Το καλοκαίρι του 2023 για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ο μεγαλύτερος νομός της Θράκης, ο Εβρος, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον πύρινο εφιάλτη. Η περυσινή δασική πυρκαγιά αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε έκταση φωτιά στην Ελλάδα τα τελευταία 21 χρόνια, ενώ ήταν και η μεγαλύτερη δασική πυρκαγιά των τελευταίων πολλών ετών σε ευρωπαϊκό έδαφος. Σύμφωνα με έρευνες, προκύπτει ότι η καμένη έκταση αγγίζει τα 100.000 στρέμματα περιοχής που εκτείνεται από τον νομό Ροδόπης ως τον κεντρικό και νότιο Εβρο. Τα αποτελέσματα καταστροφικά! Οι επιπτώσεις τρομερές και καταλυτικές στη ζωή και στην καθημερινότητα των κατοίκων της περιοχής!

Το μέγεθος της οικολογικής και οικονομικής καταστροφής που υπέστη η περιοχή δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί πλήρως. Παρ’ όλα αυτά κάποιες από τις επιπτώσεις έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους. Πιο συγκεκριμένα, οι απώλειες δασικών και ιδιωτικών εκτάσεων, καθώς και των περιουσιών, όπως ελαιοτριβείο, αγροτικά μηχανήματα, οικόσιτα ζώα είναι μερικές από τις «μετρήσιμες» απώλειες. Επιπρόσθετα, η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής που προστατεύεται από τη NATURA με σπάνια ενδιαιτήματα αρπακτικών πτηνών επλήγησαν σημαντικά. Συνέπεια αυτού υπήρξε η υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα και η μείωση της καύσιμης ύλης του δάσους με οικολογικό αλλά και οικονομικό-κοινωνικό αντίκτυπο. Επιπλέον, η υγεία πολλών πυροσβεστών και κατοίκων του νομού τέθηκε σε κίνδυνο τόσο εξαιτίας της ρύπανσης του αέρα όσο και της αδυναμίας μεταφοράς των υπερηλίκων σε ασφαλή τοποθεσία. Πρέπει βέβαια εδώ με έμφαση να υπογραμμιστεί ότι μέσα στο δάσος κάηκαν ανθρώπινες ψυχές, που σε άλλες περιπτώσεις θα μνημονεύονταν κάθε φορά που γίνεται λόγος ή γράφεται κάτι για τη λαίλαπα του καλοκαιριού. Ποιοι ήταν ωστόσο οι παράγοντες που συνετέλεσαν να διογκωθεί η πύρινη λαίλαπα;

Πώς ξέφυγε η πυρκαγιά

Οπως προκύπτει από τη δημοσιογραφική έρευνά μας, οι αιτίες διόγκωσης και άμεσης εξάπλωσης της πυρκαγιάς είναι πολυάριθμες και ποικίλες. Αναλυτικότερα, όσον αφορά το δάσος της Δαδιάς, αυτό ήταν ένα «γερασμένο δάσος», το οποίο είχε στο εσωτερικό του μεγάλο όγκο καύσιμης και ακαθάριστης ύλης, όπως πευκοβελόνες και σάπια πεσμένα δέντρα. Επιπλέον, το συγκεκριμένο καλοκαίρι σημειώθηκε μεγάλη περίοδος ξηρασίας και ανομβρίας που έτσι, σε συνδυασμό με την περιορισμένη διαχείριση του δασικού πλούτου, αναπτύχθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες συνεχών και έντονων αναζωπυρώσεων. Παράλληλα, καταλυτικός παράγοντας υπήρξε η εμφάνιση θυελλωδών ανέμων που σε συνδυασμό με την εναλλασσόμενη κατεύθυνση αυτών δυσχέραινε το έργο των πυροσβεστών, καθώς η πορεία της φωτιάς συνεχώς μεταβαλλόταν. Τέλος, η έλλειψη απαραίτητου προσωπικού και μέσων πυρόσβεσης όπως οχημάτων των υπηρεσιών του νομού που οδήγησε στην αναγκαιότητα συνδρομής από άλλους νομούς αλλά και από υπηρεσίες άλλων κρατών, αλλά και λάθη οργάνωσης και τακτικής που τυχόν έλαβαν χώρα έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης για την καταστροφή.

