Οι εικόνες πολέμου είναι μια συνεχής πραγματικότητα στα δελτία ειδήσεων. Τόσο, που τείνουμε να ξεχνάμε τα δεινά του. Oσο δεν είναι στη γειτονιά μας. Μπορούν τα μουσεία που είναι αφιερωμένα στον πόλεμο να πουν κάτι για το πόσο πολύτιμη είναι η ειρήνη;
Το Aυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο στο Λονδίνο είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης. Στεγάζει μια τεράστια συλλογή αντικειμένων και έχει πολλών ειδών εκθεσιακές προσεγγίσεις. Από εντυπωσιακά εκθέματα ικανού όγκου και μεγέθους (αεροπλάνα, τζιπ, τανκ και πυροβόλα όπλα μεγάλου βεληνεκούς) ως αισθητηριακά περιβάλλοντα ήχου και κλίματος και σκηνογραφημένα σύνολα.
Ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1917, και από το 1936 στεγάζεται σε ένα πρώην νοσοκομείο στην περιοχή Λάμπεθ του Λονδίνου. Επιστέφεται από μια εντυπωσιακή θολωτή κατασκευή του 1846, του αρχιτέκτονα Σίντνι Σμερκ (Sidney Smirke), του ίδιου που θα σχεδιάσει το 1857 το περίφημο Reading Room (Αναγνωστήριο) του Βρετανικού Μουσείου, αξιοθέατο ως σήμερα. Εκεί, αρκετά χρόνια πριν μεταφερθεί η Εθνική Βιβλιοθήκη στο νέο της κτίριο, είχα τη χαρά να δουλέψω για τη διατριβή μου.
Το Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο έχει πέντε παραρτήματα. Το πέμπτο και πιο πρόσφατο, του 2002, βρίσκεται στο Μάντσεστερ, εκλογική περιφέρεια του βουλευτή (1997-2012) Tόνι Λόιντ, που πρωτοστάτησε για την ίδρυση και ολοκλήρωσή του μαζί με τον Τόνι Μπλερ, τότε πρωθυπουργό του Εργατικού Κόμματος.

Προσωπικά αντικείμενα του βρετανού στρατιώτη Αλαν Λόιντ που σκοτώθηκε στις 4 Αυγούστου 1916 στη Μάχη του Σομ. Πρόκειται για τη φονικότερη μάχη (μετά από αυτήν του Στάλινγκραντ) στην Ιστορία. Ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1916 και τελείωσε στις 18 Νοεμβρίου 1916 με απολογισμό πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς.
Είναι το Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο στον Βορρά. Στεγάζεται σε ένα εξαρχής σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Ντάνιελ Λίμπεσκιντ κτίριο, το οποίο στοίχισε 28,5 εκατομμύρια αγγλικές λίρες. Ο σχεδιασμός αποδίδει μία στα τρία χωρισμένη γήινη «σφαίρα», όπου το κάθε «θραύσμα» αντιπροσωπεύει τον πόλεμο στην ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα. Το τελευταίο «θραύσμα» υψώνεται στα 55 μέτρα και γίνεται έτσι τοπόσημο της περιοχής και σήμα του μουσείου που, όπως ο πόλεμος, διχάζει και διαλύει τις κοινωνίες.
Είναι το μόνο μουσείο του είδους του που παρουσιάζει με τον εναργέστερο τρόπο το θείο δώρο της ειρήνης και τις πληγές, θανατηφόρες ή ανεξίτηλες, του πολέμου. Αποφεύγει να μιλήσει μέσα από πλήθος εκθεμάτων, όπως κάνει το μητρικό του στο Λονδίνο.
Με φειδώ επιλεγμένα εκθέματα πολέμου, αλλά πολλά που, σκηνογραφημένα ή μη, μιλούν για τον καιρό της ειρήνης και για ατομικές ιστορίες ανθρώπων που χάθηκαν με την ελπίδα να υπάρξει ειρήνη, έχουμε ένα μουσείο που δείχνει τον πόλεμο και μιλά για την ειρήνη.
