Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η αποστολή Artemis II, η οποία εκτοξεύτηκε την 1η Απριλίου 2026 από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι, σηματοδοτεί την πρώτη επανδρωμένη πτήση γύρω από τηΣελήνη μετά το 1972, μεταφέροντας 4 αστροναύτες, 3 Αμερικανούς και έναν Καναδό σε μια 9ήμερη αποστολή προετοιμασίας για μελλοντικές επανδρωμένες πτήσεις. Το πλήρωμα πέρασε περίπου 7.400 χλμ. πάνω από τη σεληνιακή επιφάνεια, συλλέγοντας δεδομένα για μελλοντικές βάσεις και φτάνοντας στη μακρύτερη απόσταση που έχει ταξιδέψει ο άνθρωπος στο ηλιακό μας σύστημα.

Ο πύραυλος-εκτοξευτής Space Launch System (SLS) απέδωσε ώση 8,8 εκατομμυρίων λιβρών κατά την εκτόξευση και λειτούργησε, σύμφωνα με τα στοιχεία των μηχανικών, απολύτως ομαλά. Όλες οι φάσεις της ανόδου εξελίχθηκαν όπως είχε προβλεφθεί. Ενδεικτικό της ακρίβειας είναι ότι δύο από τις τρεις προγραμματισμένες διορθώσεις πορείας προς τη Σελήνη δεν χρειάστηκε καν να πραγματοποιηθούν.

Η τροχιά της αποστολής σημείωσε αρκετά ρεκόρ επανδρωμένων διαστημικών πτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης απόστασης που διανύθηκε από τη Γη, 406.771 χλμ., της μεγαλύτερης απόστασης που διανύθηκε πέρα ​​από τη Σελήνη, περίπου 7.600 χλμ., και της υψηλότερης ταχύτητας, με ταχύτητα επανεισόδου στην ατμόσφαιρα περίπου 40.000 χλμ./ώρα.

Κατά τη διάρκεια της αποστολής, οι αστροναύτες δεν προσσεληνώθηκαν, αλλά πραγματοποίησαν πτήση, με σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον, γύρω από τη Σελήνη σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την επιφάνειά της. Στόχος ήταν η δοκιμή κρίσιμων συστημάτων, όπως η υποστήριξη ζωής, οι αισθητήρες ακτινοβολίας και οι νέες διαστημικές στολές, που θα χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές επανδρωμένες αποστολές. Το Artemis II αποτελεί δοκιμαστική πτήση που υποστηρίζει τις επόμενες αποστολές του προγράμματος Artemis, οι οποίες προγραμματίζεται να επαναφέρουν ανθρώπους στην επιφάνεια της Σελήνης το 2028, για πρώτη φορά μετά το Apollo 17 (1972). Η Artemis II αποτελεί κομβικό βήμα για το φιλόδοξο πρόγραμμα της NASA, που στοχεύει στην επιστροφή ανθρώπων στην επιφάνεια της Σελήνης μέσα στα επόμενα χρόνια και, μακροπρόθεσμα, στη δημιουργία μόνιμης βάσης. Το πλήρωμα κατέγραψε δεκάδες γεωλογικά χαρακτηριστικά, παρατήρησε διαφοροποιήσεις στο σεληνιακό έδαφος και κατέγραψε εντυπωσιακές εικόνες, όπως μια ηλιακή έκλειψη από το βαθύ Διάστημα και η απευθείας παρατήρηση της λεκάνης Orientale, ενός τεράστιου κρατήρα στη μακρινή πλευρά της Σελήνης.

Η κάψουλα Orion προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, κοντά στο Σαν Ντιέγκο, στις 11 Απριλίου. Η επανείσοδος στην ατμόσφαιρα αποτέλεσε το πιο κρίσιμο στάδιο, καθώς το σκάφος κινείται με ταχύτητα περίπου 40.000 χιλιομέτρων την ώρα. Το συγκεκριμένο σημείο είχε προκαλέσει ανησυχία και στην αποστολή Artemis I, λόγω φθορών στη θερμική ασπίδα. H κάψουλα Orion – Integrity προσγειώθηκε ομαλά με τη θερμική ασπίδα να προστατεύει τους αστροναύτες όπως είχε σχεδιασθεί.

Η ευρωπαϊκή συνεισφορά στην αποστολή Artemis II ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Το διαστημόπλοιο Orion –  Integrity στηρίζεται σε μία πλατφόρμα, το European Service Module (ESM), που παρέχει την ηλεκτρική ισχύ (power) και την προώθηση (κινητήρες/καύσιμα) για τη μεταφορά των αστροναυτών στη Σελήνη και  που έχει κατασκευαστεί στην Ευρώπη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος – European Space Agency και την Airbus.