Να δημιουργηθούν συνεταιρισμοί προφύλαξης δασών

Ειδικότερα, σε αυτό το δύσκολο έργο συνέβαλαν πυροσβεστικές δυνάμεις από σχεδόν όλες τις περιοχές της Ελλάδας αλλά και διάφορες χώρες του εξωτερικού, όπως η Γερμανία, η Κύπρος, η Σουηδία, η Κροατία που παραχώρησαν πυροσβεστικά αεροσκάφη. Την ίδια στιγμή χώρες όπως η Ρουμανία, η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Αλβανία, η Σλοβακία, η Σερβία, η Μάλτα απέστειλαν έμπειρο πυροσβεστικό προσωπικό με υπερσύγχρονο εξοπλισμό. Συνεπώς, θα ήταν φρόνιμο για τη χώρα μας να ακολουθήσουμε ως πρότυπο όλες αυτές τις χώρες όσον αφορά τον εξοπλισμό τους, την οργάνωση, τον συντονισμό. Η Ελλάδα οφείλει επίσης να δημιουργήσει συνεταιρισμούς για την προφύλαξη των δασών, οι οποίοι θα πραγματοποιούν ελέγχους καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και εντονότερα την καλοκαιρινή περίοδο. Επιπλέον, τα δασαρχεία θα πρέπει να εξοπλιστούν από κατάλληλο προσωπικό, ενώ θα ήταν σώφρον να ληφθούν και να αξιοποιηθούν κατάλληλα τα κονδύλια που θα δοθούν. Τέλος, επιτακτική ανάγκη είναι η επάνδρωση των πυροσβεστικών υπηρεσιών του νομού τόσο σε προσωπικό όσο και σε μέσα.

Σε κάθε περίπτωση, συγκινητική ήταν η άμεση δραστηριοποίηση όλων των πολιτών, οι οποίοι έσπευσαν στον αγώνα! Αποδεικνύεται, λοιπόν, για ακόμη μία φορά ότι η συλλογική και συντονισμένη κινητοποίηση του κόσμου απέτρεψε την ολοκληρωτική καταστροφή της περιοχής. Δείχνοντας αλληλεγγύη και όρεξη για εργασία, θα μπορέσουν να αποφευχθούν οι επόμενες φυσικές και υλικές καταστροφές.

 

«Χωρίς διαχείριση τα περισσότερα δάση»

Η αγωνία μας, όμως, για το μέλλον της περιοχής, είναι πολύ μεγάλη και για αυτόν τον λόγο ήρθαμε σε επαφή με τον κ. Δημήτρη Μπακαλούδη, καθηγητή Οικολογίας και Διαχείρισης Αγριας Πανίδας του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ με καταγωγή από το Σουφλί. Σε ερώτησή μας αν υπήρχε τρόπος να αποτραπεί η πυρκαγιά του καλοκαιριού και το μέγεθος της καταστροφής μας απάντησε ότι «τα τελευταία 20-30 χρόνια η έκταση των δασών έχει αυξηθεί πανελλαδικά. Ενώ το 1990 η έκταση που καλυπτόταν από δάση ήταν 18% σήμερα είναι 23% καθώς έχει αυξηθεί και το ποσοστό των δασών στα οποία δεν γίνεται κάποια διαχείριση. Αυτό συμβαίνει γιατί έχει εκκενωθεί η ύπαιθρος τα τελευταία 39 χρόνια και το παρατηρούμε και στην περιοχή μας που είμαστε χωρικά από τους πιο μεγάλους δήμους και συγχρόνως πολύ αραιοκατοικημένος και έχουμε και πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό δάσους, γύρω στο 80%. Πρέπει να είμαστε οι δεύτεροι πανελλαδικά μετά την περιοχή του Φουρνά στο Καρπενήσι. Αυτό σημαίνει εκκένωση των μικρών οικισμών που υπήρχαν λόγω αστυφιλίας, άρα υπάρχει συσσώρευση της βιομάζας, καθώς στα περισσότερα δάση δεν γίνεται διαχείριση ή η διαχείριση δεν γίνεται σωστά. Για να ξεσπάσει μια πυρκαγιά συντελούν τρεις παράγοντες: υψηλή θερμοκρασία, καύσιμη ύλη και οξυγόνο. Οταν συσσωρεύεται καύσιμη ύλη μαζί με τους άλλους δύο παράγοντες είναι αυτή που θα δώσει μια πυρκαγιά όπως η δική μας, δηλαδή με σφοδρή ένταση που κατακαίει τα πάντα αλλά και μεγάλη έκταση και μπορεί να καίει για πάρα πολλές μέρες. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι για να αποτραπούν τέτοια φαινόμενα, θα πρέπει να διαχειριζόμαστε τα δάση ορθολογικά».

