H διεκδίκηση από τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ της Βενεζουέλας και της Γροιλανδίας, μαζί με την ανοχή του για τις ρωσικές αξιώσεις στην Ουκρανία, αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για τις «σφαίρες επιρροής», δηλαδή τις «γειτονιές» του πλανήτη όπου υπερισχύει ο εκάστοτε «τοπικός νταής». Η λογική των «σφαιρών επιρροής», που αντανακλάται στην πρόσφατη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, θεωρείται ότι κινδυνεύει να αντικαταστήσει μια διεθνή «τάξη βασισμένη σε κανόνες», ενώ είναι συμβατή με τη θεωρία της «πολυπολικότητας», την οποία υποστηρίζουν ευρασιατικές δυνάμεις για να αντικαταστήσει τη μονοπολική αμερικανοκίνητη παγκοσμιοποίηση.
Το ερώτημα είναι αν οι «σφαίρες επιρροής» αποτελούν πράγματι ένα σύστημα διεθνούς τάξης ή αν συνιστούν απλώς μια πραγματιστική διαχείριση της αναρχίας, η οποία προκύπτει από την κρίση της. Οχι τυχαία, συμβαδίζουν με την απαξίωση του ΟΗΕ, του οποίου η λογική είναι το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και η ίση ψήφος κάθε χώρας-μέλους. Για όσους προσεγγίζουν τη διεθνή τάξη κανονιστικά, οι «σφαίρες επιρροής» σημαίνουν αποδόμηση του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη, οι υποστηρικτές των «σφαιρών επιρροής» θεωρούν ότι από πραγματιστική σκοπιά δημιουργούν δυναμική παγκόσμια ισορροπία, αποτρέποντας ολοκληρωτικούς πολέμους. Στη «Συνθήκη της Γιάλτας» (1945), λ.χ., οφείλουμε ότι η αναμέτρηση που ακολούθησε ήταν ένας «ψυχρός» πόλεμος.
Μεταξύ πανικού και κυνισμού
Οι «σφαίρες επιρροής» προκαλούν, λοιπόν, πανικό στους ηθικολόγους της διεθνούς τάξης αλλά και κυνική χαιρεκακία στους θιασώτες της «Pax Trumpiana», οι οποίοι θεωρούν ότι μια πραγματιστική ειρήνη βασίζεται σε θυσίες των αδύναμων χωρών. Στην πραγματικότητα, οι «σφαίρες επιρροής» είναι αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς.
Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους μεγάλες δυνάμεις σκέφτονται με όρους «σφαιρών επιρροής». Ο Στίβεν Γουόλτ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σε άρθρο του στο «Foreign Policy» θεωρεί ως σημαντικούς λόγους την ασφάλεια, το εμπόριο και τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Επίκληση της αρχής της ασφάλειας κάνει κατά κόρον η Ρωσία, προκειμένου να δικαιολογηθεί η επίθεση στην Ουκρανία, με αναφορά στις πεδιάδες που υπήρξαν η δίοδος δυτικών εισβολέων στην Ανατολή και ανατολικών εισβολέων στη Δύση. Παρόμοια λογική ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ όταν διεκδικεί τη Γροιλανδία. Ο κρίσιμος χώρος είναι εδώ το θαλάσσιο πέρασμα GIUK μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου, που έχει ονομαστεί με τα αρχικά τους και είχε θεωρηθεί στρατηγικής σημασίας επί Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εναντίον της Γερμανίας, και επί Ψυχρού Πολέμου εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, καθώς μέσω αυτού θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν εχθρικά υποβρύχια στον Βόρειο Ατλαντικό. Στη Γροιλανδία θα μπορούσαν να αναπτυχθούν συστήματα επιτήρησης του Αρκτικού Ωκεανού και να οργανωθούν ναυτικές και αεροπορικές γραμμές άμυνας.
Παρομοίως, η Κίνα θεωρεί ως ζήτημα ασφάλειας το «να μην υποστεί ασφυξία» στον Ειρηνικό, από δυνητικά αντίπαλες δυνάμεις (Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Ταϊβάν, