Οσο και αν φαντάζει παράδοξο, ο εφετινός εορτασμός για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Κεμάλ Ατατούρκ, που οδήγησε στην κατάργηση του Χαλιφάτου και στην αντικατάστασή του από ένα κοσμικό κράτος «δυτικού τύπου», δεν είχε καμία απολύτως αναφορά στο γεγονός αυτό, αλλά αντίθετα έδωσε την ευκαιρία στον Ταγίπ Ερντογάν να επισημοποιήσει τη γνωστή εδώ και καιρό στροφή του στον Νεοοθωμανισμό.

Πρόκειται για τον περιβόητο νέο «Τουρκικό Αιώνα», που επιδιώκει ουσιαστικά την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται στη σημερινή εξαιρετικά ταραγμένη εποχή. Καθώς μάλιστα συνοδεύεται από μια έντονη αντιδυτική ρητορική, τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ και βέβαια την εξοργιστική διαπίστωση ότι η Χαμάς δεν είναι μια τρομοκρατική αλλά μια «απελευθερωτική οργάνωση», που όπως ήταν φυσικό προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις.

Ετσι πέρα από το γενικότερο ερώτημα για το αν η Τουρκία με όλα αυτά που διακηρύσσει μπορεί να συνεχίσει να ανήκει στο λεγόμενο «δυτικό στρατόπεδο», προκύπτει και το ειδικότερο ερώτημα που μας αφορά άμεσα. Ιδιαίτερα τώρα που μετά από μια μακρά περίοδο εντάσεων έχει ξεκινήσει, για πολλοστή φορά, ένας ακόμη δύσκολος ελληνοτουρκικός διάλογος και μάλιστα έχει προγραμματιστεί για τις 7 Δεκεμβρίου μια συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Θεσσαλονίκη.

Προς το παρόν πάντως η ελληνική πλευρά εμφανίζεται να διατηρεί την ψυχραιμία της, ενώ η τουρκική (παρά τις νεοοθωμανικές εδαφικές ρητορικές διεκδικήσεις που περιλαμβάνουν και τη Θεσσαλονίκη!) διαβεβαιώνει ότι επιμένει στη βελτίωση των διμερών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα. Και να δούμε τώρα αν η διαβεβαίωση αυτή θα ισχύσει, μέσα στο γενικότερο αρνητικό κλίμα που έχουν δημιουργήσει οι δηλώσεις Ερντογάν. Δηλώσεις που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχαν κυρίως ως στόχο να αποσπάσουν την προσοχή των Τούρκων από τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, με την ενίσχυση ενός νέου αισθήματος εθνικής υπερηφάνειας.

Εμφανίζεται έτσι ο Ερντογάν ως ο νέος «Πατερούλης του Εθνους», όπως ακριβώς το είχε πράξει και ο Κεμάλ. Ενώ δεν διστάζει να έλθει σε αντιπαράθεση με τους Αμερικανούς, πότε υποδεχόμενος τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν και πότε τους εκπροσώπους της Χαμάς ή της Χεζμπολάχ. Ακριβώς όπως έπραξε με τον Πούτιν στον πόλεμο της Ουκρανίας. Kαι ας μην ξεχνάμε ότι έχει εισβάλει σε Συρία και Ιράκ και έχει στρατεύματα σε Κατάρ, Λιβύη, Σομαλία και Αζερμπαϊτζάν. Ετοιμάζεται μάλιστα τώρα να παραλάβει δύο επιπλέον αεροπλανοφόρα μαζί με πρόσθετο μαζικό πολεμικό υλικό νέας τεχνολογίας.

Φυσικό είναι λοιπόν οι ενέργειες αυτές να έχουν προκαλέσει μεγάλο εκνευρισμό στις ΗΠΑ, όπως απέδειξε και η ιστορία γύρω από την επίσκεψη ή όχι στην Αγκυρα του Αντονι Μπλίνκεν. Οταν είναι γνωστό ότι όλα αυτά τα χρόνια η Ουάσιγκτον απέφευγε να αντιδράσει στα προκλητικά παιχνίδια του Ερντογάν, ο οποίος στηριζόταν μονίμως στην ισχύ της μοναδικής γεωστρατηγικής θέσης της χώρας του, την οποία εκμεταλλευόταν για να επιβάλει τις απόψεις του. Και να δούμε τώρα αν θα αλλάξει κάτι ως προς αυτό.