Η πρόσφατη δήλωση του κύπριου προέδρου ότι προτίθεται να ζητήσει την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ προκάλεσε αναταράξεις στο κρανίο εκείνων που αυτοδοξάζονται ως «προοδευτικοί». Τέτοια εξέλιξη, εξερράγη μεγαλοσχήμων τις, προοιωνίζεται «δεινά», χωρίς να καταδεχθεί να μας διδάξει ποια είναι τούτα. Κι έτσι, εν μια ριπή, ο «χώρος» που εμπορεύεται μονοπωλιακά τη μελλοντική ευτυχία του τόπου αλλά και της ανθρωπότητας βούλιαξε ομαδικά σε εκείνο το παρελθόν του που θα τον συνέφερε να ξεχαστεί. Υπενθυμίζω ότι αν είχε εφαρμοστεί το 1964 το τελικό σχέδιο Ατσεσον ολόκληρο το νησί θα ήταν σήμερα μέρος της ελληνικής επικράτειας, χωρίς τουρκική στρατιωτική παρουσία. Ομως, οι «προοδευτικοί» της εποχής το πολέμησαν σφοδρά επειδή έτσι, λέει, η Κύπρος θα γινόταν μέρος του ΝΑΤΟ.
«Και διηγώντας τα να κλαις»: η ιδεολογική μονομανία – οποιασδήποτε χροιάς – ξεπερνάει πάντα κάθε μέριμνα για το συμφέρον της πατρίδας. Και όσο πιο λυσσασμένη τόσο πιο εθνικά καταστροφική. Η Κύπρος δεν θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ γιατί δεν θα το επιτρέψει ποτέ η Τουρκία, που θα είχε τόσα να χάσει στρατηγικά και πολιτικά από τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλά δεν είναι πρώτη φορά που διακηρύξεις που φαντάζουν «αριστερές», όπως ο αντινατοϊσμός που δικαιώνει ασμένως τον επεκτατισμό του Πούτιν και το μένος κατά του Ισραήλ, προσφέρουν στήριξη στα ηγεμονικά σχέδια του τουρκικού καθεστώτος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια μυωπική ιδεοληψία αποπνέουν και οι «προοδευτικές» αντιδράσεις σχετικά με τη δράση των ελληνικών Πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία. Αυτοί που σήμερα ωρύονται είχαν ως γνωστόν ψηφίσει υπέρ της αποστολής εκεί των αμυντικών συστημάτων. Η διπλοπροσωπία τους δείχνει μια πάγια τακτική: την ασύστολη εργαλειοποίηση κάθε ζητήματος, εσωτερικού ή εξωτερικού, μικρού ή μεγάλου, για κάποιο πραγματικό ή φανταστικό κομματικό όφελος της στιγμής. Αυτό συχνά ξεπερνάει τα όρια της (κακώς, βέβαια) αναμενόμενης πολιτικής οξύτητας και γίνεται καθαρή ανηθικότητα. Η ελληνική ναυτιλία είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας αλλά και του διεθνούς κύρους της χώρας και οι επιθέσεις κατά πλοίων στον Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα αποτελούν καίριο χτύπημα εναντίον της. Κάθε ελληνική κυβέρνηση έχει υποχρέωση στον εαυτό της, στον λαό της να συμμετέχει ενεργητικά σε κάθε διεθνή προσπάθεια, είτε ΑΣΠΙΔΕΣ λέγεται αυτή είτε κάτι άλλο που θα προκύψει μετά τον πόλεμο, που θα προστατεύει, και με στρατιωτικά μέσα, την ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τους Ιρανούς Φρουρούς ή τους Χούθι. Και πάνω απ’ όλα στις σημερινές συνθήκες υποχρεούται να συμβάλλει στην άμυνα της Κύπρου, σε σύμπραξη με τη Γαλλία, με το Ισραήλ ή όποιον άλλο, από τα μη επανδρωμένα και τους βαλλιστικούς πυραύλους των Φρουρών και της Χεζμπολάχ.
Οι υστερικές κραυγές μιας προσχηματικής αντιπολεμικής ευαισθησίας – προσχηματικές γιατί προέρχονται από τους ίδιους που επευφημούν τον κατακτητικό πόλεμο του Πούτιν – είναι απλώς ντροπή. Καταρρακώνουν το γόητρο της χώρας αλλά και υπονομεύουν κάθε αίτημά της για διεθνή υποστήριξη για τα δικά της νόμιμα συμφέροντα στο Αιγαίο ή αλλού. Η υστερία τούτη φανερώνει και μια άλλη πάγια αντίληψη του ελληνικού αντιδυτικισμού, δεξιού και αριστερού, για τις συμμαχίες της χώρας – και για εκείνες που αποδέχεται στα λόγια (όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση) και εκείνες που μισεί μεν αλλά είναι αναγκασμένος να δεχθεί ως γεγονός τετελεσμένο. Η χρησιμότητα μιας συμμαχίας έγκειται στο αν «μας συμφέρει». Συμφέρον όμως για τη χώρα είναι αυτό που – μαξιμαλιστικά και ξεκομμένα από κάθε νόμιμη διεθνή υποχρέωση – ορίζει κάθε τυχάρπαστη φατρία που αυτοστεφανώνεται προοδευτική. Η Ελλάδα δικαιούται να απαιτεί τα πάντα από όλους, δεν οφείλει να πράττει τίποτα για κανέναν: αυτό είναι διαχρονικά το σύνθημα των μονίμως αγανακτισμένων υπερπατριωτών που έχουν πολλάκις καταστρέψει τον ελληνισμό. Αυτός ο εθνικιστικός εγωισμός είναι η αρχική ρύθμιση της κάθε αντιπολιτευτικής τυφλότητας στον τόπο μας. Και ο πρωτογονισμός αυτός είναι η αιτία για τη διεθνή απαξίωση και απομόνωση της χώρας.



