Η 11η Σεπτεμβρίου ως παγκόσμιο σοκ έχει ξεθωριάσει σήμερα, 25 χρόνια μετά. Αναμφίβολα, η επερχόμενη επέτειός της το φθινόπωρο θα επαναφέρει στο προσκήνιο το γεγονός και θα επιτρέψει την επαναξιολόγησή του ως βίαιης εισαγωγής σε έναν 21ο αιώνα αναταραχών και μειζόνων διεθνών ανακατατάξεων.
Το αποτύπωμά της, ωστόσο, μοιάζει πλέον λιγότερο έντονο από ό,τι στο παρελθόν: η ισλαμική τρομοκρατία της Αλ Κάιντα και του ISIS έχει κοπάσει, η οικονομική κρίση, η πανδημία, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Γάζα, η αμείωτη άνοδος της κινεζικής ισχύος, ο τραμπισμός έχουν μεταβάλει άρδην το παγκόσμιο τοπίο.
Αυτό που διατηρείται, οπωσδήποτε, ως διανοητική κληρονομιά του γεγονότος και των γεωπολιτικών συνέπειών του, των αμερικανικών επεμβάσεων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, είναι η έκδηλη στροφή μέρους των κοινωνικών επιστημών στη διερεύνηση του υπόβαθρου των σχέσεων Δύσης και Ανατολής, των πηγών της τρομοκρατίας, των απαρχών των ασύμμετρων συγκρούσεων.
Ποιοτικό δείγμα μιας τέτοιας μεγάλης σύνθεσης αποτελούν οι Αόρατοι στρατοί (εκδ. Leader Books) του αμερικανού ιστορικού Μαξ Μπουτ, γενεαλογία της καταγωγής και της εξέλιξης του ανταρτοπολέμου.

Max Boot. Αόρατοι στρατοί. Μια επική ιστορία του ανταρτοπολέμου από την αρχαιότητα έως σήμερα. Μετάφραση Στέφανος Καβαλλιεράκης. Εκδόσεις Leder Books, 2025, σελ. 824, τιμή 32 ευρώ
Από τη Ρώμη στο Ναβαρίνο
«Ο ανταρτοπόλεμος είναι τόσο παλιός όσο και η ανθρωπότητα. Ο συμβατικός πόλεμος, αντιθέτως, είναι μια σύγχρονη εφεύρεση», παρατηρεί ο Μπουτ, υπογραμμίζοντας ότι ο αγγλικός όρος που τον χαρακτηρίζει, «guerilla» (μικρός πόλεμος), χρονολογείται μεν από την ισπανική περιπέτεια του Ναπολέοντα μεταξύ 1810 και 1812, η πρακτική όμως απαντάται από τον καιρό των νομάδων της Μεσοποταμίας, των εισβολών γερμανικών φύλων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, των μεσαιωνικών επιδρομών Βίκινγκς, Αράβων, Αβάρων, Μογγόλων, Τούρκων.
«Τελευταίο οχυρό» όσων πολεμούν έναν ισχυρότερο εχθρό, αλλά και εκδοχή αναμέτρησης χαμηλής έντασης μεταξύ ισοδύναμων αντιπάλων όπως συνέβη εν μέρει στο πλαίσιο του Εκατονταετούς και του Τριακονταετούς Πολέμου, αντιδιαστέλλεται με τις συμβατικές συγκρούσεις από τον 18ο αιώνα, όταν ο ένστολος επαγγελματικός στρατός και οι πρακτικές του διαχωρίζεται από τους ατάκτους.
Από την πλευρά των επαγγελματιών η αντιπαράταξη στο πεδίο της μάχης επενδύεται με τις αξίες της εντιμότητας, του αλληλοσεβασμού, του θάρρους, και οι τακτικές φθοράς που προσιδιάζουν στον ανταρτοπόλεμο συχνά απορρίπτονται ως παραβιάσεις του ηθικού κώδικα διεξαγωγής του πολέμου: «Αγριους ιθαγενείς πίσω από δέντρα και βραχώδεις καλύψεις» θεωρούσαν οι Βρετανοί τους αμερικανούς επαναστάτες της μάχης του Λέξινγκτον το 1775, ενώ η συγκρότηση του Ηπειρωτικού στρατού του Τζορτζ Ουάσιγκτον έγινε εν μέρει και για να καταγραφούν οι συμπολίτες του ως «καλλιεργημένοι, αξιότιμοι, σεβαστοί, όχι βάρβαροι που ηγούνται άλλων βαρβάρων».
