Από το 2023 και μετά (ιδίως κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, έχοντας ανεβάσει το «Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» του Εντουάρ Λουί και το «Συνέδριο για το Ιράν» του Ιβάν Βιριπάγεφ, παραστάσεις πολιτικά φορτισμένες, πολυσυζητημένες και επιτυχημένες όλες τους), είναι σαφές ότι ο Θεσσαλονικιός Χρήστος Θεοδωρίδης συγκαταλέγεται στους πλέον ενδιαφέροντες και παρεμβατικούς σκηνοθέτες του θεάτρου στη χώρα μας (αυτό το έχει διεκδικήσει καλλιτεχνικά, μέσα από τη δουλειά του, και το έχει κατακτήσει με τη συνέπειά του).
Συνιδρυτής της «Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων» (από το 2008, μαζί με τη χορογράφο Ξένια Θεμελή) και άνθρωπος της μαχόμενης ευαισθησίας, ή της δημιουργικής οργής, ο Θεοδωρίδης περνά επιτέλους στις αρχές του 2026, για πρώτη φορά, τις θεσμικές πύλες του Εθνικού Θεάτρου (καθώς η νέα καλλιτεχνική του διευθύντρια, Αργυρώ Χιώτη, έκανε και το δίκαιο και το σωστό εν προκειμένω).
Το σύγχρονο έργο που ο Θεοδωρίδης έχει επιλέξει και παρουσιάζει (από τις 28 Ιανουαρίου, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος») είναι η «Ιεροτελεστία» («Un sacre») του Γάλλου Γκιγιόμ Πουά που βασίζεται σε μια ιδέα της Λορέν ντε Σαγκαζάν. Ενα έργο εμπνευσμένο, κατά τα λοιπά, από εκατοντάδες ατομικές συνεντεύξεις που δόθηκαν μεταξύ 2020 και 2021 (την περίοδο του εγκλεισμού, της καραντίνας, εν μέσω πανδημίας).
Οπως εξηγεί στο «Βήμα» ο σκηνοθέτης πρόκειται για «ένα πολυφωνικό έργο που, μέσω του θανάτου, μιλά για την ίδια τη ζωή». Συναντιόμαστε με τον Θεοδωρίδη, προχωρημένο μεσημέρι, σε ένα καφέ επί της οδού Αναπαύσεως, κοντά στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Απορούμε λίγο εμείς. «Τυχαίο ήταν αυτό, δεν το πρότεινα λόγω του έργου!» λέει ο Θεοδωρίδης, γελώντας αμυδρά, το εννοεί ασφαλώς, και αρχίζουμε να κουβεντιάζουμε εν όψει της πρεμιέρας στο Κτίριο Τσίλλερ.
Πώς καταλήγετε, κύριε Θεοδωρίδη, στα έργα που σκηνοθετείτε;
«Είναι ένας συνδυασμός γοητείας και συγκίνησης, νομίζω. Με ενδιαφέρουν τα κείμενα που από το προσωπικό ανοίγονται προοδευτικά σε κάτι ευρύτερο, πιο κοινωνικό. Τα κείμενα που σου δείχνουν ότι αυτά που ζεις εσύ μέσα στο σπίτι σου δεν είναι αποκομμένα σε σχέση με όσα διαδραματίζονται έξω από αυτό, αλλά κομμάτια μιας μεγαλύτερης αλυσίδας, την οποία συχνά δεν βλέπουμε ή δεν αντιλαμβανόμαστε καν. Αυτό για μένα είναι άκρως πολιτικό και κινητήριος μοχλός για να ασχοληθώ με κάτι. Και ξέρω αν κάτι με συγκινεί όντως, αν με συγκινεί πραγματικά, την ώρα ακριβώς που το διαβάζω. Στην αρχή, έχω μια ιδέα στο μυαλό μου. Μετά φοβάμαι, γιατί με πείθω πως για κάποιον μυστήριο λόγο αδυνατώ να το κάνω. Υστερα, ενστικτωδώς κάπως, βρίσκω το κλειδί που ξεκλειδώνει την κατάσταση στην οποία θέλω να εστιάσω. Εγώ αυτό, πάντα, το λέω ταραχή. Ο περίγυρός μου πάλι το λέει “φάση” μιας συνηθισμένης, προβλεπόμενης διαδικασίας».
