Ο Θουκυδίδης, αν ζούσε σήμερα, δύσκολα θα παραξενευόταν από τις αλαζονικές συμπεριφορές των μεγάλων δυνάμεων ή από το γεωπολιτικό χάος που χαρακτηρίζει τη διεθνή πολιτική.
Υπήρξε άλλωστε ο πρώτος που περιέγραψε με ακρίβεια τη βασική δομική συνθήκη του διεθνούς συστήματος: την απουσία κεντρικής εξουσίας ικανής να επιβάλει κανόνες και να εγγυηθεί την τάξη. Σε ένα τέτοιο αναρχικό περιβάλλον, ιδίως υπό συνθήκες έντονου στρατηγικού ανταγωνισμού, η διεθνής πολιτική τείνει να μετατρέπεται σε ζούγκλα όπου κυριαρχεί ο νόμος της ισχύος.
Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι γεμάτη παραδείγματα που δείχνουν πώς, όταν δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί περιορισμοί, οι ισχυροί επιβάλλουν τη βούλησή τους στους αδύναμους χωρίς να δεσμεύονται από κανόνες δικαίου, έθιμα ή ηθικούς φραγμούς.
Οι συμπεριφορές αυτές δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά διαχρονική κανονικότητα ενός συστήματος όπου η ισχύς είναι το νόμισμα της διεθνούς πολιτικής. Δύο από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας βαρβαρότητας είναι η στάση των Αθηναίων απέναντι στους Μηλίους και η σφαγή των Πλαταιέων από τους Σπαρτιάτες. Το γενικό συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: οι ισχυροί δεν διστάζουν να καταδυναστεύουν τους αδύνατους όταν τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία και όταν το κόστος θεωρείται αποδεκτό.
Στον περίφημο Διάλογο των Μηλίων, οι Αθηναίοι έθεσαν τους κατοίκους της Μήλου ενώπιον ενός ωμού εκβιαστικού διλήμματος: υποταγή ή πόλεμος. Στα επιχειρήματα περί δικαίου και ηθικής απάντησαν με κυνισμό ότι τέτοια επιχειρήματα έχουν αξία μόνο όταν οι αντίπαλοι είναι ισοδύναμοι. Οταν υπάρχει ασυμμετρία ισχύος, τότε «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».
Σε αυτά ακριβώς τα λόγια αναφέρθηκε πρόσφατα ο καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ σε μνημειώδη ομιλία του στο Νταβός, για να περιγράψει τη ρήξη με το παρελθόν και το τέλος της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης που βασιζόταν, έστω ατελώς, σε κανόνες. Ο πλανήτης, όπως επισήμανε, μιλά πλέον τη γλώσσα της ισχύος και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού όπου κάθε σχέση μπορεί να οπλοποιηθεί (weaponisation of everything).
Ο Λόρδος Ακτον είχε παρατηρήσει ότι «η ισχύς τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη ισχύς διαφθείρει απόλυτα». Η αχαλίνωτη ισχύς οδηγεί συχνά σε αλαζονικές συμπεριφορές, οι οποίες όμως παράγουν αντιστάσεις. Ο Θουκυδίδης, αμέσως μετά τον Διάλογο των Μηλίων, δείχνει πώς η αθηναϊκή ύβρις οδήγησε στη Σικελική Εκστρατεία και τελικά στην καταστροφή. Ενας θεμελιώδης νόμος της διεθνούς πολιτικής είναι ότι «η ισχύς τείνει να εξισορροπείται από ισχύ». Αυτό ακριβώς συνέβη στη Σικελία, όπου απέναντι στην αθηναϊκή ισχύ συγκροτήθηκε μια αντίρροπη συμμαχία.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε ο Ερμοκράτης, ηγέτης των Συρακουσών, ο οποίος κάλεσε τις μεσαίου μεγέθους πόλεις της Σικελίας να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές και να επιλύσουν το πρόβλημα της συλλογικής δράσης. Αν δεν αντιδρούσαν συντονισμένα, προειδοποίησε, θα υποδουλώνονταν μία προς μία. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο κατευνασμός σπάνια περιορίζει την ισχύ· συχνότερα την ενθαρρύνει.
Σήμερα, ο Κάρνεϊ, σε ρόλο σύγχρονου Ερμοκράτη, απευθύνει παρόμοιο μήνυμα στις μεσαίες δυνάμεις που αισθάνονται ότι απειλούνται από την αχαλίνωτη αμερικανική ισχύ. Τους καλεί, αντί να υποταχθούν, να συντονίσουν την αντίδρασή τους και να αντισταθμίσουν συλλογικά την πίεση. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι εύκολο. Οι χώρες δεν βιώνουν την απειλή με τον ίδιο τρόπο, ούτε διαθέτουν τα ίδια κίνητρα ή δυνατότητες.
Η ευρωπαϊκή αντίδραση στην αμερικανική απειλή κατάληψης της Γροιλανδίας είναι ενδεικτική: οι Γάλλοι και οι Σκανδιναβοί ύψωσαν τη σημαία της αντίστασης, οι Ανατολικοευρωπαίοι θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν τους αφορά, ενώ Γερμανοί και Βρετανοί επέλεξαν μια ενδιάμεση στάση.