Μια όχι τυχαία σχεδιασμένη είσοδος
Η είσοδος στο μουσείο δεν είναι δοξαστική. Μέσα από ένα μεταλλικό υπόστεγο που συνειδητά δεν σε προφυλάσσει από τις καιρικές συνθήκες, εισέρχεσαι σε έναν σχετικά χαμηλοτάβανο χώρο. Στη συνέχεια, η είσοδος στον κυρίως εκθεσιακό χώρο, ύψους περίπου 15 μέτρων, σε κάνει να αισθάνεσαι αμελητέα μονάδα μπρος στο χάος των πολεμικών συρράξεων που βιώνεις, αντιμέτωπος με τους όγκους ενός ρωσικού τανκ Τ-34, ενός αμερικανικού τζετ AV-8A Χάριερ και ενός βρετανικού πυροβόλου QF-13 πάουντερ: εργαλεία θανάτου τριών μεγάλων στρατών των δύο Παγκοσμίων Πολέμων.
Στον πυρήνα τού κυρίως αυτού χώρου υψώνονται έξι «σιλό» με αντίστοιχες έξι θεματικές εκθέσεις. Πρόκειται για υψίκορμες (πάνω από 10 μ.) κατασκευές χώρων που μιλούν για την «Εμπειρία του πολέμου», τις «Γυναίκες στον πόλεμο», τα «Επιστήμη, τεχνολογία και πόλεμος», τις «Παρακαταθήκες του πολέμου» κ.ά.
Ενας άλλος χώρος, ως νεκρικό σκευοφυλάκιο, αποτελείται, από το πάτωμα ως την οροφή, από συρτάρια που περιέχουν ελάχιστα, αλλά συναισθηματικά φορτισμένα, τεκμήρια θανόντων στους πολέμους, «γενναίων και ατρόμητων».
Μέσα στις λίγες βιτρίνες που σχίζουν τους τοίχους των σιλό σαν χαρακιές στο σώμα των μαχόμενων, μετρημένα στα δάχτυλα, αλλά σημαδιακά αντικείμενα (ένα κράνος τρυπημένο από σφαίρα, μια ταλαιπωρημένη κούπα ή μια λασπωμένη αρβύλα), ζωντανεύουν τη φρίκη του πολέμου.
Οι νεκροί, οι σειρήνες και η ερώτηση
Η γραφιστική των αριθμών για τους πεσόντες, αυξανόμενη σε μέγεθος όσο οι αριθμοί των νεκρών σε κάθε μεγάλο πόλεμο μεγαλώνουν, συνοδεύει ερμηνευτικά τη σφαγή και το αιματοκύλισμα των πολέμων.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου το ατομικό αναμετριέται με τις μηχανές του θανάτου, κάθε μια ώρα τα φώτα σβήνουν, οι σειρήνες ηχούν και αρχίζουν προβολές στους τοίχους των δεκάμετρων σιλό, με σκηνές φρίκης από τις μάχες. Τελειώνοντας, σε ξεπροβοδίζει η εικόνα ενός ζευγαριού σε απόγνωση δίπλα από το πυρπολημένο σπίτι τους κατά τον πρόσφατο πόλεμο στα Βαλκάνια με την ερώτηση: «Ποιος αποφάσισε έτσι γι’ αυτούς;».

Το Εθνικό Μουσείο Πολεμικής Ιστορίας της Γερμανίας στη Δρέσδη. Μια μεταλλική, διαγώνια τριγωνική κατασκευή, ύψους 35 μ. και 5 ορόφων, ως κεραυνός και κραυγή για τη βιαιότητα του πολέμου, σχίζει το κτίριο τού 1876 σε δύο τμήματα (ανατολικό για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δυτικό για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ψυχροπολεμική περίοδο).
Το δεύτερο πολεμικό μουσείο που μιλά για τα δεινά του πολέμου είναι το Εθνικό Μουσείο Πολεμικής Ιστορίας της Γερμανίας στη Δρέσδη. Σχεδιάστηκε (ολοκληρώθηκε το 2011) επίσης από τον Λίμπεσκιντ, ως νέα πτέρυγα, σε ένα υπάρχον κτίριο που λειτουργούσε ως στρατόπεδο και αποθήκη στρατιωτικού υλικού. Η ίδια χειρονομία μιας μεταλλικής διαγώνιας τριγωνικής κατασκευής, ύψους 35 μ. και 5 ορόφων, ως κεραυνός και κραυγή για τη βιαιότητα του πολέμου, σχίζει το υπάρχον κτίριο τού 1876 σε δύο τμήματα (ανατολικό για τον 1ο ΠΠ και δυτικό για τον 2ο ΠΠ και την ψυχροπολεμική περίοδο), χαρακτηρίζοντας έτσι και αυτό το κτίριο.