Θα πρέπει εδώ πάντως να σημειωθεί ότι η διάκριση δεν υπήρξε ποτέ τόσο αποκλειστική. Ουσάροι, Πανδούροι και το «ελαφρύ πεζικό» της εποχής καλύπτουν μια ενδιάμεση περιοχή, η σύλληψη του «υβριδικού ανταρτοπολέμου» με συνδυαστική δράση τακτικών μονάδων και πολιτοφυλακών εμφανίζεται ήδη στην Αμερικανική Επανάσταση, ενώ συγκεκριμένο κώδικα τιμής και συμπεριφοράς επικαλούνται και εφαρμόζουν επαγγελματίες άτακτοι όπως οι κλέφτες.
Είναι η «Εποχή των Επαναστάσεων» εκείνη η οποία θα καθιερώσει τον «μικρό πόλεμο» και θα του προσδώσει θετικό ιδεολογικό πρόσημο. Ταυτισμένες με τον φιλελευθερισμό, οι εξεγέρσεις της περιόδου εμφανίζουν το σύνολο σχεδόν των χαρακτηριστικών του σύγχρονου ανταρτοπολέμου.
Αρχετυπικό για τη στρατιωτική ιστορία, το παράδειγμα της ναπολεόντειας εκστρατείας στην Ιβηρική καταδεικνύει το πρόβλημα της διασποράς των μαχητών που δίνει τη δυνατότητα σε περίπου 50.000 Ισπανούς να υποχρεώσουν σε ουσιαστική ήττα 350.000 Γάλλους· την απροθυμία συνεργασίας με τον πληθυσμό που συχνά αποβαίνει μοιραία για έναν κανονικό στρατό· τη σημασία της εξωτερικής βοήθειας από έναν τρίτο παράγοντα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Αγώνας του 1821, με τη σειρά του, λογίζεται ως η πρώτη περίσταση «ανθρωπιστικής επέμβασης».
Αν και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων που οδήγησε στη ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827 σφραγίζοντας την πορεία προς την ανεξαρτησία ενείχε εμπορικούς και στρατηγικούς λόγους, πήγασε κυρίως από την πίεση της δυτικής κοινής γνώμης: το κίνημα του φιλελληνισμού, η πρόσληψη του κλασικού παρελθόντος, η εικόνα των Οθωμανών στο δυτικό φαντασιακό και οι εκκλήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων συνέβαλαν στην απόφαση της στρατιωτικής παρέμβασης.
«Επανάσταση – με αντάρτικες ομάδες – είναι ο πραγματικός τρόπος πολέμου για κάθε έθνος που επιθυμεί τη χειραφέτησή του από τον ξένο ζυγό» διακήρυττε ο εμπνευστής της ιταλικής ενοποίησης Τζουζέπε Ματσίνι.

«Πολεμική σκηνή της Ελληνικής Επανάστασης» (πίνακας του Γκέοργκ Πέρλμπεργκ, 1827). Ο Αγώνας του 1821, λογίζεται ως η πρώτη περίσταση «ανθρωπιστικής επέμβασης» αν και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων που οδήγησε στη ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827 σφραγίζοντας την πορεία προς την ανεξαρτησία ενείχε εμπορικούς και στρατηγικούς λόγους.
Μετασχηματισμοί του 20ού αιώνα
Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα ανέδειξαν την υπαγωγή αντάρτικων ομάδων στην υπηρεσία του κράτους σε «διακεκριμένο τμήμα όλων των σύγχρονων στρατών» και την κινητοποίηση των ιθαγενών πληθυσμών σε κρίσιμο παράγοντα που επέφερε το τέλος της αποικιοκρατίας. Οταν ο Τ. Ε. Λόρενς οραματίστηκε τη δύναμη των αράβων μαχητών στην «Εξέγερση της Ερήμου» το 1916 ως «κάτι το άυλο, το άτρωτο, χωρίς αρχή και τέλος, που θα στροβιλίζεται σαν αέριο» περιέγραφε κατά τον Μπουτ το μετέπειτα πρότυπο των ειδικών δυνάμεων: η βρετανική SOE και η αμερικανική OSS στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συγκροτήθηκαν από επίλεκτα στελέχη για αποστολές πίσω από τις γραμμές του Αξονα με τη συνεργασία τοπικών αντιστασιακών πυρήνων. Ωστόσο, τα διδάγματα του παρελθόντος δεν αφομοιώνονταν πάντοτε.
