«Πολύ πικρά τραγούδησε την ξενιτιά ο ελληνικός λαός. Η ξενιτιά είναι το βάσανο που συνοδεύει το ελληνικό έθνος από αιώνων. Τα υπερπόντια ταξίδια, η αραιή επικοινωνία με τους συγγενείς και φίλους, τα εμβάσματα, το αγνάντεμα της μάνας, το μισολησμονημένο πρόσωπο της αγαπημένης, τα μαντάτα, ο σκοτεινός χαμός στην άγνωστη μαύρη ξενιτιά. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της μεταναστεύσεως που συγκίνησαν τον ελληνικό λαό και τα τραγούδησε. […] Στην ξενιτιά όλα είναι φοβερά. Εκεί, ο Χάρος βρίσκει μοναχούς και απροστάτευτους τους ξενιτεμένους. Εκεί βασιλεύει η μοναξιά. “Στην ξενιτιά απόχτησα τα τέσσερα βραβεία / το αχ, το βαχ, τ’ αλίμονο και την απελπισία”» γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Ρεμπέτικα τραγούδια».

Τις περιπέτειες των ελλήνων μεταναστών, τα προβλήματα προσαρμογής και ενσωμάτωσής τους στην αμερικανική κοινωνία, τον πικρό νόστο τους για την πατρίδα, αφηγείται το έργο του κινηματογραφιστή και συγγραφέα Κωνσταντίνου Σαμαρά «Astoria» στο Παλλάς, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης

Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, στο μεταίχμιο των δεκαετιών 1920 και 1930. Εποχή της Μεγάλης Υφεσης, της έντονης κινητικότητας και διεκδίκησης των εργατικών συνδικάτων, των μεγάλων κοινωνικών ανακατατάξεων, της ποτοαπαγόρευσης, της δημιουργίας της Μαφίας.

Τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο Χέρμπερτ Χούβερ διαδέχεται ο Δημοκρατικός Φραγκλίνος Ρούσβελτ. Η αμερικανική κοινωνία βιώνει πρωτόγνωρες συνθήκες φτώχειας και αδιεξόδων μετά το χρηματιστηριακό κραχ τον Οκτώβριο του 1929. Η Γη της Επαγγελίας έχει μετατραπεί σε Γη της Απελπισίας.

Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα του αμερικανικού ονείρου εξακολουθεί να είναι θελκτική και ενίοτε μονόδρομος για τους Ελληνες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια Ελλάδα η οποία, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ταλανίζεται από οικονομική κρίση διαρκείας, κοινωνικές αναταραχές και πολιτική αστάθεια.

Εδώ, λοιπόν, στη χώρα των ευκαιριών, φτάνει η νεαρή Τασούλα, έχοντας αφήσει πίσω της τη μητέρα της και το αγαπημένο της χωριό. Η μητέρα της μάλιστα είναι αυτή που την ωθεί να φύγει, για να βρει μια καλύτερη τύχη στην άλλη άκρη του Ατλαντικού: «Τασούλα! Θα φύγεις! Και όταν μια μέρα γυρίσεις εδώ, […] τότε θα κοιτάξεις αυτόν τον τόπο […] και θα καταλάβεις ότι, αν είναι μια φορά ευλογημένος, είναι χίλιες φορές καταραμένος. Κι εσύ από τούτη την κατάρα θα έχεις σωθεί».

Από την κατάρα της φτώχειας και της Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της μπορεί να σώζεται η κεντρική ηρωίδα του έργου, αλλά έχει να παλέψει με άλλα μεγέθη στην ανοίκεια μεγαλούπολη, να απολέσει βίαια την αθωότητά της, να παίξει σε επικίνδυνα τερέν επιβίωσης, αλλά τελικά να ανακαλύψει τη ζωογόνο δύναμη της φιλίας, του έρωτα και του τραγουδιού. Του τραγουδιού και δη του ρεμπέτικου που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για των ξενιτεμένων Ελλήνων τις κοινότητες, ως παρηγοριά για τους καημούς τους, ως ζωντανή μνήμη της πατρίδας που κουβαλούν πάντα μέσα τους.

Πλούσια σε συναισθήματα παράσταση

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου έχει στήσει μια πραγματικά εντυπωσιακή παράσταση, σε όλα τα επίπεδα, συντονίζοντας υποδειγματικά όλους τους συντελεστές της «Astoria». Μια πλούσια σε συναισθήματα παράσταση με έντονη κινηματογραφική διάσταση.

