δεκαετία του 1970, όπου τα εργατικά σωματεία αποτελούσαν κράτος εν κράτει.

Περισσότερο ισχυρά συνδικάτα μπορούν να οδηγήσουν σε αυξήσεις μισθών πολύ πάνω από την παραγωγικότητα εργασίας. Με τον τρόπο αυτόν, πυροδοτούν πληθωριστικές πιέσεις και οδηγούν σε ανοδική πορεία την ανεργία.

Πρόσφατα επεσήμανα τους κινδύνους για τον πληθωρισμό που αναδύονται ως αποτέλεσμα της πολιτικής της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς, η οποία ενέκρινε αυξήσεις μισθών στον δημόσιο τομέα χωρίς να εξασφαλίσει ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας του βρετανικού κράτους. Ολα αυτά επαναφέρουν συνδικαλιστικές μνήμες από τη δεκαετία του 1970: Πράγματι, τα ισχυρά συνδικάτα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 συνέβαλαν κατά το ένα πέμπτο (20% δηλαδή) στην αύξηση του ποσοστού ανεργίας από το 4,5% το 1975 στο 9,6% το 1981!

Δεν ισχυρίζομαι ότι σύντομα θα δούμε «έκρηξη» ανεργίας λόγω της αύξησης της δύναμης των συνδικάτων.

Ωστόσο, ο αξιοσημείωτος αντίκτυπος στην ανεργία κατά τη δεκαετία του 1970 λειτουργεί ως χρήσιμο μάθημα για το παρόν και το μέλλον. Εάν τα ισχυρότερα συνδικάτα (i) πυροδοτήσουν πληθωριστικές πιέσεις μέσω παράλογης αύξησης μισθών και (ii) προκαλέσουν υψηλότερη ανεργία, η Τράπεζα της Αγγλίας θα αναγκαστεί να διατηρήσει το επιτόκιο πολιτικής σε υψηλότερο επίπεδο από το 3,5% με 3,75% το 2026. Ανεπιθύμητο οικονομικό σενάριο, αλλά σίγουρα λιγότερο ανεπιθύμητο από το να έχεις τον πρόεδρο Τραμπ να αναπνέει πάνω από το κεφάλι της Fed!

Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο University of Liverpool.