Ο συγγραφέας τονίζει την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ ως αντιπαράδειγμα. Οχι μόνο αγνοήθηκε η τότε πρόσφατη εμπειρία της γαλλικής ήττας στην Ινδοκίνα, αλλά ο αμερικανικός στρατός επέλεξε τον πόλεμο φθοράς προκρίνοντας μάλιστα για τη διεξαγωγή του, αντί επαγγελματιών, κληρωτούς των οποίων οι απώλειες ήταν «βέβαιο ότι θα προκαλούσαν κοινωνική αναταραχή». Οσο η στρατιωτική ηγεσία αναζητούσε τη «μαγική λύση» στους αριθμούς των στρατιωτών, τη συσσώρευση του πολεμικού υλικού, την ευρεία δύναμη πυρός, απαξιώνοντας τη δράση σε μικρά αποσπάσματα, την εξάρθρωση των δικτύων πληροφοριών και την προστασία του πληθυσμού, η πλάστιγγα έγερνε υπέρ των Βιετκόνγκ.
Η πτώση της Σαϊγκόν το 1975, παρά τις πολλαπλάσιες απώλειες του Βόρειου Βιετνάμ (οι συνήθεις υπολογισμοί κάνουν λόγο για 1.000.000 νεκρούς έναντι 58.000 Αμερικανών), υπήρξε το ολέθριο αποτέλεσμα της εφαρμογής «μιας συμβατικής στρατηγικής σε μια μη συμβατική σύγκρουση».
Για τον Μαξ Μπουτ κλειδί της διαχείρισης μιας ασύμμετρης σύγκρουσης αποτελεί εν τέλει η στρατηγική του προσεταιρισμού της κοινωνίας. Η έκφραση «hearts and minds» χρησιμοποιείται ήδη στο πλαίσιο της Αμερικανικής Επανάστασης αλλά ως σύγχρονο επίγονό της ο ίδιος προβάλλει τον αντιστράτηγο Ντέιβιντ Πετρέους.
«Μερικά από τα καλύτερα όπλα για την αντιμετώπιση ανταρτών δεν πυροβολούν» ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του στο Counterinsurgency Field Manual που συνέγραψε για λογαριασμό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων το 2006. Υποδεικνύοντας τη σημασία της πληροφορ
ίας, της πολιτικής πράξης, της οικονομικής ανάπτυξης, έδωσε έμφαση σε αρχές τις οποίες το επόμενο έτος κλήθηκε να εφαρμόσει στο Ιράκ ως επικεφαλής του στρατού των ΗΠΑ στην περιοχή. Σε διάστημα δύο ετών ο Πετρέους πέτυχε πράγματι να καταστείλει την εξέγερση που εξαπλώθηκε στη χώρα μετά την εισβολή και την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003. Ωστόσο, η ρήση του γάλλου ταξίαρχου Ιμπέρ Λιοτέ «ένα εργοτάξιο αξίζει όσο και μια μάχη» δεν αποτελεί πανάκεια: ο συγγραφέας δεν αποκρύπτει ότι ο ίδιος άνθρωπος και οι ίδιες τακτικές απέτυχαν να παρουσιάσουν θεαματικά αποτελέσματα στο Αφγανιστάν όπου ο Πετρέους τοποθετήθηκε στη συνέχεια.
Το πρόσωπο της μάχης
Από την ιστορία του Μπουτ παρελαύνει η διεθνής του ανταρτοπολέμου. «Προάγγελος όλων των ατάκτων που θα γίνονταν διάσημες προσωπικότητες τον 20ό αιώνα», ηγέτες, λαϊκά είδωλα, σεξουαλικά σύμβολα χάρη στη διάδοση της εικόνας τους στα μέσα ενημέρωσης είναι ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι. Τα 500.000 άτομα τα οποία συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο για να δουν από κοντά τον ενσαρκωτή του Risorgimento το 1864 προοικονομούσαν τη μελλοντική απήχηση των αγίων του κομμουνιστικού πανθέου, του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο και του Μάο Τσετούνγκ, του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα.
Στο φόντο της αποαποικιοποίησης η εικόνα του επαναστάτη, του αντάρτη, του εξεγερμένου ανθρώπου υπερέβαινε τον εκάστοτε αγώνα αποκτώντας συμβολικές διαστάσεις αμφισβήτησης του δυτικού κατεστημένου. Οι αντίπαλοί τους, αντίθετα, πρόσωπα σαν αυτά του Λιοτέ ή του αμερικανού συνταγματάρχη Εντουαρντ Λάνσντεϊλ, δεν βγήκαν από τη σκιά παραμένοντας ως επί το πλείστον άγνωστα ονόματα για το ευρύ κοινό.