Αυτή η «σφήνα» των 200 τόνων γυαλιού, μπετόν και χάλυβα, που αποτυπώνεται και στην κάτοψη της προσθήκης, έχει κεκλιμένους τοίχους, δημιουργώντας την αίσθηση ανασφάλειας και επικρεμάμενου κινδύνου που συνοδεύει κάθε πόλεμο. Η απόληξή της είναι μια 33 μ. πλατφόρμα, που αφορά την κάποτε ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, το 1945, πόλη και ατενίζει προς την κατεύθυνση που έρχονταν τα βομβαρδιστικά. Συνθέτει τον πρώτο χώρο που επισκέπτεται κανείς στον 5ο όροφο, ενώ αμέσως στο εσωτερικό του, τεκμήρια από αυτήν την ισοπεδωμένη πόλη (μερικά πυρπολημένα τούβλα ή τμήματα πεζοδρομίων) συνδιαλέγονται με εικόνες από την πόλη του Ρότερνταμ που είχαν ισοπεδώσει οι Ναζί το 1940. Είναι ένα αντιπολεμικό μουσείο που διηγείται το πόνο, τη βιαιότητα, το μίσος και τον θρήνο, συστατικά ανέκαθεν των συγκρούσεων.
Στο εσωτερικό της «σφήνας», 11 ευφάνταστες ενότητες, όπως «Πόλεμος και μνήμη», «Πολιτική και χρήση της ισχύος», «H “γλώσσα” του στρατού», «Προστασία και καταστροφή», «Τα ζώα στον πόλεμο», «Πόνος και πόλεμος», «Παιχνίδια πολέμου» δείχνουν τη νοηματική μουσειολογική προσέγγιση. Καταλαβαίνει κανείς από τους τίτλους ποιες διανοητικές και ψυχολογικές προεκτάσεις αποκτούν αυτές οι ενότητες για τον επισκέπτη και με ποιο εύρος θεμάτων ωθείται να έλθει σε επαφή. Αναστοχάζεται για τον τρόπο που σκεφτόμαστε τον πόλεμο. Αντίστοιχα ο επιτυχημένος εκθεσιακός σχεδιασμός από το ελβετικό γραφείο Χόλτσερ και Κόμπλερ, με τις καθ’ ύψος προθήκες των θεματικών αυτών ενοτήτων να αφήνουν μεταξύ τους χώρο μόνο για ένα άτομο, εντείνουν τη συναισθηματική πίεση των συσσωρευμένων τεκμηρίων. Η απουσία σκηνογραφικών περιβαλλόντων και η εκθεσιακή λιτότητα κάνουν ακόμη πιο καθαρή την παρουσία του φόβου, της ελπίδας, του κουράγιου, του ορθολογισμού, των κινήτρων, της βίας και του αλληλοσπαραγμού που συνοδεύουν τον πόλεμο.
Το δικό μας περίκλειστο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, το φτωχό του αντίστοιχο στη Θεσσαλονίκη, τα διάφορα μικρά, με τα χιαστί, διακοσμητικώ τω τρόπω, εκτιθέμενα όπλα, χρειάζονται μια εκ βάθρων αναδόμηση νοήματος και ουσιαστικού αφηγήματος και όχι εύκολου λούστρου. Και είναι γνωστό ότι η σκέψη δεν στοιχίζει. Απλά θέλει «αρετή και τόλμη». Θα τολμούσαμε όμως όσα τόλμησαν η μιλιταριστική Γερμανία και η αποικιοκρατική Βρετανία;
Η κυρία Ματούλα Σκαλτσά είναι ιστορικός της Τέχνης, μουσειολόγος, ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ.






