Ενας πολύγαμος δικηγόρος από την Υεμένη, ο κ. Αλ-Ανεσί, στον οποίο η Ολλανδία χορήγησε άσυλο, ζει εκεί με την πρώτη του σύζυγο και τα οκτώ παιδιά τους. Ωστόσο, η διοίκηση αρνήθηκε την είσοδο πέντε άλλων παιδιών που γεννήθηκαν από τη δεύτερη και την τρίτη σύζυγό του, οι οποίες, μαζί με τα παιδιά, διαμένουν στην Τουρκία. Καθώς η ολλανδική νομοθεσία επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση του αλλοδαπού που νόμιμα διαμένει στη χώρα μόνο υπέρ μίας συζύγου και των παιδιών που γεννήθηκαν από αυτή, η εθνική διοίκηση όπως και όλα τα ολλανδικά δικαστήρια στα οποία προσέφυγε ο κ. Αλ-Ανεσί εναντίον της απόφασης της διοίκησης έκριναν ότι το ατομικό συμφέρον του κ. Αλ-Ανεσί και των παιδιών του να επανενωθούν δεν υπερέβαινε το γενικό συμφέρον της προστασίας της ηθικής και της δημόσιας τάξης, που αποδοκιμάζουν την πολυγαμία και όλες τις συνέπειές της. Ο υεμενίτης δικηγόρος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο, προφανώς αφού κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή, αποφάσισε στις αρχές της περασμένης χρονιάς να τη διαβιβάσει στην ολλανδική κυβέρνηση, θέτοντάς της το ακόλουθο ερώτημα: οι Αρχές, με την άρνησή τους να χορηγήσουν άδειες διαμονής στα παιδιά του αιτούντος με το σκεπτικό που αναφέρθηκε, συμμορφώθηκαν με τις θετικές υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή;

Στην Ολλανδία, η απόφαση του Δικαστηρίου δεν προκάλεσε ιδιαίτερα μεγάλη αίσθηση. Την «ανακάλυψαν» όμως στη Γαλλία, πριν από λίγους μήνες, τα έντυπα και τα ΜΜΕ του ακροδεξιού μεγαλοεπιχειρηματία Μπολορέ, που ξεσπάθωσαν εναντίον της απόφασης του ΕΔΔΑ διασπείροντας την «είδηση» ότι προετοιμάζει τη «νομιμοποίηση της πολυγαμίας» στην Ευρώπη. Ο λόγος και ο αντίλογος (επιστημονικός, κυρίως) για την απόφαση ξεπέρασαν τα σύνορα της Γαλλίας (και της Ολλανδίας) και επεκτάθηκαν σε χώρες όπου η παρουσία κοινοτήτων μουσουλμάνων είναι μέρος της καθημερινότητάς τους.

To ΕΔΔΑ πήρε την απόφαση να δικάσει την προσφυγή του κ. Αλ-Ανεσί τηρώντας τη σταθερή μέχρι σήμερα νομολογία του: από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει ότι υπάρχει οικογενειακή ζωή μεταξύ του πατέρα και των παιδιών του, ακόμη και αν αυτά έχουν γεννηθεί εντός ενός πολυγαμικού περιβάλλοντος. Επομένως, έχουν δικαίωμα, όπως όλα τα παιδιά, σε μια ελάχιστη προστασία. Από την άλλη μεριά, τα κράτη παραμένουν ελεύθερα να απαγορεύουν την πολυγαμία, να μην αναγνωρίζουν τους πολυγαμικούς γάμους και να αρνούνται την επανένωση των επιπλέον συζύγων. Η προστασία των παιδιών δεν ισοδυναμεί με νομιμοποίηση της πολυγαμίας, αλλά με άρνηση να είναι αυτά που θα πληρώσουν το τίμημα επειδή γεννήθηκαν μέσα σε ένα διαφορετικό οικογενειακό σύστημα, το οποίο η πολιτεία αποδοκιμάζει. Αυτό το πλαίσιο αρχών εφαρμόστηκε στην απόφαση Αλ-Ανεσί. Τίποτα, απολύτως τίποτα, δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο μετατρέπει την πολυγαμία σε «ανθρώπινο δικαίωμα»!

Ο ακροδεξιός λόγος, για να σπείρει την ανησυχία στο κοινό, παρουσιάζει το Δικαστήριο σαν καρικατούρα. Σαν έναν αφελή δικαστή, αιχμάλωτο μιας ατομικιστικής λογικής, ανίκανο να αντισταθεί σε προσφεύγοντες που «χρησιμοποιούν» τα παιδιά τους για να παρακάμψουν τον νόμο. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ δεν έχει ποτέ αναγνωρίσει ένα γενικό δικαίωμα στη μετανάστευση, ούτε ένα αυτόματο δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση. Δεν υποκαθιστά τις εθνικές κυριαρχίες, αλλά ελέγχει ότι αυτές δεν έχουν θυσιάσει τα παιδιά χωρίς να τα δουν. Το να λέμε ότι αυτός ο λεπτομερής έλεγχος ισοδυναμεί με «άνοιγμα της πόρτας στην πολυγαμία» δεν έχει να κάνει τόσο με το δίκαιο όσο με την παραπλάνηση.

Αυτό που στοχεύεται μέσω της υπόθεσης Αλ-Ανεσί δεν είναι μόνο μια ευαίσθητη υπόθεση, αλλά η ίδια η νομιμότητα ενός διεθνούς δικαστή που έχει ως αποστολή να υπενθυμίζει στα κράτη τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ελεύθερα. Το επιχείρημα είναι γνωστό από παλιά: το Δικαστήριο είναι αποκομμένο από τους λαούς, καθοδηγείται από μια ιδεολογία και «αποδομεί» τις ευρωπαϊκές αξίες. Με την επανάληψη αυτού του ρεφρέν επ’ αφορμή της υπόθεσης Αλ-Ανεσί, προετοιμάζεται η κοινή γνώμη να θεωρήσει φυσιολογικό το να μην τηρούνται από τις κυβερνήσεις οι αποφάσεις του Δικαστηρίου, ότι πρέπει να περιοριστεί η εξουσία του και να αναθεωρηθεί η λογική που το διέπει ως αντίβαρο στην κρατική αυθεντία.

Σε μια εποχή όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα καλούνται ολοένα συχνότερα να επινοούν νέους λόγους της ύπαρξής τους, ο καθένας πρέπει να διαλέξει το στρατόπεδο στο οποίο θα σταθεί: αυτό της απαιτητικής και απαραίτητης κριτικής στις ευρωπαϊκές δικαστικές αποφάσεις, που σέβεται τα γεγονότα και το δίκαιο, ή εκείνο της διασποράς του φόβου, που παραμορφώνει την πραγματικότητα και το δίκαιο για να απονομιμοποιήσει ευχερέστερα την ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη. Ο ακροδεξιός λόγος επιλέγει τον δεύτερο δρόμο. Είναι καιρός όλοι οι υπόλοιποι να κινητοποιηθούμε για να αμφισβητήσουμε τις διαστρεβλώσεις και τις αβάσιμες επιθέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

O κ. Πέτρος Στάγκος είναι ομότιμος καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΑΠΘ.