Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μια νέα διπλωματική υπάλληλος επέστρεφε μέσα στη νύχτα στο ιστορικό μέγαρο της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον. Εκείνο το βράδυ, ο πρέσβης Χρήστος Ζαχαράκις χρειάστηκε να ξυπνήσει και να κατέβει από τον τέταρτο όροφο προκειμένου να συνταχθεί το τηλεγράφημα που θα κοινοποιούσε μια σημαντική είδηση στην Αθήνα: ότι η Τουρκία δεν θα λάμβανε πλέον τη στρατιωτική βοήθεια δωρεάν αλλά υπό μορφή δανεισμού, όπως και η Ελλάδα.
Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, η ίδια διπλωματική υπάλληλος επέστρεφε στην Ουάσιγκτον για να επιδώσει τα διαπιστευτήριά της στον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν ως η νέα πρέσβειρα της Ελλάδας.
Μόνο που αυτή τη φορά η Κατερίνα Νασίκα δεν διάβηκε την πόρτα του ιστορικού μεγάρου. Από το γραφείο της στο νέο κτίριο της πρεσβείας μπορούσε να δει το παλαιό κτίριο να στέκει ακόμη όρθιο. Τα παντζούρια, όμως, ήταν κατεβασμένα και τα δωμάτια σιωπηλά αφού το μέγαρο είχε σφραγιστεί για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια.
Πλέον αυτή η σιωπή είναι έτοιμη να σπάσει. Το κτίριο που έζησε όλη τη σύγχρονη Ιστορία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων θα μπει σε τροχιά αποκατάστασης από το νέο έτος. Για την Ελλάδα η ανακαίνιση του μεγάρου δεν είναι απλώς τεχνικό έργο. Είναι η επιστροφή μιας παρουσίας που είχε χαθεί. Ή, όπως το θέτει η κυρία Νασίκα, «ενός σημαντικού εργαλείου δουλειάς και προβολής της χώρας».

Η περίοδος εγκατάλειψης
Οι εργασίες για το νέο κτίριο, που στεγάζει σήμερα την πρεσβεία, προκάλεσαν ζημιές στο ιστορικό μέγαρο. Οι ιστορίες της εποχής μιλούν για έναν αμφίβολης αξιοπιστίας εργολάβο που κατάφερε, μέσω αδιαφανών διαδικασιών, να εξασφαλίσει τη σύμβαση του έργου.
Ο εργολάβος όχι μόνο δεν ακολούθησε τα εγκεκριμένα σχέδια, αλλά προκάλεσε και ζημιές στα θεμέλια του γειτονικού κτιρίου. Λίγο αργότερα αποχώρησε, αφήνοντας πίσω του ένα πρόβλημα που η πρεσβεία θα κουβαλούσε για χρόνια.
Το μέγαρο του 1906, ήδη ευαίσθητο λόγω ηλικίας, εμφάνισε σοβαρά στατικά ζητήματα. Το 2006 έκλεισε οριστικά. Τα σαλόνια που είχαν φιλοξενήσει δεξιώσεις προέδρων και υπουργών έμειναν όπως ακριβώς ήταν εκείνη την ημέρα.
Από τότε, αρκετοί πρέσβεις προσπάθησαν να προωθήσουν μια λύση. Η πραγματικότητα, όμως, της οικονομικής κρίσης έκανε την αποκατάσταση αδύνατη. Η πρεσβεία συνέχισε να πληρώνει σημαντικά ποσά για προσωρινή πρεσβευτική κατοικία.

Αποψη των δωματίων της πρεσβείας στην Ουάσιγκτον όπως είναι σήμερα, εν αναμονή της ανακαίνισης