H πραγματική αξία της αποστολής Artemis II βρίσκεται περισσότερο στον ανθρώπινο παράγοντα και στην έμπνευση που προσφέρει η εξερεύνηση του Διαστήματος. Η πιο συγκινητική στιγμή δεν προήλθε από επιστημονικά δεδομένα, αλλά από το πλήρωμα. Καθώς ξεπερνούσαν το ρεκόρ απόστασης της αποστολής Apollo 13, αφιέρωσαν έναν κρατήρα στη μνήμη αγαπημένου προσώπου, σε μια βαθιά ανθρώπινη στιγμή που συγκίνησε τόσο το πλήρωμα όσο και τη Γη. Τέτοιες στιγμές είναι που δίνουν διαχρονική αξία στα διαστημικά προγράμματα, όπως συνέβη και με το πρόγραμμα Apollο.

Τον Φεβρουάριο (2026), η NASA ανακοίνωσε το τροποποιημένο σχέδιο για τις ακόλουθες αποστολές: η αποστολή Artemis ΙΙΙ θα πραγματοποιηθεί σε τροχιά γύρω από τη Γη για δοκιμές ραντεβού και πρόσδεσης σε χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη με ένα ή και τα δύο εμπορικά ανεπτυγμένα σεληνιακά σκάφη προσεδάφισης που κατασκευάζουν η SpaceX του Ίλον Μασκ και η Blue Origin του Τζεφ Μπέζος. Παρά τη σαφή πρόοδο, ο στόχος για επανδρωμένη προσσελήνωση έως το 2028 παραμένει φιλόδοξος. Εκτιμήσεις ειδικών τοποθετούν έναν πιο ρεαλιστικό χρονικό ορίζοντα στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η Artemis II φαίνεται να μετατοπίζει τη συζήτηση: το ζήτημα δεν είναι πλέον αν το Orion μπορεί να πραγματοποιήσει τέτοιες αποστολές, αλλά αν τα υπόλοιπα κρίσιμα στοιχεία – τα σκάφη προσεδάφισης, η συχνότητα των αποστολών και η πολιτική βούληση – μπορούν να ακολουθήσουν.

Η κούρσα όμως για τη Σελήνη είναι πολύ διαφορετική από τη δεκαετία του 1960 σε πολλά, αλλά όχι σε όλα. Η κούρσα πλέον περιλαμβάνει νέες υπερδυνάμεις όπως η Κίνα αλλά και η Ινδία. Η Κίνα με το τεράστιο βιομηχανικό και οικονομικό υπόβαθρό της έχει κάνει τεράστια βήματα στην αεροδιαστημική και ετοιμάζεται να στείλει αστροναύτες στη Σελήνη έως το 2030!

Πέρα από τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, υπάρχει και ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός για τη Σελήνη. Στη Σελήνη έχει βρεθεί σε πρόσφατες ρομποτικές αποστολές τοισότοπο Ηλιο-3, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό για μελλοντική παραγωγή ενέργειας μέσω σύντηξης. Υπάρχει επίσης νερό, κυρίως σε μορφή πάγου στους πόλους. Η ύπαρξη νερού επιβεβαιώθηκε από την ινδική αποστολή Chandrayaan-1. Άλλος ένας λόγος για την επιστροφή στη Σελήνη είναι ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη Σελήνη, με τη δημιουργία μικρών βάσεων/εγκαταστάσεων, ως «προπονητήριο» για μελλοντικές πτήσεις/αποστολές στον Άρη.

Συμπερασματικά, πέρα από την τεχνολογική και γεωπολιτική διάσταση και τα επιτεύγματα της αποστολής Artemis II, η αποστολή λειτουργεί και ως υπενθύμιση της μεγάλης δύναμης που έχει η εξερεύνηση να εμπνέει. Σύμφωνα με τη NASA και τη European Space Agency (ESA), η αποστολή Artemis II είναι μια ιστορία έμπνευσης και μια ιστορία επιστήμης. Η εποχή μας σε σχέση με την εποχή του 1960 και της αποστολής Apollo έχει πολλές διαφορές αλλά και ένα πολύ σημαντικό κοινό: Σε μια εποχή με πολέμους και που ο κόσμος μας στερείται αισιοδοξίας, η αποστολή Artemis, όπως και η Apollo, μπόρεσε να μας κάνει πιο ταπεινούς μπροστά στο μεγαλείο και την ομορφιά του πλανήτη μας, όπως αυτός φαίνεται από την όχι και τόσο μακρινή Σελήνη. Μας έκανε να θυμηθούμε ότι είμαστε ένα. Το Διάστημα πάντα ένωνε και ενώνει την ανθρωπότητα. Το χρειαζόμαστε και σήμερα. Ευχαριστούμε, Artemis II.

*Του Βάιου Λάππα, Καθηγητή και Προέδρου στο Τμήμα Αεροδιαστημικής Επιστήμης & Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαΐου 2026.