Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν τείνει να εξελιχθεί σε παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, με απροσδιορίστου έκτασης συνέπειες για όλες τις χώρες. Οσο η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη και οι ειρηνευτικές προσπάθειες αποτυγχάνουν, είτε επειδή το Ιράν επιμένει στον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, είτε γιατί οι Αμερικανοί πιέζουν μέσω του ναυτικού αποκλεισμού, η διεθνής αγορά του πετρελαίου στενάζει, η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά, οι ελλείψεις περισσεύουν, οι τιμές διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και πλήθος διεθνών οικονομικών δραστηριοτήτων αντιμετωπίζει πρωτοφανή κρίση.

Ηδη πλήττονται οι αερομεταφορές και κατ’ επέκταση τα ταξίδια. Πολλές αεροπορικές εταιρείες αναστέλλουν πτήσεις εξαιτίας της έλλειψης αεροπορικών καυσίμων με αποτέλεσμα να απειλείται ευθέως η επερχόμενη τουριστική σεζόν. Είναι αυτή ίσως η πρώτη και κρισιμότερη παράμετρος για την εξαρτημένη από τον τουρισμό ελληνική οικονομία.

Ολοι αγωνιούν

Οπως σημειώνει ο διευθύνων σύμβουλος της Εurobank, Φωκίων Καραβίας, «αν διατηρηθεί άλλους δύο μήνες η ένταση στη ζώνη του Περσικού Κόλπου, οι απώλειες θα είναι πολύ σοβαρές για τη χώρα μας». Και δεν κρύβει ότι «όλοι αγωνιούν για τις επιπτώσεις στην τουριστική κίνηση καθώς δεν απέχουμε πολύ από την έναρξη της θερινής τουριστικής περιόδου».

Αλλά δεν είναι η μόνη απειλή για την ελληνική οικονομία από τον μετεξελισσόμενο πόλεμο. Οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται, τα νοικοκυριά πιέζονται αφόρητα από το αυξανόμενο βάρος της ακρίβειας, τα εισοδήματα απομειώνονται και οι δραστηριότητες κάμπτονται. Το φορολογικό βάρος επίσης σε αυτές τις πληθωριστικές συνθήκες επαυξάνεται, ασκώντας δευτερογενή πίεση στα εισοδήματα και στην ανάπτυξη.

Με τους συντελεστές της έμμεσης και άμεσης φορολογίας σταθερούς, ο πληθωρισμός μετατρέπεται σε φόρους που γεμίζουν μεν τα κρατικά ταμεία, αλλά αφαιρούν ικμάδα και δυνάμεις από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Ταλάντευση

Η τρέχουσα κρίση, πέραν των άλλων, αυξάνει και τα διλήμματα των υπευθύνων χάραξης της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστική η ταλάντευση της Κριστίν Λαγκάρντ που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον εκ του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προβλεπόμενο νομισματικό στόχο συγκράτησης του πληθωρισμού στη ζώνη του 2% και της επαπειλούμενης ύφεσης εξαιτίας της πολεμικής συγκυρίας.

Σύμφωνα δε με τις υπάρχουσες πληροφορίες και εκτιμήσεις, παρά τις διαχεόμενες πληθωριστικές πιέσεις, θα διατηρήσει τα επιτόκια σταθερά στο τέλος Απριλίου και θα μεταθέσει για το τέλος Ιουνίου τις όποιες άλλες επιλογές επειδή δεν μπορεί να αγνοήσει τους κινδύνους που πηγάζουν από τον πόλεμο που απειλούν και αυτήν ακόμη την αναιμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη.

Εναλλακτικό σχέδιο

Ολοι δε μπορούν να φανταστούν τις περιπλοκές, το βάθος και την έκταση που μπορεί να λάβει η τρέχουσα κρίση αν παραταθεί ο οικονομικός πόλεμος. Πολύ περισσότερο αν καταρρεύσει η εκεχειρία και επαναληφθούν οι πολεμικές συγκρούσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πρωθυπουργός, τοποθετούμενος την περασμένη Τετάρτη στο φόρουμ των Δελφών, δεν έκρυψε τη ανησυχία του, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πανευρωπαϊκού εναλλακτικού σχεδίου – Plan B το ονόμασε – για την αντιμετώπιση των συνεπειών του οικονομικού σοκ που μπορεί να προκαλέσει ενδεχόμενη παράταση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι καμία χώρα δεν μπορεί να τα  βγάλει πέρα μόνη της.

