«Ποτέ στη λογοτεχνία κανένα άλλο πλάσμα δεν μίλησε τόσο ωμά, άκαμπτα, βάναυσα για θέματα ουσίας του ανθρώπου όπως μίλησε ο Αμλετ» γράφει ο Γιώργος Χειμωνάς στο βιβλίο του «Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ».
Ποτέ στο παγκόσμιο θέατρο κανένα άλλο έργο δεν έχει απασχολήσει, ταλανίσει και σημαδέψει ομοίως καλλιτέχνες, στοχαστές και θεατές όπως ο «Αμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Ο Χειμωνάς εστιάζει στο κομβικό – και διάσημο – οντολογικό ερώτημα του σαιξπηρικού ήρωα, στον πυρήνα της δομής του ελισαβετιανού κειμένου και της χειμαζόμενης ψυχής του Αμλετ, για να μιλήσει για την πανανθρώπινη αμηχανία ανά τους αιώνες μπροστά στο θαύμα της ζωής. «Το κεντρικό ερώτημα του Αμλετ: “να ζεις ή να μη ζεις”, που συμπυκνώνει όλη του την αγωνία, υποκρύπτει ένα άλλο πιο θεμελιώδες, πολύ πιο αγωνιώδες ερώτημα: πώς να ζεις». Τονίζοντας την αταλάντευτη και διαχρονική επιδραστικότητα του σαιξπηρικού έργου, ο έλληνας διανοητής, συγγραφέας και κορυφαίος μεταφραστής καταλήγει: «Ο οξύς λόγος του Αμλετ κυριολεκτικά διαπερνά τον χρόνο, διαπερνά την ίδια του τη γλώσσα, διαπερνά σχίζοντας ακόμα και το θεατρικό δρώμενο».
Σε αυτό το ταξίδι του μέσα στον χρόνο, η δύναμη και η σφοδρότητα του σαιξπηρικού «Αμλετ» συναντά και στοιχειώνει τη σκέψη του Χάινερ Μύλερ. Η δική του «Μηχανή Αμλετ» («Hamletmachine») εκκινεί από τον μακρόχρονο διάλογό του με το έργο του Σαίξπηρ και το 1977 γράφει αυτό το ανοίκειο και μυστηριώδες κείμενο, παράλληλα με τη μετάφραση του «Αμλετ» για την παραγωγή του Μπένο Μπεσόν στο Ντόιτσες Τεάτερ (Deutsches Theater). Ο ανατολικογερμανός συγγραφέας τοποθετεί τον δικό του Αμλετ σε ένα εφιαλτικό πλαίσιο, όπου συγκρούονται διαφορετικές και αντιθετικές συλλογικές εμπειρίες, αναδύονται δυσοίωνοι συσχετισμοί με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, τίθενται προβληματισμοί για το τέλος της τέχνης και της λογοτεχνίας. Για τον Μύλερ, το θέατρο είναι ένας τόπος διαλόγου με την Ιστορία και η «Μηχανή Αμλετ» συνδιαλέγεται με τον Σαίξπηρ θέτοντας στο επίκεντρο όχι πια έναν ευαίσθητο Αμλετ, σύμφωνα με την παράδοση, αλλά έναν απογοητευμένο στοχαστή, βαθιά απαισιόδοξο, «με την πλάτη στραμμένη στα ερείπια της Ευρώπης».