Στην περίπτωση της «Ιεροτελεστίας» τι συνέβη;
«Μετατοπίστηκα εσωτερικά. Ακαριαία. Στην πρώτη κιόλας ανάγνωση. Το έργο αυτό υπενθύμισε και σε μένα τον ίδιο πόσο συνυφασμένος είναι ο θάνατος με τη ζωή μας. Το γεγονός ότι ωριμάζω, ότι μεγαλώνω κι εγώ, μάλλον με επηρέασε περισσότερο. Από την άλλη μεριά, στη σκέψη μου, η “Ιεροτελεστία” αποτελεί μια συνέχεια της υπαρξιακής αναζήτησης που ξεκίνησα σκηνοθετώντας το “Συνέδριο για το Ιράν”. Από τις αντιτιθέμενες οπτικές του Βιριπάγεφ πάνω στη ζωή και στο νόημά της περνώ στις διαδοχικές οπτικές του Πουά. Πολλές μικρές ιστορίες που φτιάχνουν την Ιστορία. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μαρτυρίες και εξομολογήσεις διαφορετικών ανθρώπων οι οποίοι αναμετρώνται με κάποιον θάνατο, με κάποια απώλεια, με κάποιο τραύμα που έχει σημαδέψει τη ζωή τους και τους έχει ωθήσει να δουν τα πράγματα αλλιώς. Εδώ, ωστόσο, δεν υπάρχει μια συνεκτική δραματουργική συνθήκη. Υπάρχει απλώς ένας ενιαίος θεματικός άξονας, για τον θάνατο, που διαμορφώνει μια κοινή αφήγηση, για τη ζωή. Αυτή είναι και η πρόκληση για μένα. Επίσης, αυτό που με συγκίνησε πολύ στο έργο, ακόμα πιο πολύ θα έλεγα, είναι ότι οι αφηγήσεις αυτών των ανθρώπων προέρχονται από το λεγόμενο “περιθώριο”, δεν εγγράφονται στις “κανονικότητες” της κοινωνίας, ταξικές, φυλετικές, σεξουαλικές».
Κατά πόσον έχετε προσαρμόσει το έργο στην ελληνική πραγματικότητα;
«Διασκευάζω ή προσαρμόζω πάντοτε, θέλω να πιστεύω, στο πνεύμα του συγγραφέα. Και είμαι προσεκτικός. Αφού το έκρινα απαραίτητο για την πολιτική διάσταση της παράστασης, έχουμε προσθέσει τρεις ιστορίες, τρεις αφηγήσεις, γραμμένες από τη συνεργάτιδά μου Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου. Είναι οι ιστορίες του Πάνου, του Ιμπραχίμ και του Σάββα. Ολες συνδέονται με τη θεματολογία του Πουά και, επιπλέον, απηχούν ορισμένες ντροπιαστικές όψεις της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, πώς αντιμετωπίζει δηλαδή τους αδύναμους, τους πρόσφυγες, τους ομοφυλόφιλους. Από την άλλη μεριά, γενικά, θίγονται διαχρονικά και οικουμενικά ζητήματα, ζητήματα τα οποία, ενίοτε, αποδεικνύονται επίκαιρα. Πώς είναι, ας πούμε, να μην έχεις το νεκρό σώμα ενός συγγενικού ή αγαπημένου ανθρώπου. Πώς είναι να μην μπορείς να το θάψεις και να το πενθήσεις».
