Η έννοια «ρουσφέτι», ας το παραδεχθούμε, είναι ένα τσουβάλι στο οποίο ρίχνουμε τα πάντα. Γιατί υπάρχουν δύο κατηγοριών εξυπηρετήσεις που ζητούν οι ψηφοφόροι από τους βουλευτές. Οι θεμιτές, δηλαδή εκείνες που αφορούν την επανόρθωση μιας αδικίας μέσα στο πλαίσιο του νόμου και οι άλλες, οι αθέμιτες, εκείνες που αφορούν ευνοϊκή μεταχείριση κάποιων εις βάρος των άλλων, που ενδεχομένως τη δικαιούνται. Φυσικά, αυτές είναι δύο πολύ γενικές, θεωρητικές κατηγορίες. Στην πραγματική ζωή, τη ζωή που εξελίσσεται στους προθαλάμους των βουλευτικών γραφείων, κάθε περίπτωση εξυπηρέτησης είναι ξεχωριστή και σπανίως αμιγής. Οι περισσότερες είναι ανάμεικτες, στον δικό της βαθμό η καθεμία.
Ο στοιχειώδης τρόπος για να ξεχωρίσουμε τις μεν από τις δε είναι η δημοσιότητα. Αν αυτό που έχεις να ζητήσεις ως εξυπηρέτηση δεν ντρέπεσαι να το πεις δημοσίως και να το εξηγήσεις, όταν δεν έχεις κανέναν λόγο να το κρύψεις, σημαίνει ότι είναι θεμιτό και, επομένως, είναι πολύ πιθανό να εισακουστείς από εκείνους στους οποίους απευθύνεις το αίτημα. Αν είναι «χεράτο», «παντελονάτο» ή όπως αλλιώς το λένε και εσύ κρίνεις ότι είναι προτιμότερο να το σπρώξεις υπογείως, τότε το αίτημα είναι μάλλον αθέμιτο. Δεν είναι όσο απλό και το ξυράφι του Οκαμ;
Στη μητέρα όλων των κοινοβουλίων, τη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου, πετυχαίνουν ως έναν βαθμό τον διαχωρισμό αυτόν, χάρη στον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις. Ο βουλευτής σηκώνεται και μέσα σε ενάμισι λεπτό (το πολύ) αναπτύσσει το αίτημά του, καταλαβαίνοντας ότι, λόγω της στενότητας του χρόνου, πρέπει να δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Ο αρμόδιος κυβερνητικός, ως επί το πλείστον υφυπουργός, σηκώνεται και αυτός και δίνει σαφή απάντηση επί του προκειμένου, μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα. Εννοείται, βέβαια, ότι οι ερωτήσεις έχουν εκ των προτέρων κατατεθεί γραπτώς με κάθε λεπτομέρεια, οι δε απαντήσεις των αρμοδίων έχουν προετοιμαστεί αναλόγως. Πρόκειται, λοιπόν, για μία παράσταση, η οποία γίνεται με τον σκοπό να δουν οι ψηφοφόροι τον βουλευτή να τους αντιπροσωπεύει. Και η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται συνεχώς για ώρα πολλή, με ρυθμό υψίσυχνο, που λέει ο ποιητής, καθώς ο ένας βουλευτής διαδέχεται τον άλλον στο μικρόφωνο. Μη νομίζετε ότι αυτή η παράσταση είναι βαρετή να την παρακολουθείς. Κάθε άλλο, γιατί το τι ζητούν οι βουλευτές από τους κυβερνώντες, κυρίως δε πώς το ζητούν, είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθεί ο ενδιαφερόμενος (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει) την ανθρωπογεωγραφία της Βουλής.
Θα μπορούσαμε εμείς να εφαρμόσουμε το σύστημα αυτό, προσαρμοσμένο στα μέτρα μας; Ούτε για πλάκα. Δεν το επιτρέπει η διαφορά κουλτούρας. Εμείς είμαστε υπέρ του πολλού – το ευ μη σας πω τι το έχουμε κάνει. Εδώ, ο κανόνας είναι να επιβληθείς στον συνομιλητή με τη λογοδιάρροια. Ολοι θέλουν περισσότερο χρόνο στις πολιτικές συζητήσεις, όλους τους αδικεί ο χρόνος, όλοι θέλουν να επιστρέψουν στην προηγούμενη ερώτηση, επειδή δεν είπαν όσα ήθελαν. Κανείς τους όμως δεν μπορεί να πει σύντομα και με μεστότητα αυτό που έχει να πει – εκτός αν είναι να βρίσει, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Είναι επίσης το βάρος της ξύλινης γλώσσας των στερεοτύπων, στην οποία διεξάγεται ο πολιτικός διάλογος, ένα είδος λόγου που δυσκολεύει την περιεκτικότητα και τη συντομία. Γιατί, όταν δεν μπορείς να πεις αυτό που πρέπει, με τα δικά σου λόγια, πώς να το συμπτύξεις; (Η περίληψη κειμένου ή, ακόμη χειρότερα, βιβλίου είναι η πιο απαιτητική άσκηση…) Αφήστε δε το άλλο, ότι προϋπόθεση για να μπορείς να μιλήσεις με τα δικά σου λόγια είναι να μπορείς να σκεφτείς με το δικό σου μυαλό – ας μην το ανοίξουμε όμως αυτό. Απόδειξη, πάντως, της πολιτισμικής αδυναμίας μας να διεξάγουμε συζήτηση με τους όρους που περιγράφω είναι η άνοστη σούπα που σερβίρουμε κάθε φορά στις εκλογές ως debate, ενώ στην πραγματικότητα είναι «ντιμπέι».
ΨΥΧΟΜΕΤΡΙΚΑ ΤΕΣΤ
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, είχαμε στη Βουλή ένα περιστατικό απολύτως τυπικό της κουλτούρας που χαρακτηρίζει τη διαδικασία των κοινοβουλευτικών ερωτήσεων. Ο υπουργός Μεταφορών Κώστας Κυρανάκης αρπάχτηκε με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ (προερχόμενο από τους ΑΝΕΛ) Βασίλη Κόκκαλη, επειδή ο τελευταίος υπέβαλε ερώτηση για υποψηφίους στον διαγωνισμό για προσλήψεις στον ΟΣΕ, οι οποίοι κόπηκαν στα ψυχομετρικά τεστ! Ο κ. Κόκκαλης φοβήθηκε να πει στους ψηφοφόρους του ότι απέτυχαν στα τεστ, που είναι πια υποχρεωτικά εκ του νόμου, για να μη βρεθούν ξανά κυρ-Βασίληδες σε θέσεις ευθύνης. Εκανε τον αγαθιάρη, που δεν καταλαβαίνει γιατί κόπηκαν οι ψηφοφόροι του και απλώς θέλει να μάθει γιατί… Θέλει να το πει ο υπουργός ότι κόπηκαν, γιατί ο ίδιος φοβάται να τους πει. Ετσι ρεζιλεύεται, παρουσιαζόμενος ως αγαθός, αλλά το κάνει για χάρη τους και ελπίζει να εκτιμήσουν τις υπηρεσίες του. Εχουμε την υποχρέωση όμως να το εξετάσουμε και από την πλευρά του κ. Κόκκαλη. Προσωπικά, κατανοώ τη θέση του, εν μέρει έστω. Πώς να τολμήσει να πει κατά πρόσωπο σε εκείνους που απέτυχαν στα ψυχομετρικά τεστ ότι κόπηκαν; Αν στρίψει απότομα η βίδα σε κάποιον από αυτούς, τι γίνεται;