Η απρόσμενη διάσωση
Το φθινόπωρο του 2019, σε επίσημο δείπνο προς τιμήν του κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Αθήνα, η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου δεν είχε έρθει ακόμα στην Ουάσιγκτον για να αναλάβει επισήμως καθήκοντα πρέσβειρας.
Στο τραπέζι βρέθηκε δίπλα στον επιχειρηματία Αχιλλέα Κωνσταντακόπουλο. Η συζήτηση, που ξεκίνησε ως απλή αναφορά στην κατάσταση του ιστορικού κτιρίου, κατέληξε σε μια απρόσμενη πρόταση. Ο κ. Κωνσταντακόπουλος προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου τη μελέτη αποκατάστασης.
Λίγους μήνες αργότερα, η δωρεά έφερε στην Ουάσιγκτον τον αρχιτέκτονα Τζορτζ Σκαμέα και την ομάδα της Preservation Design Partnership, που ειδικεύεται στην αποκατάσταση ιστορικών μνημείων.
Η μελέτη, κόστους εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων, αποτύπωσε με ακρίβεια την κατάσταση του μεγάρου και καθόρισε πώς μπορεί να ανακαινιστεί χωρίς να χάσει την αρχιτεκτονική του ταυτότητα που περιλαμβάνει ξυλόγλυπτα, μαρμάρινες εισόδους, γύψινες οροφές, ακόμη και τα πρώτα χυτοσιδηρά καλοριφέρ της εποχής.
Για πρώτη φορά υπήρχε σχέδιο όχι απλώς για διάσωση, αλλά για υποδομές συμβατές με τις ανάγκες της σύγχρονης διπλωματίας. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται η δημιουργία νέας πρεσβευτικής κατοικίας με έξι δωμάτια φιλοξενίας.
Η άφιξη της κυρίας Παπαδοπούλου στην Ουάσιγκτον συνέπεσε με τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας. Με την πρεσβεία κλειστή, οργανώθηκε μια μικρή ομάδα εθελοντών που μπήκε στο κτίριο με αποστολή να το αδειάσει και να καταγράψει το περιεχόμενό του.
Ο Θεοδόσης Λιάπης, μακροβιότερος υπάλληλος της πρεσβείας, και η Αλεξία Παπαδοσηφάκη, σύζυγος του σημερινού πρέσβη της Ελλάδας στην Αγκυρα Θεόδωρου Μπιζάκη, χρειάστηκαν αρκετές μέρες. Τα περισσότερα αντικείμενα ήταν ακριβώς στη θέση τους.

Σε συρτάρια, ντουλάπια και κλειδωμένα γραφεία εντοπίστηκαν έγγραφα και τεκμήρια που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Επιπλα της οικογένειας του στρατηγού Σέρινταν, τα πρώτα ελληνικά διαβατήρια που εκδόθηκαν στην Ουάσιγκτον, αρχεία αλληλογραφίας της μεταπολεμικής περιόδου και υλικό που φωτίζει κρίσιμες στιγμές των διμερών σχέσεων βρίσκονταν όλα στη θέση τους.
Πολλά μεταφέρθηκαν σε ασφαλές περιβάλλον και καταγράφηκαν συστηματικά για πρώτη φορά. Με αυτό το δεδομένο, η μελέτη προβλέπει δημιουργία εκθεσιακού χώρου ώστε το υλικό να γίνει προσβάσιμο και να συνδεθεί με την ιστορία του κτιρίου.
Τη σκυτάλη πήρε η κυρία Νασίκα. Υπό τη θητεία της ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες για τις αδειοδοτήσεις. Η χρηματοδότηση έχει εξασφαλιστεί από το ελληνικό κράτος, ενώ ομογενείς δηλώνουν πρόθυμοι να συνεισφέρουν. Το έργο θα ξεκινήσει από το νέο έτος και υπολογίζεται ότι θα έχει διάρκεια τριών χρόνων.
Παρόλο που η μελέτη στοχεύει στη μέγιστη διατήρηση της αυθεντικής μορφής του κτιρίου, θα υπάρξει μια εξωτερική αλλαγή. Το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, που σήμερα βρίσκεται στην είσοδο του κτιρίου, θα μετακινηθεί πιο κοντά στη Λεωφόρο Μασαχουσέτης ώστε να είναι ορατό στους οδηγούς που εισέρχονται στην πόλη.
Πρόκειται για ένα έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά που στην ουσία αποτελεί μιας μικρότερης κλίμακας εκδοχή του αγάλματος που βρίσκεται στο Πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.
Ιστορικές στιγμές
Το μέγαρο χτίστηκε το 1906 από τον Τζορτζ Οουκλι Τότεν, που λίγα χρόνια αργότερα σχεδίασε και την κατοικία της τουρκικής πρεσβείας ακριβώς απέναντι. Ελλάδα και Τουρκία έγιναν γείτονες και στην Ουάσιγκτον, με τον Βενιζέλο να αντικρίζει τον Ατατούρκ στην απέναντι πλευρά του κυκλικού κόμβου.
Το κτίριο πέρασε στην Ελλάδα το 1937 ως δωρεά του Ελληνοαμερικανού Ουίλιαμ Χέλις, που έφτασε στις ΗΠΑ πάμφτωχος και μεγαλούργησε στην πετρελαϊκή βιομηχανία.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιστολές του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών για τις διαδικασίες του Σχεδίου Μάρσαλ φέρουν την ένδειξη «Greek Embassy, 2221 Massachusetts Avenue». Η Ελλάδα του 1946 είχε στο κτίριο αυτό έναν από τους πρώτους συνδέσμους της με την αμερικανική βοήθεια.

