«Η επανένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές σηματοδοτεί ουσιαστικά την πλήρη επανατοποθέτηση της Ελλάδας στον επενδυτικό πυρήνα της Ευρώπης» εκτιμά στη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Γιάννoς Κοντόπουλος, διευθύνων σύμβουλος του Euronext Athens, θεωρώντας πως μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την αναβάθμιση ολόκληρου του οικοσυστήματος της κεφαλαιαγοράς. Το ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα, αναφέρει επίσης, βρίσκεται σε φάση ουσιαστικής ωρίμασης, ενώ υπάρχει ένα ενεργό pipeline εταιρειών που εξετάζουν την είσοδό τους στο Χρηματιστήριο, μια τάση που δεν είναι συγκυριακή αλλά αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη και τη χρηματοδότησή τους.
Παράλληλα επισημαίνει πως στρατηγική προτεραιότητα για το Χρηματιστήριο Αθηνών είναι η Αθήνα να εδραιωθεί ως μια αξιόπιστη και ανταγωνιστική επιλογή για ναυτιλιακές εταιρείες, συμπληρωματικά προς τις διεθνείς αγορές όπου ήδη δραστηριοποιούνται. Τέλος, μεταξύ άλλων, εκτιμά πως η μετεξέλιξη της Εναλλακτικής Αγοράς σε Growth Market σηματοδοτεί μια σαφή στρατηγική επιλογή: το άνοιγμα στις δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας. Η ΕΝΑ Growth δεν θα λειτουργεί απλώς ως «φυτώριο» για μεταπήδηση στην Κύρια Αγορά, αλλά ως κρίσιμος μηχανισμός τροφοδότησης και ανανέωσης της ίδιας της κεφαλαιαγοράς, ενισχύοντας το βάθος, τη δυναμική και την ανθεκτικότητά της συνολικά.
Τι θα σημάνει για την ελληνική κεφαλαιαγορά η επανένταξή της στις ανεπτυγμένες αγορές;
«Η επανένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές σηματοδοτεί ουσιαστικά την πλήρη επανατοποθέτηση της Ελλάδας στον επενδυτικό πυρήνα της Ευρώπης. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική αναβάθμιση, αλλά για μια ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης προς την οικονομία, τους θεσμούς και τη δυναμική των εισηγμένων εταιρειών. Σε πρακτικό επίπεδο, η εξέλιξη αυτή διευρύνει άμεσα τη δεξαμενή των διεθνών κεφαλαίων που μπορούν να τοποθετηθούν στην ελληνική αγορά, ενισχύοντας τη ρευστότητα και το βάθος της. Ταυτόχρονα, βελτιώνει τις αποτιμήσεις και συμβάλλει στη μείωση του κόστους κεφαλαίου για τις εταιρείες.
Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι η αλλαγή καθεστώτος που σηματοδοτεί: η Ελλάδα παύει να αντιμετωπίζεται ως “αναδυόμενη περίπτωση” και εντάσσεται στον σταθερό επενδυτικό χάρτη της Ευρώπης. Αυτό ενεργοποιεί έναν νέο κύκλο εμπιστοσύνης, με περισσότερες εισροές, αυξημένη διεθνή ορατότητα και ισχυρό κίνητρο για νέες εισαγωγές. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την αναβάθμιση ολόκληρου του οικοσυστήματος της κεφαλαιαγοράς».
Πώς προχωρά η ενσωμάτωση στη Euronext και ποιες είναι οι προοπτικές περιφερειακού ρόλου;
«Η ενσωμάτωση στον Ομιλο Euronext εξελίσσεται ομαλά και με σαφή στρατηγικό προσανατολισμό: τη δημιουργία μιας πιο ανταγωνιστικής, βαθύτερης και ουσιαστικά διεθνοποιημένης ελληνικής αγοράς. Ηδη έχουν ξεκινήσει να υλοποιούνται συνέργειες οι οποίες στοχεύουν στην ενίσχυση της ελκυστικότητας αλλά και αποτελεσματικότητας της αγοράς μας. Η μεγάλη εικόνα, ωστόσο, είναι πιο φιλόδοξη. Η Αθήνα μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε φυσική χρηματιστηριακή πύλη για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για κεφάλαια και εταιρείες της ευρύτερης περιοχής.
Η συμμετοχή σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό οικοσύστημα, όπως η Euronext, προσφέρει αυτό που καμία μεμονωμένη αγορά δεν μπορεί να επιτύχει: πραγματική κλίμακα, ενισχυμένη ρευστότητα και διεθνή επενδυτική απήχηση. Αυτό το πλαίσιο δημιουργεί πλέον απτές προϋποθέσεις για την προσέλκυση νέων ποιοτικών εταιρειών και, κατ’ επέκταση, για την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό χάρτη».
Υπάρχει σχεδιασμός για προσέλκυση ναυτιλιακών εταιρειών;
«Η ναυτιλία είναι το πιο ισχυρό διεθνές περιουσιακό στοιχείο της ελληνικής οικονομίας και στρατηγική προτεραιότητα για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Στόχος μας είναι η Αθήνα να εδραιωθεί ως μια αξιόπιστη και ανταγωνιστική επιλογή για ναυτιλιακές εταιρείες, συμπληρωματικά προς τις διεθνείς αγορές όπου ήδη δραστηριοποιούνται. Η ενσωμάτωσή μας στον Ομιλο Euronext μπορεί να λειτουργήσει ως καθοριστικός επιταχυντής αυτής της στρατηγικής, καθώς προσφέρει άμεση πρόσβαση σε ένα ευρύ και διαφοροποιημένο ευρωπαϊκό επενδυτικό κοινό. Η προσέγγισή μας παραμένει μακροπρόθεσμη και θεσμική: θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον που θα καθιστά την Αθήνα σταθερή και ανταγωνιστική επιλογή για τον ναυτιλιακό κλάδο».