Η Σοφία Αντωνίου και τα δύο «θηρία»
Μετά την περσινή εξαιρετικά επιτυχημένη σπουδή της πάνω στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή στο ΦΙΑΤ, φέτος, στο Πορεία, η Σοφία Αντωνίου συνεχίζει τη φιλέρευνη διαδρομή της στα κλασικά έργα και τη σύγχρονη δραματουργία. Διασκευάζοντας και σκηνοθετώντας τον σαιξπηρικό «Αμλετ» και τη μυλερική «Μηχανή Αμλετ», κατ’ αρχάς προβαίνει σε ένα αδιανόητο καλλιτεχνικό διακύβευμα, κατά δεύτερον δημιουργεί ένα νέο, προκλητικό και ριψοκίνδυνο κειμενικό πεδίο πάνω στα θραύσματα του λόγου του Χάινερ Μύλερ και στην περίτεχνη ελισαβετιανή γραφή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Τιθασεύει δύο θηρία, δύο έργα-ογκόλιθους, εγκιβωτίζει το ένα κείμενο μέσα στο άλλο και τα δύο σε μια νέα δική της δραματουργία, αναδεικνύει τη διαχρονία και τη διακειμενικότητά τους και δημιουργεί μια πραγματικά τολμηρή, επικίνδυνη παράσταση, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας, με απόλυτη διαθεσιμότητα από τους ηθοποιούς της και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης. Η Σοφία Αντωνίου δεν εξαρθρώνει μόνο τον χρόνο – κατά τη γνωστή σαιξπηρική ρήση «the time is out of joint» – αντιπαραθέτοντας τα δύο κείμενα που γράφτηκαν το ένα στη χαραυγή του 17ου αιώνα και το άλλο στο μέσον του 20ού αιώνα. (Για παράδειγμα, στη σκηνή της συνάντησης του Αμλετ και της μητέρας του Γερτρούδης, όταν δολοφονείται ο Πολώνιος, ο Αμλετ μιλά μέσα από το κείμενο του Μύλερ και η Γερτρούδη μέσα από του Σαίξπηρ.) Εξαρθρώνει κάθε παγιωμένη παραστατική αντίληψη που μπορεί να έχει ο θεατής μετά από χρόνια ανάγνωσης ή θέασης των κλασικών αυτών έργων. Εξαρθρώνει το ελισαβετιανό etiquette μέσα από την κομψευόμενη, γελοιοποιημένη κίνηση (Ιωάννα Τουμπακάρη) των λακέδων της βασιλικής αυλής Ρόζενκραντζ και Γκίλντενστερν.
Εξαρθρώνει το σκηνογραφικό τοπίο (Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη) έχοντας αρχικά τους ηθοποιούς να παίζουν σε μια άδεια, περιορισμένη και περιοριστική σκηνή 3Χ4, η οποία στη συνέχεια θα αποκαλύψει μία έτερη, μεγαλύτερη σκηνή που θα φιλοξενήσει τη βασιλική φιέστα και το έργο που θα παίξουν οι πλανόδιοι ηθοποιοί που προσκαλεί ο Αμλετ στο παλάτι, η οποία στο τέλος θα «εκραγεί» στο ερειπιώδες σκηνικό που απηχεί τη ρήση του Αμλετ, «Τι έρημος είναι αυτός ο κόσμος. Να βουλιάξει. Να ανατραπούν όλες οι υπάρχουσες συνθήκες». Εξαρθρώνει το ενδυματολογικό αναμενόμενο, με τα κοστούμια της Καλαϊτζαντωνάκη είτε να φέρουν αντιστικτικές χρυσές αδρές πινελιές πάνω στο πανωφόρι του βασιλιά είτε με το βασιλικό κρινολίνο της βασίλισσας να υφίσταται αφαιρετικά, ως συμβολικός σκελετός εξουσίας, είτε με το α λα «Τζόκερ» κοστούμι του Αμλετ. Εξαρθρώνει το μουσικό παραστατικό ιδίωμα με τις αναπάντεχες μουσικές συνθέσεις του Jeph Vanger, όπως και τον φωτιστικό σχεδιασμό με την αρωγή του Γιώργου Ιεραπετρίτη.
Αν όμως δεν είχε στη διάθεσή της αυτόν τον τόσο δεκτικό και ταλαντούχο θίασο, η Αντωνίου δεν θα μπορούσε να επιτύχει τις στοχεύσεις της. Κυριαρχεί η θαρραλέα αυτοδιάθεση του Δημήτρη Καπουράνη σε ρόλο-ορόσημο για την καριέρα του. Τρικυμιώδης ως Αμλετ αλλά και φροντιστικός προς τους συναδέλφους του ως Αφηγητής-Σκηνοθέτης είναι χάρμα ιδέσθαι. Είναι δε καθηλωτικός στον μονόλογο: «Ποιος προτιμά να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο. Να τον αδικεί ο ισχυρός, να τον συντρίβει ο επηρμένος, ν’ ανέχεται την ύβρι της εξουσίας, τη νύστα του νόμου. Να νικά ο ανάξιος τον άξιο. Τι συμφέρει να πάσχεις, να αντέχεις, σωπαίνοντας τις πληγές από μια μοίρα που σε ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος; Ή να επαναστατείς; Να αντισταθείς στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων». Εξαιρετικές οι επιδόσεις όλου του θιάσου, του Γιώργη Παρταλίδη (Λαέρτης, Γκίλντενστερν, Βερνάρδος), του Γιάννη Κόραβου (Οράτιος, Ρόζενκραντζ), της Αουρόρα Μαριόν (Γερτρούδη), του Μιχάλη Αφολαγιάν (Κλαύδιος), του Κωνσταντίνου Μαυρόπουλου (Πολώνιος, Μάρκελλος, Φόρτενμπρας), της Λωξάνδρας Λούκας (Οφηλία).