Ο όρος «επική» που χαρακτηρίζει στον υπότιτλο το έργο του Μπουτ αποδεικνύεται ακριβής. Πράγματι, συνθέτει ένα πανόραμα του «άλλου πολέμου» όπου η αφηγηματική ροή τηρείται απρόσκοπτα, η διαδοχή των επεισοδίων τρέφει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μείζονα συμβάντα εναλλάσσονται με θεωρούμενα ελάσσονα τα οποία χρήζουν ιστορικής επανεξέτασης, ο ρυθμός είναι καταιγιστικός και τα γεγονότα εκτίθενται με σκηνοθετική μαεστρία. Στο επίπεδο του «χάριν των πολλών» αναμφίβολα οι Αόρατοι στρατοί κερδίζουν το στοίχημα.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά με παρόμοια βιβλία (και ακόμη περισσότερο με όσα γράφτηκαν στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου) μπαίνει κανείς στον πειρασμό να συγκρίνει τις θέσεις τους με την πραγματικότητα στη χρονική απόσταση από την έκδοσή τους.
Η οριστική αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν το 2021, για παράδειγμα, ακυρώνει εν μέρει την επίδραση του Πετρέους στην «επανανακάλυψη της αντεξέγερσης», η έκδηλη στις αρχές του 21ου αιώνα ανησυχία για την απόκτηση πυρηνικής τεχνολογίας από τρομοκρατικές οργανώσεις έχει ξεπεραστεί από την ευρύτατη διάδοση των drones και την εισαγωγή στοιχείων τεχνητής νοημοσύνης, η αντιμετώπιση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία έχει ήδη προσθέσει νέα κεφάλαια στο δόγμα του ανορθόδοξου πολέμου.
Ο Μαξ Μπουτ θεωρεί ότι η φύση του παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο, από τη Ρώμη όμως ως το Ντονέτσκ η απόσταση είναι κάθε άλλο παρά αμελητέα.
Μεταξύ ιστορίας και πολιτικής
Δημοσιογράφος της «Wall Street Journal» και της «Washington Post», μέλος του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations) με ειδίκευση στα θέματα εθνικής ασφάλειας, συγγραφέας έργων στρατιωτικής ιστορίας, ο Μαξ Μπουτ ανήκει στη χορεία των διανοουμένων που διέγραψαν μια τροχιά από τον συντηρητισμό του Ρόναλντ Ρέιγκαν στον νεοσυντηρητισμό του Τζορτζ Μπους του Νεότερου για να μείνουν άστεγοι με την κατάληψη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από τον Ντόναλντ Τραμπ, διαδρομή την οποία περιγράφει στο The Corrosion of Conservatism (εκδ. Liveright, 2018).
Η επαγγελματική εμπλοκή του ως συμβούλου στα δημόσια πράγματα εξηγεί την εμφανή στους Αόρατους στρατούς τάση παράλληλα με την ιστορική προοπτική να αναζητούνται και διδάγματα για την τρέχουσα αμερικανική πολιτική. Γράφοντας στους «New York Times» στις 25 Ιανουαρίου 2013 o Μαρκ Μαζάουερ επεσήμανε τη διττή αυτή φύση του συγγραφέα ως υπεύθυνη για την κατά παράταξη πραγμάτευση ανταρτοπολέμου και τρομοκρατίας, εννοιών διαφορετικών μεταξύ τους που ενδεχομένως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να συναντώνται (στον πόλεμο της Αλγερίας ή στην εξέγερση του Ιράκ, για παράδειγμα), δεν ταυτίζονται όμως ώστε να δικαιολογείται η συνεξέτασή τους.
Εγκυρη μπορεί να θεωρηθεί και η ένσταση του ιστορικού της Μεταπτυχιακής Σχολής του Αμερικανικού Ναυτικού Ντάγκλας Πορτς στο περιοδικό «War in History» ότι η επιμονή του Μπουτ στην προσωποποίηση όλων των συγκρούσεων αντί της έμφασης σε δομικά αίτια ισοδυναμεί με προσυπογραφή του δόγματος των «μεγάλων ανδρών». Ωστόσο, προς υπεράσπισή του οφείλει να ειπωθεί ότι το εγχείρημα ακολουθεί τους κώδικες της popular history και μια τέτοια αφήγηση προϋποθέτει την παρουσία ρόλων και πρωταγωνιστών.





