Έντυπη έκδοση

«Μη φοβάσαι να εκτεθείς»

Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Δομηνίκ μιλάει για την πορεία του στη λογοτεχνία, για τους συγγραφείς που τον μάγεψαν, ενώ δίνει τη συμβουλή του στους νέους που θέλουν να γράψουν.

«Μη φοβάσαι να εκτεθείς»

Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Δομηνίκ μιλάει για την πορεία του στη λογοτεχνία, για τους συγγραφείς που τον μάγεψαν, ενώ δίνει τη συμβουλή του στους νέους που θέλουν να γράψουν.

Για τα παιδικά του χρόνια στο χωριό, τα ανέμελα παιχνίδια τα καλοκαίρια στους δρόμους και στα χωράφια με τα καπνά και πώς οι μνήμες μετουσιώθηκαν σε τέχνη μιλάει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κατερίνης» ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ (Πιπίλης), συγγραφέας της νεότερης γενιάς.

Γεννήθηκε το 1988 στο Βερολίνο και μεγάλωσε στην Κάτω Μηλιά Πιερίας. Ζει στην Κατερίνη. Στις συλλογές διηγημάτων «Ωπα-ώπα, μπλάτιμοι» (Ενύπνιον, 2021) και «Κακό Ανήλιο», (Ικαρος, 2024) υφαίνει ποιητικές εικόνες λαογραφικού τρόμου, συνδυάζοντας το υπερφυσικό με τη λαϊκή παράδοση. Ο θεατρικός του μονόλογος «Σαρμάντζα» (Νεφέλη, 2025) ανέβηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου το καλοκαίρι του 2025 σε σκηνοθεσία της Ελενας Μαυρίδου.

Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να γράφετε;

«Από το δημοτικό ακόμα, αλλά δεν ολοκλήρωνα κάτι. Στο λύκειο σταμάτησα, γιατί είχα άλλα ενδιαφέροντα. Σοβαρά, λογοτεχνικά, άρχισα να ασχολούμαι πριν από περίπου πέντε ή έξι χρόνια. Και αργότερα εξέδωσα το “Ωπα-ώπα, μπλάτιμοι”, την πρώτη συλλογή διηγημάτων. Αλλά τη φαγούρα της λογοτεχνίας την είχα από μικρό παιδί».

Αρα υπάρχει μέσα σας, δεν το καταναγκάζετε.

«Ναι, διάβαζα ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και ήθελα να κάνω και εγώ το ίδιο. Διάβαζα, για παράδειγμα, τον “Τομ Σόγιερ” του Μαρκ Τουέιν ή “Το Νησί των Θησαυρών” του Στίβενσον και ήθελα και εγώ να γράψω κάτι αντίστοιχο. Και το προσπαθούσα.

Παράλληλα, πολλές ιστορίες που διαβάζαμε με τους φίλους μου προσπαθούσαμε να τις αναπαράγουμε και στην πραγματική ζωή παίζοντας. Το βράδυ γράφαμε και την ημέρα τα παίζαμε».

Ποιοι συγγραφείς σάς μάγεψαν;

«Αναμφίβολα ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Είναι αυτός που μου έλυσε τα χέρια όσον αφορά την τέχνη του διηγήματος, αλλά με επηρέασε και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το κείμενο. Oταν γράφει είναι σαν να χτίζει έναν τοίχο με πέτρα κοιτώντας όχι μόνο τη μεγάλη πέτρα, αλλά και την πολύ μικρή, με τις ακμές της, έτσι ώστε να είναι και η πίσω της μεριά τέλεια. Eπειτα είναι και ο Σωτήρης Δημητρίου στα διηγήματα, φυσικά και οι παλιότεροι, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Καραγάτσης.

Επίσης με έχει επηρεάσει η Ζυράννα Ζατέλη με τη δαιδαλώδη της γραφή, το ζοφερό κλίμα και τη σχέση της με το επέκεινα. Από ξένους συγγραφείς ξεχωρίζω τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ και τον Αρθουρ Μάτσεν. Είναι της κλασικής λογοτεχνίας τρόμου. Ο Αρθουρ Μάτσεν έγραφε κι αυτός για το χωριό του. Ηταν από το Κέρλεον της Ουαλίας. Εκεί υπήρχαν τα ερείπια ενός ρωμαϊκού οχυρού, όπου του άρεσε πάρα πολύ ως μικρό παιδί να περιφέρεται, να φαντάζεται διάφορα και αργότερα ξεκίνησε να τα γράφει στο χαρτί, κάτι που έκανα και εγώ».

Δεν σταματάτε να διαβάζετε…

«Δεν γίνεται αλλιώς. Αν δεν διαβάσεις, δεν γράφεις».

Ποια είναι η σχέση της γραφής σας με το βίωμα, τη μνήμη, την εντοπιότητα;

«Ξεκίνησα να γράφω το “Ωπα-ώπα, μπλάτιμοι” όταν κατάλαβα ότι όλες τις μνήμες που είχα από το χωριό μου, όπου μεγάλωσα μαζί με τη γιαγιά και τον παππού μου, από τα παιχνίδια που κάναμε με τα παιδιά στους δρόμους τα καλοκαίρια, από τα χωράφια με τα καπνά και πολλά άλλα, ότι πρέπει να τις κάνω κάτι. Oτι έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Και ο μόνος τρόπος για να το καταλάβω, ή έστω να προσπαθήσω να έχω μια μικρή επίγνωση αυτού του νοήματος, ήταν να λογοτεχνήσω.