Ωστόσο δεν είπε κουβέντα για το υφιστάμενο μείγμα της ελληνικής οικονομικής πολιτικής, παρά εκθείασε τη δημοσιονομική υγεία που πηγάζει από τα υπερβολικά υπερπλεονάσματα, η επίτευξη των οποίων τού επέτρεψε να μοιράσει ένα μικρό μόνο κλάσμα αυτών, προκειμένου να αμβλύνει τις συνέπειες της πολεμικής κρίσης στα νοικοκυριά. Τα 500 εκατομμύρια ευρώ που διέθεσε αντιστοιχούν μόλις στο 4% του υπερπλεονάσματος των 12,13 δισ. ευρώ της περσινής χρονιάς.

Πλεονάσματα

Περιττό να σημειώσουμε ότι το 2025, για δεύτερη συνεχή χρονιά, η δημοσιονομική διαχείριση κατέληξε σε υπερπλεόνασμα της τάξης του 4,9% του ΑΕΠ υπερβαίνοντας κατά πολύ την πρόβλεψη του προϋπολογισμού για πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ. Είναι εντυπωσιακό και εξίσου προβληματικό όμως ότι η δημοσιονομική διαχείριση επιμένει να παράγει όχι απλώς πρωτογενή πλεονάσματα αλλά πλεονάσματα της τάξης των 3 δισ. ευρώ. Κοινώς έχει υπερβεί κατά πολύ και αυτήν ακόμη την υπερσυντηρητική γραμμή του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, επικαλούμενη τη δημοσιονομική ευταξία και την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους.

Οσο και αν ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, προσπάθησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις και να αποδώσει τις δημοσιονομικές επιδόσεις στην ανάπτυξη και στην ψηφιοποίηση της οικονομίας που διευκολύνει την πάταξη της φοροδιαφυγής και να δηλώσει πως μόλις το 10% αυτού προέρχεται από τους φόρους και τους συντελεστές που τους συνοδεύουν. Προδόθηκε ωστόσο από τις ίδιες τις φορολογικές εισπράξεις που μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές έφθασαν στο 50% του ΑΕΠ!

Αμφισβητήσεις

Είναι θεωρητικά αποδεδειγμένο πως ιδιαιτέρως οι συντελεστές της έμμεσης φορολογίας μένοντας σταθεροί σε περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων και ακρίβειας μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής φορολογικών εσόδων, αφαιρώντας κρίσιμους πόρους από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Κοινώς ζούμε σε χρόνους κατά τους οποίους ο πληθωρισμός μετατρέπεται σε φόρο.

Πρόκειται για σύμπτωμα επιστημονικά καταγεγραμμένο και εν πολλοίς προβληματικό.

Το δυστύχημα είναι ότι η συγκεκριμένη συνθήκη παραμένει ισχυρή μετά την πανδημία και το συγκεκριμένο μείγμα οικονομικής πολιτικής αναλλοίωτο τουλάχιστον μια δεκαετία. Πολλοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητά του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι επίσης που αμφισβητούν την επιλογή να επιδίδεται η ελληνική οικονομική πολιτική σε πρωταθλητισμό απομείωσης του χρέους, μέσω των πρόωρων αποπληρωμών.

Αναπτυξιακά έργα

Επιμένουν ότι θα ήταν προτιμότερο να κατευθύνονταν οι συγκεκριμένοι πόροι σε αναπτυξιακές πολιτικές και έργα παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα ενίσχυαν την οικονομική μεγέθυνση και μαζί θα επηρέαζαν σημαντικά – περισσότερο από τις απευθείας πρόωρες αποπληρωμές – τον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, που αποτελεί και τον ισχυρότερο δείκτη υπερχρέωσης μιας χώρας.

Κακά τα ψέματα, το εφαρμοζόμενο σχήμα οικονομικής πολιτικής τείνει να εξαντληθεί, δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα και αντιθέτως πληγώνει ολοένα και περισσότερο νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δραστηριότητες. Ενα άλλο λελογισμένο σχήμα οικονομικής πολιτικής που θα ανακατένειμε ορθολογικότερα τους πόρους κυρίως προς την πλευρά των επενδύσεων, δημόσιων και ιδιωτικών, θα μπορούσε να προσφέρει ορμή και δυναμισμό στην ελληνική οικονομία, χωρίς απαραιτήτως να διασαλεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Είναι ζήτημα τόλμης, επιλογής και επιμελούς σχεδιασμού.