Μπορεί το ελληνικό οικοσύστημα να στηρίξει νέες εισαγωγές; Υπάρχει pipeline;
«Το ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα βρίσκεται σε φάση ουσιαστικής ωρίμασης, με ολοένα και περισσότερες εταιρείες να διαθέτουν το μέγεθος, τη διακυβέρνηση και την εξωστρέφεια που απαιτεί μια σύγχρονη κεφαλαιαγορά. Υπάρχει πράγματι ένα ενεργό pipeline εταιρειών που εξετάζουν την είσοδό τους στο χρηματιστήριο και πιστεύω πως η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη και τη χρηματοδότησή τους. Η ελληνική κεφαλαιαγορά επανακτά τον ρόλο της ως βασικού και αποτελεσματικού μηχανισμού χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας. Ο δικός μας ρόλος είναι διττός: να διασφαλίζουμε ένα σταθερό, αξιόπιστο και διαφανές πλαίσιο λειτουργίας, αλλά και να υποστηρίζουμε ενεργά τις εταιρείες σε όλη τη διαδρομή προς την εισαγωγή και την περαιτέρω ανάπτυξή τους».
Τι σηματοδοτεί η αναμόρφωση της Εναλλακτικής Αγοράς;
«Η μετεξέλιξη της Εναλλακτικής Αγοράς σε Growth Market σηματοδοτεί μια σαφή στρατηγική επιλογή: να ανοίξουμε πιο αποφασιστικά την αγορά μας στις δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας. Δημιουργήσαμε ένα ευέλικτο και λειτουργικό πλαίσιο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των εταιρειών που βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλά standards διαφάνειας και αξιοπιστίας. Παράλληλα, ενισχύουμε ουσιαστικά τη διασύνδεση με την επενδυτική κοινότητα ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να αποκτήσουν πρόσβαση σε κεφάλαια για την επιτάχυνση της ανάπτυξής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΝΑ Growth δεν λειτουργεί απλώς ως “φυτώριο” για μεταπήδηση στην Κύρια Αγορά, αλλά ως κρίσιμος μηχανισμός τροφοδότησης και ανανέωσης της ίδιας της κεφαλαιαγοράς, ενισχύοντας το βάθος, τη δυναμική και την ανθεκτικότητά της συνολικά. Αξίζουν επίσης ιδιαίτερη αναφορά στα φορολογικά κίνητρα που ψηφίστηκαν πέρυσι, αφορούν επενδύσεις φυσικών προσώπων σε εταιρείες που αντλούν κεφάλαια μέσω της Εναλλακτικής Αγοράς του ΧΑ και ενισχύουν τη ροή ιδιωτικών κεφαλαίων προς αναπτυσσόμενες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις.
Το συνολικό ποσό κεφαλαίου που δύναται να τύχει φορολογικής ελάφρυνσης ανέρχεται έως €900.000 ανά φορολογικό έτος. Το ποσό αυτό μπορεί να κατευθυνθεί σε έως 3 διαφορετικές επιχειρήσεις, με ανώτατο όριο τα €300.000 ανά επιχείρηση, επιτρέποντας σταδιακές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Ειδικότερα, εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα του φυσικού προσώπου ποσό έως πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της εισφοράς του, αναλογικά ανά κατηγορία δηλωθέντος εισοδήματος, για το φορολογικό έτος εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η εισφορά».
Χρειάζεται τελικά η ελληνική κεφαλαιαγορά νέα φορολογικά κίνητρα για να γίνει πιο ελκυστική σε επενδυτές και εταιρείες;
«Σαφώς συμβάλλουν, δεν αποτελούν όμως πανάκεια. Τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστικός καταλύτης για την περαιτέρω ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι εντάσσονται σε ένα σταθερό και συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής. Μία πρόσφατη ρύθμιση η οποία αφορά μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που εισάγονται σε Ρυθμιζόμενη Αγορά προβλέπει προσαυξημένη φορολογική έκπτωση των επιλέξιμων δαπανών εισαγωγής κατά 100%, με ανώτατο όριο της προκύπτουσας ωφέλειας, λόγω της προσαύξησης αυτής, τις €200.000. Οι επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οικονομικούς, νομικούς και φορολογικούς ελέγχους, αμοιβές συμβούλων και αναδόχων, δαπάνες για την εκτύπωση ενημερωτικών δελτίων καθώς και λοιπές δαπάνες που αφορούν την προετοιμασία του φακέλου εισαγωγής (κόστη συμμόρφωσης με τα ΔΠΧΑ, εταιρικής διακυβέρνησης, εσωτερικού ελέγχου κ.ά.), Με τον τρόπο αυτόν το κράτος απορροφά μέρος του αρχικού κόστους, το οποίο συχνά λειτουργεί ως αντικίνητρο για την εισαγωγή των ΜμΕ στο χρηματιστήριο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στοχευμένες παρεμβάσεις – ιδίως προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και της διεύρυνσης της επενδυτικής βάσης – συμβάλλουν στην αύξηση της ρευστότητας, στη βελτίωση της αποτίμησης των εισηγμένων εταιρειών και στην προσέλκυση νέων εκδόσεων. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τη συμπληρωματική ενίσχυση της εμπιστοσύνης, τη διασφάλιση θεσμικής σταθερότητας και τη συνεχή αναβάθμιση της λειτουργίας της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε πρωτοβουλία που ενισχύει τη μακροπρόθεσμη επενδυτική κουλτούρα και καθιστά την αγορά πιο ανταγωνιστική διεθνώς κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Και η συνεργασία μας με όλα τα συναρμόδια υπουργεία και φορείς παραμένει σταθερά στενή».
