Το Αγιο Ορος, το μοναδικό αυτοδιοίκητο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, επειδή ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο, υποδέχθηκε το 2026 στις 14 Ιανουαρίου. Η ιδιαίτερη σημασία έγκειται στο γεγονός ότι κατά το έτος αυτό συμπληρώνεται εκατονταετία (1926-2026) από τη θέση σε ισχύ της καταστατικής νομοθεσίας του και συνεπώς αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο στην υπερχιλιετή ιστορία του.
Η ενσωμάτωση του Αγιώνυμου Ορους στο ελληνικό κράτος δεν υπήρξε, όμως, ούτε ταχεία ούτε εύκολη. Πράγματι, μετά την τηλεγραφική ειδοποίηση του Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο για απειλητικές κινήσεις των Βουλγάρων προς κατάληψη του Αγίου Ορους από ξηράς, μονάδες του στόλου ξεκίνησαν αμέσως από τον Μούδρο, με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ» και κινήθηκαν προς τον Αθω. Στις 2 Νοεμβρίου 1912 το αντιτορπιλικό «Θύελλα» αποβίβασε άγημα 40 ανδρών στη Δάφνη που κινήθηκε προς την πρωτεύουσα του Αγίου Ορους, τις Καρυές, τις οποίες και απελευθέρωσε.
Η κατάληψη των Καρυών ήταν όμως η πρώτη μόνο πράξη μέχρι την οριστική ενσωμάτωση της Αθωνικής Χερσονήσου στην ελληνική επικράτεια. Σε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων το Αγιο Ορος αποτέλεσε διαπραγματευτικό διακύβευμα σε σειρά διεθνών συνθηκών, σε εκείνες που τερμάτισαν τόσο τους Βαλκανικούς Πολέμους όσο και τον Α΄ Παγκόσμιο. Ο λόγος ήταν ότι εξαρχής στον χώρο του υλοποιείτο στην πράξη η Καθολικότητα και Οικουμενικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την παρουσία Ορθόδοξων μοναχών πολλών εθνικοτήτων.
Ηδη, ο βίος του οσίου Αθανασίου, ιδρυτή της Μεγίστης Λαύρας (963), μας παραδίδει πως στο Αγιώνυμο Ορος προσέρχεται πλήθος μοναχών «εκ παντοδαπών εθνών, γλωσσών, γενών…».
Τέλη του 10ου αιώνα ιδρύονται οι μονές των Ιβήρων, των Αμαλφινών, των Ρώσων. Το 1169 η αδελφότητα των τελευταίων μεταφέρεται στη μονή του Θεσσαλονικέως, που είναι αφιερωμένη στον Αγιο Παντελεήμονα και το 1760 στη σημερινή παραθαλάσσια μονή, το 1875 δε, με σιγίλλιο του τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β΄, παραδίδεται οριστικώς στους Ρώσους.
Από τον 12ο αιώνα εμφανίζονται και οι μονές των Βουλγάρων και των Σέρβων. Η Μονή Ζωγράφου παραδίδεται από τα τέλη του 11ου αιώνα σε βούλγαρους μοναχούς και ευεργετείται στη συνέχεια από τους βούλγαρους τσάρους. Η μονή Χιλανδαρίου παραχωρείται το 1198 για την εγκατάσταση «από του Σερβικού γένους» μοναχών και δέχεται τις μεγάλες ευεργεσίες κυρίως του Στέφανου Δουσάν.
Η διασφάλιση της παρουσίας μοναχών πολλών εθνικοτήτων, ιδίως των Ρώσων, αναφέρεται ήδη στις Συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (1878), η οποία ορίζει ρητώς ότι οι «ρωσσικής καταγωγής μοναχοί του Αγίου Ορους» θα διατηρήσουν τα προνόμιά τους (άρθρο 62), αλλά και του Βερολίνου (1878), που έθεσε οριστικό τέλος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Το 1913 υπογράφεται στο Λονδίνο η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των συμμαχικών βαλκανικών χωρών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην οποία ορίζεται ότι οι συμβαλλόμενοι εμπιστεύονται στις τότε Μεγάλες Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία και Ρωσία) τη φροντίδα να αποφασίσουν για την τύχη και της χερσονήσου του Αγίου Ορους (άρθρο 5)». Μετά από πρόταση της Ρωσίας, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το Αγιο Ορος ανακηρύσσεται πολιτεία ανεξάρτητη, αυτόνομη και ουδέτερη. Η Συνθήκη αυτή, ευτυχώς, δεν εφαρμόστηκε ποτέ, ούτε καν κυρώθηκε, ούτε βεβαίως το Πρωτόκολλο, γιατί επακολούθησε ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), μεταξύ της Βουλγαρίας και των άλλων βαλκανικών κρατών, καθόρισε τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Από το κείμενό της εμμέσως, πλην σαφώς, συνάγεται ότι το Αγιον Ορος ανήκει στα εδάφη εκείνα που υπήχθησαν στο ελληνικό κράτος (άρθρο 5). Τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου επικύρωσαν, στο ζήτημα των συνόρων, τόσο η Συνθήκη των Αθηνών (1913) όσο και εκείνη του Νεϊγί (1919).