Τα λεπτομερή σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη αποτελούν φυσική προέκταση του θεαματικού video art από τον Παντελή Μάκκα, το οποίο αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες της τεχνολογίας μεταφέροντας τον θεατή από το χωριό της Τασούλας, στο υπερωκεάνιο ταξίδι της στην Αμερική, μετά μέσω 3D mapping στις γειτονιές της Νέας Υόρκης και στους δρόμους της Αστόριας, στο καμπαρέ της Ρίτας, στο καφενείο του Θόδωρου-Τεντ, στα σπίτια των ηρώων της ιστορίας.

Ζωντανή μουσική

Η σε ζωντανή εκτέλεση πρωτότυπη μουσική και κυρίως οι μουσικές διασκευές γνωστών ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών («Σαν απόκληρος γυρίζω», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου», «Μισιρλού», «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Της ξενιτιάς», «Μην κλαις») από τον Νίκο Στρατηγό συνδέουν τις κοινές πορείες των ηρώων της ιστορίας, όπως κάποτε ένωναν τους ξενιτεμένους σε κοινότητες στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να ονειρευτούν ξανά σ’ έναν ξένο τόπο.

Στο πνεύμα της εποχής, των φτωχικών συνθηκών των μεταναστών αλλά και των λαμπερών καμπαρέ της μητροπολιτικής Νέας Υόρκης τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, με μοναδική αστοχία το αρχικό εξαιρετικά καλοραμμένο κοστούμι τριών κομματιών του πάμφτωχου Στέφανου. Οι πολυεπίπεδοι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου και οι αδρές χορογραφίες του Πάρη Μαντόπουλου στα συν της παράστασης.

Η «Astoria» καθιερώνει μια νέα πρωταγωνίστρια στην αθηναϊκή σκηνή, την Εβελυν Ασουάντ, στον ρόλο της Τασούλας (σε διπλή διανομή η Θεοδοσία Σαββάκη). Η Ασουάντ, παρότι ξεκίνησε από τη μικρή κλίμακα της ομάδας Σημείο Μηδέν του Σάββα Στρούμπου, φαίνεται ότι αξιοποίησε τη δίχρονη θητεία της ως Κασσάνδρα στην περίφημη «Ορέστεια» του Θεόδωρου Τερζόπουλου σε μεγάλα ανοιχτά θέατρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και εδώ, στο κατάμεστο Παλλάς των 1.500 θέσεων, επιβάλλεται με άνεση χάρη στα κατακτημένα ερμηνευτικά της μέσα, αλλά και τη συγκλονιστική φωνή της. Μακάρι να διαχειριστεί εφεξής το πληθωρικό ταλέντο της με σύνεση, ταπεινότητα και ευφυΐα.

Τι να γράψει κανείς για αυτόν τον απίθανο καρατερίστα, τον Χρήστο Στέργιογλου (Θόδωρος-Ted); Αυτός ο ηθοποιός μπορεί πραγματικά να παίξει τα πάντα υποδειγματικά.

Η Μαρία Κεχαγιόγλου διακρίνεται και στους δύο ρόλους που της έχουν ανατεθεί. Συγκινητική και με εσωτερικότητα ως μητέρα της Τασούλας, δεόντως ανάλαφρη ως προξενήτρα Φεβρωνία.

Η Μπέσυ Μάλφα στον ρόλο της τραγουδίστριας Ρίτας αξιοποιεί τα φωνητικά της προσόντα, ο Γιάννης Τσουμαράκης (Στέφανος) είναι αρκετά άγουρος ερμηνευτικά.

Τους κεντρικούς ρόλους πλαισιώνουν ο Μιχάλης Αλικάκος (Νώντας Οικονομάκος), η Αριάδνη Καβαλιέρου (Σοφία, κόρη Θόδωρου), η Φωτεινή Παπαθεοδώρου (Μάγδα), ο Δημήτρης Γαλανάκης (Γιαννάκης).

Η παράσταση του Βασίλη Μαυρογεωργίου υμνεί την ανθεκτικότητα, την αυθεντικότητα, το φιλότιμο και το δημιουργικό δαιμόνιο των Ελλήνων απανταχού της Γης, των Ελλήνων που, όταν βρεθούν σε πλαίσιο ανοιχτών οριζόντων και ίσων ευκαιριών προς όλους, μεγαλουργούν.