Πόση δύναμη κρύβει η αποτύπωση της ομορφιάς σε έναν πίνακα; Πώς οι καλλιτέχνες αφήνουν την ψυχή τους στα έργα τους; Μερικές φορές η ψυχή μπορεί να αποτυπωθεί τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά…
Αυτές και πολλές άλλες σκέψεις προκαλεί «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Οσκαρ Ουάιλντ.
Το βιβλίο δημοσιεύθηκε σε πρώιμη μορφή στο «Lippincott’s Monthly Magazine» το 1890 από τον ιρλανδό λογοτέχνη στην αγγλική γλώσσα και αποτελεί το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημά του. Ο Ουάιλντ έζησε την περίοδο της Βικτωριανής Αγγλίας, γι’ αυτό και όταν το βιβλίο επανεκδόθηκε, με ολοκληρωμένο πρόλογο και προσθήκες, θεωρήθηκε αμφιλεγόμενο. Χαρακτηρίστηκε έως και αιρετικό, καθώς έγινε στόχος της αυστηρής ηθικής της εποχής.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λονδίνο, τέλη του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο που έζησε ο συγγραφέας. Οι τρεις κύριοι χαρακτήρες είναι ο Ντόριαν Γκρέι, ο Λόρδος Χένρι Γουότον και ο Μπάζιλ Χόλγουορντ.
Ανάλυση των νοημάτων
Επιρροές από τη λογοτεχνία και την ποίηση των Ελληνιστικών χρόνων (3ος-1ος αι. π.Χ.), από την περίοδο της Αναγέννησης (15ος-16ος αι. μ.Χ.), την τέχνη του θεάτρου, καθώς και τη διάχυτη γαλλική κουλτούρα του 19ου αιώνα γίνονται αισθητές καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του νεαρού Ντόριαν σε συνδυασμό με τον ευρέως διαδεδομένο θρύλο του Φάουστ.
Ο Ντόριαν παρουσιάζεται ως ένας σύγχρονος Αδωνις, με απαράμιλλη ομορφιά και γοητεία, από την οποία έλκεται ο ζωγράφος Μπάζιλ Χόλγουορντ, όταν συναντιούνται σε μία συνάθροιση της καλής κοινωνίας. Εκεί γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία να αποτυπώσει το αγγελικό αυτό πρόσωπο σε ένα από τα έργα του.
Θεωρώ ότι η πρώτη σκηνή του βιβλίου στο ατελιέ του ζωγράφου είναι η ομορφότερη, καθώς μέσα από αυτήν ο συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στην αξία της ομορφιάς και της καλαισθησίας, χωρίς ο ίδιος να το συνειδητοποιεί όσο διαβάζει την εκτενή περιγραφή των λουλουδιών, των δέντρων και γενικότερα του αναγεννησιακού τοπίου που περιγράφεται με γλαφυρότητα.
Στο ατελιέ, λοιπόν, λαμβάνουν χώρα οι συζητήσεις μεταξύ του Μπάζιλ και του Χένρι Γουότον, ενός ακόλαστου λόρδου, μέσω των οποίων σκιαγραφούνται οι δύο άκρως διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά και οι ρόλοι τους – ο ρόλος του καλού και του κακού στην αιώνια μάχη τους.
Συζητήσεις περί καλής κοινωνίας, γαμήλιου θεσμού, καθώς και για την καλλιτεχνική αλλά και ακατανόητη φύση των ζωγράφων οδηγούν στο κύριο θέμα, που δεν είναι άλλο παρά το πορτρέτο του Ντόριαν και η συνάντηση του ζωγράφου με τη μούσα του.
Στο κύριο μέρος του βιβλίου, αφού έχει ήδη συντελεστεί η συνάντηση του νεαρού με τον διεφθαρμένο ηθικά λόρδο, παρατηρούμε την κρίση των αξιών στην οποία θα ενδώσει, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτή ξεκινά με το που ολοκληρώνεται ο πίνακας, όσο δηλαδή ο νέος βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο ταξίδι της ματαιοδοξίας του.
Κλειδί του έργου είναι το γεγονός πως ο πίνακας – και όχι ο ίδιος ο Ντόριαν – είναι εκείνος που γερνά και αλλοιώνεται με την πάροδο των χρόνων. Η εξωτερική του μορφή παραμένει καθηλωμένη στην αρχική του νεότητα, ενώ το πορτρέτο κουβαλά επάνω του τα σημάδια κάθε ανήθικης πράξης, κάθε αμαρτίας, κάθε εσωτερικής του παρακμής, αποτυπώνοντας έτσι την ψυχική αποσύνθεση που μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τέλεια εικόνα.
Πώς όμως βυθίστηκε ο νέος τόσο ξαφνικά στον κόσμο της ακολασίας; Μέσω της παρουσίασης μίας μεγάλης και διαχρονικής αλήθειας από τον Λόρδο Χένρι. Ο τελευταίος αποκαλύπτει ότι η ανθρωπότητα φοβάται να αναζητήσει τον πραγματικό και αφιλτράριστο εαυτό της, πως η κοινωνία δέχεται παθητικά και άκριτα κοινές αντιλήψεις, πως έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τη φύση μας, θεωρώντας τη βίαιη και άγρια, που στο τέλος αυτή αναβλύζει από μέσα μας, αφού σπάσει τα δεσμά της με τον πιο βάναυσο τρόπο. Ετσι, λοιπόν, παρακινεί τον νεαρό να αναζητήσει τη βαθύτερη διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση του, με αφορισμούς όπως: «Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων εξακολουθεί να επιζεί τραγικά στην αυταπάρνηση που κηλιδώνει τη ζωή μας».