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπογράφονται η Συνθήκη των Σεβρών (1920), στην οποία ρητώς ορίζεται ότι η Ελλάδα υποχρεούται να αναγνωρίσει και διατηρήσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που απολαμβάνουν οι μη ελληνικές μοναστηριακές κοινότητες του Αγίου Ορους και, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Συνθήκη της Λωζάννης (1923), που δεν μεταβάλλει το καθεστώς του.
Οταν η διεθνής συγκυρία το επέτρεψε, η κυβέρνηση του στρατηγού Γ. Κονδύλη προχώρησε στην κύρωση, αλλά και τροποποίηση(!) του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Ορους, τον οποίο είχε ήδη ψηφίσει, από τον Μάιο 1924, η Εκτακτη Διπλή Σύναξη των αντιπρoσώπων των είκoσι Μoνών του, με το νoμoθετικό διάταγμα της 10ης Σεπτεμβρίoυ 1926, που δημοσιεύτηκε στις 16 του ίδιου μήνα. Σύμφωνα με τo ακρoτελεύτιo άρθρo τoυ, η ισχύς τoυς θα άρχιζε «από της επoμένης της ισχύoς τoυ δημoσιευθησoμένoυ Συντάγματoς».
Πράγματι, λίγες ημέρες αργότερα τίθεται σε ισχύ τo (θνησιγενές) Σύνταγμα 1925/1926, που περιέχει για πρώτη φoρά διατάξεις πoυ αφoρoύν τη «διoίκησιν τoυ Αγίoυ Ορoυς», οι οποίες επαναλαμβάνονται στo Σύνταγμα 1927 και έκτoτε εξακολουθούν να ισχύoυν απαράλλακτες έως και στο ισχύον Σύντάγμα (άρθρο 105).
Η ανάδειξη του επετειακού αυτού έτους σκοπό έχει να ευαισθητοποιήσει εγκαίρως τόσο τα αρμόδια όργανα του Αγίου Ορους όσο και την επιστημονική κοινότητα να αναστοχαστούν εν όψει μιας αναγκαίας αναθεώρησης του Καταστατικού Χάρτη και του Ν.Δ. της 10/16.9.1926.
Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβάνομαι και τους δισταγμούς που φαίνεται να υπάρχουν για την έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας εν όψει των κοσμογονικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων, που δεν αφήνουν ανεπηρέαστη και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η απρόκλητη επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία (2014/2022) συνδέθηκε αφεύκτως με την ανακήρυξη της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της, από το κανονικώς αρμόδιο Οικουμενικό Πατριαρχείο, προ επταετίας, στις 6 Ιανουαρίου 2019.
Η πεισματική άρνηση του Πατριαρχείου Μόσχας να αναγνωρίσει τη νέα Ορθόδοξη Εκκλησία αφενός επέφερε ρήγμα παρασύροντας και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και αφετέρου συνέβαλε στη διατήρηση διχαστικού κλίματος μεταξύ των Ορθοδόξων της Ουκρανίας. Δεν άφησε ανεπηρέαστο δε και το Αγιο Ορος, όπως έγινε αντιληπτό κατά την επίσκεψη, τον Οκτώβριο 2025, του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ουκρανίας σε αυτό.
Είθε η συνεχώς επιδεινούμενη γεωπολιτική συγκυρία να μην αποτρέψει, τουλάχιστον σε επιστημονικό επίπεδο, την ανάδειξη του ιωβηλαίου αυτού και τη συζήτηση για το μέλλον της καταστατικής νομοθεσίας του Αγίου Ορους.
Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