Κίνητρα για παρουσία μέσα στα δάση

Στην ερώτηση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοια περιστατικά από τις τοπικές αρχές και από την πλευρά των πολιτών, υποστήριξε ότι αρχικά η Πολιτεία θα πρέπει να οργανώσει σε ένα άλλο επίπεδο τη διαχείριση των δασών με μια πιο ορθολογική διαχείριση, να δώσει κίνητρα στους υλοτόμους και στους παραδασόβιους οικισμούς να παραμένουν κοντά στα δάση. Εξάλλου, αυτοί ήταν που τα διαχειρίζονταν και είχαν συμφέρον από το δάσος, αυτοί ήταν οι οποίοι πρωτίστως έτρεχαν να κατασβέσουν πυρκαγιές, όταν εκδηλώνονταν στο παρελθόν, γιατί ουσιαστικά επηρεαζόταν η περιουσία τους, αφού από αυτό ζούσαν. «Αρα πρέπει να δοθούν κίνητρα από την πολιτεία, ώστε οι παραδασόβιοι πληθυσμοί να παραμείνουν στην ύπαιθρο και ανάμεσα στους παραδασόβιους πληθυσμούς δεν είναι μόνο οι υλοτόμοι, είναι και οι κτηνοτρόφοι. Στην κτηνοτροφία τα ζώα είναι οι μηχανικοί του περιβάλλοντος, αυτοί που σμιλεύουν τη βλάστηση, που με τη βόσκηση μειώνουν τη βιομάζα, διατηρούν πιο ανοιχτά περιβάλλοντα (έχουν γίνει μελέτες στο εξωτερικό). Το ίδιο ισχύει και για τα άγρια ζώα, ελάφια, ζαρκάδια, πλατώνια. Ολα αυτά είτε πρόκειται για κτηνοτροφικά ζώα είτε για άγρια ζώα επειδή τρέφονται με τη βλάστηση, έχει αποδειχθεί πως συντελούν σε μικρότερη συχνότητα εμφάνισης πυρκαγιών και όταν εμφανίζονται έχουν μικρότερη σφοδρότητα καθώς μέσω της βόσκησης έχει μειωθεί η βιομάζα» αναφέρει ο κ. Μπακαλούδης.

Σε 30-40 χρόνια θα φανεί η επίδραση

Οσον αφορά στο τι πρέπει να κάνουν οι πολίτες και οι μαθητές ώστε να επουλωθεί η πληγή, μας εξήγησε ότι η φωτιά βέβαια εδώ στο δάσος είχε τεράστια έκταση και σφοδρότητα. Η επίδραση στις ζωές μας θα φανεί τα επόμενα 30 με 40 χρονιά. Σε αντιδιαστολή με τις πλημμύρες, οι οποίες είναι ένα καταστροφικό φαινόμενο που η επίδρασή του φαίνεται τα πρώτα 3 με 4 χρόνια, σύμφωνα με τους ειδικούς. Πρόσθεσε ότι οι γύπες επιλέγουν να αναπαραχθούν σε περιοχές που στο παρελθόν είχαν επιτυχία. Η φετινή φωτιά επειδή ήταν μετά την επιτυχή τους αναπαραγωγή, οι γύπες απομνημόνευσαν ότι είχαν επιτυχία. Για τα πτηνά συχνά δεν παίζει ρόλο μόνο η θέση της φωλιάς αλλά και το μικρο- ή και το μακρο-περιβάλλον. Το πράσινο είναι αυτό που πυροδοτεί κάποιες ορμόνες και επέρχεται η ωοτοκία, η γονιμοποίηση, η επιτυχής αναπαραγωγή, η φτέρωση και μετανάστευση. Γι’ αυτό και πρέπει να περάσουν 3- 5 χρόνια για να φανεί η ζημιά. Επιπλέον, τόνισε ότι πρέπει να γνωρίζουμε όλοι ότι η φυσική αναγέννηση είναι αυτό που χρειάζεται, αφού η φύση λειτουργεί από μόνη της και πολύ καλά. Θα υπάρχουν βέβαια περιοχές που λόγω θερμικού φορτίου θα καταστράφηκε και ο σπόρος. Αυτές οι περιοχές θα φανούν σε περίπου 2 χρόνια και είναι αυτές στις οποίες ίσως χρειαστεί αναδάσωση. Οι αναδασώσεις είναι αντικείμενο της επιστήμης της δασολογίας και επειδή κοστίζει όλοι μπορούν να βοηθήσουν.

Μέσα σε όλα αυτά τα πολύ σημαντικά που μας είπε ο κ Μπακαλούδης κρατήσαμε ως υπόσχεση για το μέλλον τα λόγια του: «Το δάσος θα πρέπει να προστατευτεί ως κόρη οφθαλμού και να μην ξανακαεί για τα επόμενα τουλάχιστον 30 χρόνια, για να μη χαθεί η ανατροφοδότηση».

Συνοψίζοντας, κατανοούμε ότι προκειμένου να μην προκύψουν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον, αναγκαία κρίνεται η ευαισθητοποίηση όλων των κοινωνικών φορέων.