Γιατί παραμένει διαχρονική αξία
Χωρίς αμφιβολία, ο 21ος αιώνας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το ζενίθ της ματαιοδοξίας. Φίλτρα, stories, posts, πλαστικές επεμβάσεις, επιφανειακές διαπροσωπικές σχέσεις, όλα πίσω από έναν μεγάλο φακό… Ο φακός τού «πώς θα αποκτήσω περισσότερα», του «πώς θα ενταχθώ καλύτερα», του «πώς θα έχω μεγαλύτερη απήχηση» και στην τελική ο φακός καταλήγει να απεικονίζει μία ζωή λιγότερων συναισθημάτων, μία ζωή δίχως ένταση.
Η υπερβολική χρήση των social media, η εκτεταμένη κρίση των ηθικών αξίων που έχει ως απόρροια την αύξηση των φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, αλλά και η απροθυμία κατανόησης και ενασχόλησης με την τέχνη, που προσφέρει τροφή και εγρήγορση στο ανθρώπινο πνεύμα, λειτουργούν με τεράστια επίδραση σε επίδοξους «Ντόριαν» της γενιάς μου, και όχι μόνο.
Παρόλο που η ομορφιά αποτελεί μία διαχρονική επιθυμία του γενικότερου συνόλου, με πολλαπλά παραδείγματα από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας, όπως λόγου χάρη μαρτυρά και ο μύθος του Νάρκισσου, φαίνεται ότι σήμερα επιδιώκεται ακόμα και με αθέμιτα μέσα. Μέσα από τα δικά μου μάτια αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εξελίχθηκε σε ένα μέσο βιοπορισμού, το οποίο αν αποκτήσει κανείς, αποκτά εύκολα και αβίαστα χρήματα.
Και αν κάτι είναι που εκτιμά ο άνθρωπος του 2025 παραπάνω από αξίες, όπως η ηθική και η αξιοπρέπεια, είναι τα χρήματα. Οπως, λοιπόν, ο Ντόριαν Γκρέι παρασύρεται στον κόσμο της ακολασίας τυχαία θα έλεγε κανείς, εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς του, έτσι και ο σύγχρονος νέος παρασύρεται στον κόσμο της επιφάνειας εξαιτίας της επιθυμίας του να ακολουθήσει πρότυπα ομορφιάς που βρίσκονται στις «τάσεις». Και έτσι όπως βρίσκεται ο λάθος άνθρωπος, ο Λόρδος Χένρι, να εργαλειοποιήσει και να εκμεταλλευτεί τον νεαρό, τόσο εύκολα μπορεί να βρεθεί και το λάθος κίνητρο για τον σύγχρονο νέο προκειμένου να αποκτήσει φήμη, αποδοχή και εικόνα που επιθυμεί ιδίως στους συνομηλίκους του.
Μία ομοιότητα που αξίζει επίσης να επισημανθεί είναι η διαχρονική αξία του πορτρέτου στη ζωή μας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Οσκαρ Ουάιλντ περιγράφοντας την εμμονή του ανθρώπου με μία εξιδανικευμένη εικόνα που παραμένει αγέραστη και άθικτη ανά τα χρόνια «προέβλεψε» την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου με την ηλεκτρονική του persona. Μια persona δηλαδή που δεν απεικονίζει πλήρως την αλήθεια, δεν εμφανίζει τα ελαττώματα, τους φόβους ή τα λάθη που θα επιδείξει ο άνθρωπος όσο διανύει τη ζωή του.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με το πορτρέτο, όταν τολμήσει η αληθινή persona να κοιτάξει για πρώτη φορά αληθινά και ωμά στο εσωτερικό της ηλεκτρονικής εικόνας του, τότε ίσως να αναβλύσει κάτι τρομερά άσχημο και απωθητικό που δεν θα έχει να κάνει με την εξωτερική εμφάνιση αλλά με την εσωτερική…
Η σημασία της τέχνης
Αναντίρρητα το έργο, πέρα από επίκαιρο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και άκρως διδακτικό, εφόσον ο Ουάιλντ τονίζει μέσω αυτού την τεράστια επίδραση που έχει η τέχνη στην ευαίσθητη ανθρώπινη ψυχή.
Συγκεκριμένα, δημιουργεί την αίσθηση ότι ένας πίνακας, που ρεαλιστικά αποτελείται από χρώμα και υλικά, βρίσκεται σε θέση να παγιδεύσει μία ψυχή, να απεικονίσει όλες τις φθορές της και, όταν η ψυχή φτάσει στη συνειδητοποίηση, να την απελευθερώσει. Περαιτέρω, όμως, λειτουργεί και σαν υπενθύμιση των συνεπειών της ματαιοδοξίας, μια υπενθύμιση που επιβάλλεται να λάβει η νέα γενιά.
Ας μην ξεχνάμε ότι η τέχνη ίσως να είναι η μόνη που να μπορεί να ασκήσει τόσο μεγάλη επίδραση στην ανθρώπινη ψυχή σε σημείο όπου εφησυχάζει τον πόνο των «διαταραγμένων», όσο διαταράσσει τους εφησυχασμένους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα TO BHMA της Κατερίνης που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 22 Φεβρουαρίου 2026.