Θα μπορούσα να το κάνω με κάποια άλλη τέχνη. Εμένα με κέρδισε η λογοτεχνία. Aρχισα να εξερευνώ τις μνήμες μου και άλλων ανθρώπων, παραλλάσσοντάς τες. Από διηγήσεις που έχω ακούσει, που άκουγα και ακούω ακόμα. Από λέξεις, από την ντοπιολαλιά… Αυτό που μου αρέσει στα χωριά είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλάνε τη γλώσσα. Δεν είναι μόνο ότι κόβουν ένα σύμφωνο ή χρησιμοποιούν, π.χ., μια άλλη λέξη αντί για την κανονική, αλλά ο ρυθμός. Το flow, θα λέγαμε. Γι’ αυτό και προσπάθησα να αποδώσω τον ρυθμό που θυμάμαι ότι είχε η γιαγιά μου, παρά να ψάξω να βρω λέξεις».

Εχετε σκεφτεί ποτέ να γράψετε διηγήματα από ιστορίες που σας έλεγαν στο χωριό;

«Το έχω κάνει με μία ιστορία στο “Κακό Ανήλιο”, “Η Φωνή του Θεού”, αν και την έχω αλλάξει αρκετά βέβαια. Το παράξενο κομμάτι της είναι αληθινό. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που τον είχε χτυπήσει όταν ήταν μικρός στο κεφάλι ο πατέρας του, είχε χάσει τα λογικά του κι ήταν όλη μέρα και κάθε μέρα μπροστά στην εκκλησία και πίστευε ότι ήταν ο Θεός».

Πώς προέκυψε αυτή η αγάπη για το μεταφυσικό, η συνεχής σύνδεση με το επέκεινα;

«Αγαπούσα από μικρός τη λογοτεχνία του φανταστικού. Για μένα η ενασχόληση με το υπερφυσικό, με τη μαγική, ας πούμε, πλευρά της πραγματικότητας, ή το να ακονίζεις τη μαγική ματιά γράφοντας ή διαβάζοντας τέτοιου είδους ιστορίες, εξισορροπεί λίγο την πραγματικότητα, τον ορθολογισμό που επικρατεί παντού γύρω μας, τον υλισμό».

Το σχολείο κατάφερε να σας δώσει χώρο να εκφραστείτε λογοτεχνικά;

«Οχι ιδιαίτερα, αλλά δεν φταίει το σχολείο τόσο πολύ. Εγώ τότε είχα άλλα ενδιαφέροντα. Το γράψιμο θέλει μια τριβή λίγο και με τη ζωή. Αργότερα αξιοποίησα τις εμπειρίες της εφηβείας, τη ζωή στο σχολείο, στο χωριό κ.λπ.».

Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο που διστάζει να γράψει ή να δείξει τα έργα του;

«Να μη φοβηθεί να εκτεθεί. Γιατί η λογοτεχνία είναι έκθεση. Εσύ είσαι το βιβλίο σου. Και αν φοβάσαι να δείξεις το βιβλίο σου, σημαίνει ότι φοβάσαι να δείξεις τον εαυτό σου. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το δουλέψεις. Χρειάζεται βέβαια πολύ διάβασμα, διαρκή πειραματισμό μέχρι να βρεις τη δική σου φωνή. Και αυτό παίρνει χρόνο. Αλλά το θέμα είναι να ξεκινήσεις».

Η ποιότητα και η απήχηση

Θα προτιμούσατε να γράφετε διηγήματα τα οποία θεωρείτε πολύ καλά κι ας μην έχουν μεγάλη απήχηση, ή το αντίστροφο; Θα προτιμούσατε να νιώθετε εσείς ότι είναι το τέλειο διήγημα ή οι αναγνώστες;

«Αυτά που λέτε έχουν συμβεί με διηγήματα, απλώς επειδή είναι τελειωμένα πλέον, δεν κάθομαι να ασχοληθώ. Απλώς όταν ξεκινάω να δημιουργήσω κάτι καινούργιο, κοιτάω να είναι αληθινό. Να αισθανθώ ότι η ουσία του έργου είναι αληθινή. Και άπαξ και το καταλάβω αυτό, είμαι εντάξει. Δεν με ενοχλεί μετά τι θα πει ο άλλος. Γιατί ξέρω ότι για κάθε έναν που δεν θα του αρέσει, θα υπάρχει κάποιος άλλος που θα του αρέσει».

Αρα βλέπετε τη συγγραφή όχι ως δουλειά, αλλά ως κάτι το οποίο είναι αληθινό για εσάς.

«Στο τέλος ναι, αλλά την ώρα της γραφής είναι δουλειά. Με αυστηρούς όρους, δηλαδή οκτάωρο ή δωδεκάωρο, απομόνωση, προσήλωση. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλές δικαιολογίες για να μη γράψεις. Οπως όταν πρέπει να διαβάσεις για το σχολείο».

  • Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κατερίνης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα TO BHMA της Κατερίνης που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 22 Φεβρουαρίου 2026.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Σχόλια
Άφησε το σχόλιό σου
50 /50
2000 /2000
Απόρρητο