Στην περίπτωση της Σικελίας, πάντως, η λογική της ισορροπίας δυνάμεων λειτούργησε με καταστροφικά αποτελέσματα για την Αθήνα. Εναντίον της συνασπίστηκαν όχι μόνο οι Σικελοί, αλλά και οι Σπαρτιάτες και, σε μεταγενέστερο χρόνο, οι Πέρσες. Η ήττα αυτή υπήρξε καθοριστική για την τελική έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Στην αθηναϊκή ήττα συνέβαλε και η σταδιακή διάρρηξη των σχέσεων με τους συμμάχους της. Η Συμμαχία της Δήλου, όπως και το ΝΑΤΟ αιώνες αργότερα, δημιουργήθηκε ως μηχανισμός συλλογικής ασφάλειας απέναντι σε μια υπαρξιακή απειλή. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η Αθήνα μετέτρεψε τη συμμαχία σε τυραννία – μια πραγματικότητα που ο ίδιος ο Περικλής παραδέχθηκε απερίφραστα. Κάτι ανάλογο παρατηρείται σήμερα στο ΝΑΤΟ, όπου οι ΗΠΑ υιοθετούν ολοένα και περισσότερο μια εξαναγκαστική συμπεριφορά απέναντι στους συμμάχους τους.
Ο Θουκυδίδης αποδίδει μεγάλο μέρος της ευθύνης και στους ίδιους τους συμμάχους, οι οποίοι παραμέλησαν την πολεμική τους προπαρασκευή και κατέληξαν εξαρτημένοι από τους Αθηναίους. Το ίδιο συνέβη και με τους ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, που επί δεκαετίες επωφελήθηκαν από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, παραμελώντας τη δική τους άμυνα. Σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σχέση εξάρτησης την οποία η Ουάσιγκτον εκμεταλλεύεται.
Οι ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα στρατιωτικές και υβριδικές απειλές από τη Ρωσία, γεωοικονομικό ανταγωνισμό από την Κίνα και πολιτική υπονόμευση από τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάγκη επιβίωσης – κεντρική έννοια στο έργο του Θουκυδίδη – ωθεί κατά κανόνα έναν πυρήνα μεσαίων δυνάμεων να αναζητήσει στρατηγικές μείωσης της εξάρτησης και αντιστάθμισης (balancing). Αντίθετα, οι πιο αδύναμοι τείνουν να προσκολλώνται μοιρολατρικά στον ηγεμόνα (bandwagoning), ελπίζοντας στη μεγαλοψυχία του.
Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, τα βασικά κίνητρα της κρατικής συμπεριφοράς συνοψίζονται στο τρίπτυχο φόβος, συμφέρον και γόητρο. Το σχήμα αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την κατανόηση της σημερινής αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον ανησυχεί έντονα για τη ραγδαία άνοδο της κινεζικής ισχύος. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έναν στρατηγικό ανταγωνιστή συγκρίσιμου μεγέθους. Η κινεζική οικονομία είναι ήδη περίπου 30% μεγαλύτερη από την αμερικανική σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP), η βιομηχανική της βάση διπλάσια, η παραγωγή ενέργειας επίσης διπλάσια, ενώ το ναυτικό της οδεύει να γίνει κατά 50% μεγαλύτερο μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Το μεταπολεμικό σύστημα, το οποίο οι ίδιες οι ΗΠΑ δημιούργησαν, φαίνεται πλέον να λειτουργεί περισσότερο προς όφελος της Κίνας. Αυτό εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον στρέφεται εναντίον του. Η εκστρατεία αποδυνάμωσης του Πεκίνου ξεκινά από το Δυτικό Ημισφαίριο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Βενεζουέλα, και επεκτείνεται στη Μέση Ανατολή, όπου το Ιράν αντιμετωπίζεται ως κρίσιμος κρίκος του κινεζικού ευρασιατικού άξονα. Παράλληλα, οι ΗΠΑ επιχειρούν να απομακρύνουν τη Ρωσία από την Κίνα, γεγονός που εξηγεί τη φιλορωσική τους στάση στο ουκρανικό.
Το δεύτερο κίνητρο είναι το συμφέρον: η προσπάθεια παγίωσης (consolidation) της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο Δυτικό Ημισφαίριο και ο έλεγχος κρίσιμων φυσικών πόρων, από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας έως τον ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας. Το τρίτο είναι το γόητρο. Σε μια εποχή όπου οι αντίπαλοι παρουσιάζουν τις ΗΠΑ ως αυτοκρατορία σε αμετάκλητη παρακμή, η συχνή και επιτυχής χρήση στρατιωτικής ισχύος αποσκοπεί στο να αποδείξει ότι παραμένουν ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος ηγεμόνας.
Ο Θουκυδίδης αποφεύγει τις αξιολογικές κρίσεις και επικεντρώνεται στο «ον» και όχι στο «δέον». Ωστόσο, δεν είναι αξιακά ουδέτερος όταν πρόκειται για την πολιτική ηγεσία. Για εκείνον, η ύψιστη αρετή του ηγέτη είναι η σωφροσύνη: η ικανότητα σχεδιασμού ορθολογικής στρατηγικής συμβατής με τον διεθνή καταμερισμό ισχύος, ο έλεγχος των ατομικών και συλλογικών παθών και η πρόνοια απέναντι στην τύχη.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή αμερικανική ηγεσία θα προκαλούσε τον σκεπτικισμό του. Η μείωση δεσμεύσεων σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, ώστε να επικεντρωθούν οι ΗΠΑ στην Κίνα, είναι κατανοητή ως ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Ομως η συστηματική όξυνση των σχέσεων με στενούς συμμάχους – όπως ο Καναδάς, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία – είναι στρατηγικά μυωπική: δεν αποδυναμώνει τους αντιπάλους των ΗΠΑ· τους ενδυναμώνει. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η διάρρηξη της αθηναϊκής συμμαχίας λειτούργησε υπέρ της Σπάρτης· η διχόνοια των ελληνικών πόλεων λειτούργησε υπέρ της Περσίας. Αντίστοιχα, ο σημερινός διχασμός της Δύσης λειτουργεί υπέρ της Κίνας.
Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.