Πώς όμως πυροδοτείται το όλο πράγμα εδώ, από πού ξεκινά η παράστασή σας; Και ποιος είναι ο πυρήνας του εγχειρήματος;
«Και το έργο και η παράσταση ξεκινούν με τη Ρενάτα, μια παραδοσιακή μοιρολογίστρα από την Κορσική. Είναι μια επαγγελματίας της εθιμοτυπίας αυτή η γυναίκα, την οποία όμως δεν χρειάζεται πλέον κανείς. Γιατί; Επειδή η σχέση μας με τον θάνατο έχει αλλάξει. Επειδή πλέον θέλουμε να τον κρύβουμε τον θάνατο, να τελειώνουμε γρήγορα μαζί του, να τον βγάζουμε από τον ορίζοντά μας, θέλουμε να τον αφήνουμε στην άκρη όσο το δυνατόν πιο σύντομα και να προχωράμε στη ζωή μας. Αλλά, συχνότατα, η απώλεια δεν μας αφήνει να πορευτούμε στη ζωή μας με τον τρόπο που θα θέλαμε. Ακριβώς επειδή επιχειρήσαμε να την κουκουλώσουμε, αυτήν και τις συνέπειές της. Από μια άποψη, αυτή η τάση ασέβειας προς τον θάνατο έχει προσλάβει σχεδόν πολιτισμικές διαστάσεις στον δυτικό κόσμο σήμερα. Δεν γίνεται να χάνεται κάποιος και την ίδια μέρα να έχουμε ξεμπερδέψει μαζί του, είναι και ανέφικτο και απάνθρωπο αυτό. Λοιπόν, η Ρενάτα υπενθυμίζει, σε ένα καθαρά ανθρωπολογικό αλλά και πρακτικό επίπεδο, ότι για να ξεπεραστεί αποτελεσματικά η απώλεια πρέπει να δίνουμε χρόνο στο πένθος. Τόσο το έργο όσο και η παράσταση προσπαθούν να συγκροτήσουν ό,τι λείπει προσωπικά και κοινωνικά: μια ιεροτελεστία πένθους, τον χώρο της, τον χρόνο της και τις αφηγήσεις που οφείλουν να τη συνοδεύουν».
Βέβαια, το ίδιο το θέατρο, αν όχι ιεροτελεστία, είναι από μόνο του μια τελετουργία…
«Συμφωνώ, είναι τελετουργία και στην καλή του εκδοχή το θέατρο, όπως εγώ το βλέπω, μπορεί να γίνει και να λειτουργήσει ως ένας τόπος μνήμης. Στην ακόμα καλύτερη εκδοχή του ωστόσο το θέατρο μπορεί να γίνει και να λειτουργήσει ως ένα περιβάλλον μνήμης, δηλαδή κάτι διαφορετικό, κάτι πιο ζωντανό, κάτι πηγαίο που εκδηλώνεται στο εδώ και στο τώρα ως αυθόρμητο συμβάν μιας συλλογικότητας. Τουλάχιστον για αυτό προσπαθώ εγώ. Σκέφτομαι ότι το θέατρο, από τη φύση του, πεθαίνει σε καθημερινή βάση. Παλεύει ενάντια στη δική του θνητότητα. Αρα ίσως του ταιριάζει περισσότερο να μετουσιώνεται σε περιβάλλον μνήμης, όπου όλοι μπαίνουμε όχι μόνο για να θυμηθούμε και να συνυπάρξουμε αλλά και για να βρούμε τους τρόπους να αντέξουμε ώστε να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Επανερχόμενος στην “Ιεροτελεστία” του Πουά, έχω την αίσθηση ότι το έργο αυτό μιλά για τον θάνατο και τη θνητότητα προκειμένου να υμνήσει και να γιορτάσει τη ζωή».
Αν σας ζητούσα να μου περιγράψετε τη δουλειά σας στο θέατρο με μία μονάχα λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
«Δύσκολο! Διότι οι λέξεις μετατρέπονται εύκολα σε ταμπέλες, κι εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου οι ταμπέλες. Θα σας πω, λοιπόν, την ειλικρίνεια. Ειλικρίνεια, στον τρόπο που σχετίζομαι με τα κείμενα και με τους ηθοποιούς».