Η επίσημη πρόσκληση για το ιστορικό δείπνο της 19ης Απριλίου του 1961
Μια άλλη ιστορία αφορά την 19η Απριλίου 1961, όταν η κρίση του Κόλπου των Χοίρων εξελισσόταν σε σοβαρό πλήγμα για τη κυβέρνηση Κένεντι. Εκείνο το βράδυ, το ελληνικό μέγαρο βρέθηκε απροσδόκητα στο επίκεντρο της διπλωματικής σκηνής.
Παρά την αναταραχή και τις εισηγήσεις για ακύρωση, ο Κένεντι εμφανίστηκε στο δείπνο προς τιμήν του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην ελληνική πρεσβεία. Ενώ οι δύο ηγέτες αντάλλασσαν χειραψίες στη μαρμάρινη είσοδο, σχεδόν ένα χιλιόμετρο μακριά, ο Θίοντορ Σόρενσεν, που είχε μείνει πίσω στον Λευκό Οίκο, έβαζε τις τελευταίες πινελιές στην ιστορική ομιλία του Κένεντι που θα προσπαθούσε να εξηγήσει το φιάσκο της Κούβας.
Η σύμπτωση είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στη μνήμη του κτιρίου, διασταυρώνοντας εκείνο το βράδυ την ελληνική διπλωματία με μια από τις πρώτες κρίσεις του Ψυχρού Πολέμου.
Αντιστοίχως, το 1964, η επιστολή Παπανδρέου προς τον Λίντον Τζόνσον παραδόθηκε πρώτα στον υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ μέσω του μεγάρου. Μετά την εισβολή στην Κύπρο, η πρεσβεία συνεργάστηκε με εταιρείες επικοινωνίας και νομικούς παράγοντες για να επηρεάσει το Κογκρέσο, λειτουργώντας ως σύνδεσμος και με το ελληνοαμερικανό λόμπι που άρχισε να αναδύεται εκείνη την εποχή υπό το βάρος των εξελίξεων στο Κυπριακό.

Δικτατορία και Μεταπολίτευση
Κατά τα έτη 1969 έως 1973, το κτίριο της ελληνικής πρεσβείας έγινε σημείο συγκέντρωσης αντιδικτατορικών κινητοποιήσεων. Καταγράφονται διαδηλώσεις ελληνοαμερικανών και αμερικανών ακτιβιστών, με αναφορές στον αμερικανικό Τύπο και σε ομογενειακές εφημερίδες της εποχής. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν στελέχη ελληνικών αντιδικτατορικών οργανώσεων στις ΗΠΑ.
Την περίοδο 1974 έως 1976, μετά την πτώση της δικτατορίας, η πρεσβεία επανήλθε σε πλήρη θεσμική λειτουργία. Το Κυπριακό επανήλθε στο επίκεντρο των επαφών με το Κογκρέσο, σε ένα νέο πολιτικό περιβάλλον.
Πρεσβευτές της μεταπολιτευτικής περιόδου και στελέχη της αποστολής ανέπτυξαν επαφές με φιλελληνικά μέλη του Κογκρέσου, ενώ στο κτίριο πραγματοποιούνταν δεξιώσεις και συναντήσεις υψηλού συμβολισμού. Ο χώρος λειτούργησε ως τόπος επανανομιμοποίησης της ελληνικής παρουσίας στις ΗΠΑ και ως σκηνικό επιστροφής της χώρας στη θεσμική κανονικότητα ύστερα από επτά χρόνια απομόνωσης.
Κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά για κλειστές λογοτεχνικές και ποιητικές συναντήσεις. Υπάρχουν αναφορές σε φιλοξενία ελλήνων λογοτεχνών και ποιητών, με αναγνώσεις και συζητήσεις ενώπιον περιορισμένου, κυρίως ακαδημαϊκού, κοινού της Ουάσιγκτον. Σε μαρτυρίες και δευτερογενείς πηγές μνημονεύονται ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιώργος Σεφέρης, στο πλαίσιο επισκέψεών τους στις ΗΠΑ.
Embassy Row
Η καθιέρωση της περιοχής Embassy Row ως βασικού διπλωματικού κόμβου της Ουάσιγκτον τοποθετείται χρονικά στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και εδραιώνεται πλήρως κατά τη δεκαετία του 1950. Η μεταπολεμική αναδιάταξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την αύξηση του αριθμού των ξένων αποστολών στις ΗΠΑ, οδήγησε πολλές πρεσβείες στη συστηματική εγκατάστασή τους κατά μήκος της Massachusetts Avenue.
Μεγάλες επαύλεις του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, αρχικά κατοικίες εύπορων οικογενειών της πρωτεύουσας, προσαρμόστηκαν σταδιακά σε διπλωματική χρήση. Η επιλογή της περιοχής δεν ήταν τυχαία.
Συνδύαζε εγγύτητα με το κέντρο της πολιτικής εξουσίας, αρχιτεκτονικό κύρος και τη δυνατότητα φιλοξενίας αντιπροσωπευτικών κτιρίων που αντανακλούσαν το κύρος των διπλωματικών αποστολών.