Γιατί ειλικρίνεια και όχι αλήθεια;
«Επειδή ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια. Η ειλικρίνεια, ωστόσο, είναι μία και κάπως αντικειμενική. Πώς να το πω, την ειλικρίνεια, εφόσον υπάρχει, την καταλαβαίνουμε. Το λέω και στους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάζομαι. Στην ειλικρίνεια είναι αδύνατο να φτάνουμε σε κάθε πρόβα ή σε κάθε παράσταση. Ομως, ας φτάνουμε σε αυτήν μερικές φορές. Εγώ είμαι οκ με αυτό. Προτιμώ την προσπάθεια που βιώνεται, από το να φτιάχνουμε ένα πεθαμένο πράγμα που καταναλώνεται και φεύγει. Ειλικρίνεια είναι, επίσης, η άλλη όψη της βιωματικής προσπάθειας που σας περιγράφω».
Η σχέση σας με το συναίσθημα ποια είναι;
«Ως άνθρωπος, έχω μια σταθερή πρόσδεση στη λογική. Εξαιτίας αυτού, ορισμένοι με θεωρούν φοβερά κυνικό πολλές φορές. Στους ηθοποιούς λέω πάντοτε ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουν είναι να σκέφτονται, όχι να αισθάνονται. Αν προκύψει το συναίσθημα, θα προκύψει από τη σκέψη. Αυτή είναι η σειρά! Αντιθέτως, ο θεατής που έρχεται να παρακολουθήσει μια παράσταση πρέπει να υποστεί μια αντίθετη σειρά, ο θεατής πρέπει πρώτα να αισθανθεί και μετά να σκεφτεί. Διαφορετικά, πάει, τον χαιρετήσαμε. Ο θεατής πρέπει πρώτα να πάθει κάτι και μετά να επεξεργαστεί ο ίδιος μόνος του αυτό το κάτι που έπαθε. Σας απάντησα;».
Με καλύψατε. Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της «Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων»; Αν ξεχωρίζει δηλαδή, πώς ξεχωρίζει; Και τι κρατούν, πιστεύετε, όσες και όσοι συνεργάζονται μαζί σας;
«Πιστεύω ότι κρατούν την εμπειρία μιας ανοιχτής διαδικασίας που είναι προσανατολισμένη στη δίψα για το πραγματικό, και όχι στην κατασκευή του πραγματικού ή στην αναπαράστασή του. Ενας ηθοποιός μού είπε κάποτε “έχω θέμα, δεν μπορώ να δουλέψω αλλού τώρα”. Το πιο σημαντικό, πάντως, είναι ότι έχουμε δημιουργήσει μια κοινότητα και παραμένουμε κοινότητα».
Ποια έργα, που δεν έχετε σκηνοθετήσει, θα θέλατε να ανεβάσετε στο μέλλον;
«Τους “Πέρσες” του Αισχύλου και τον “Βυσσινόκηπο” του Αντόν Τσέχοφ. Είναι δύο αψεγάδιαστα αριστουργήματα. Το πρώτο, ειδικά, μας αφορά πολύ, με έναν ζωτικό πλέον τρόπο».
Σε τι χώρα νομίζετε ότι ζούμε, κύριε Θεοδωρίδη;
«Φριχτή και άθλια! Νομίζω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην εξοργίζεται με αυτά τα οποία συντελούνται στη χώρα τη δεδομένη στιγμή. Να μην εξοργίζεται και να μη μελαγχολεί. Κοιτάξτε, εμένα μου φαίνεται πλέον αδιανόητο ότι γελάμε με τις ειδήσεις. Νομίζω ότι πλέον δεν πρέπει να γελάμε. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι, κάπως, να τα σπάσουμε».
INFO
Από τις 28 Ιανουαρίου στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος».



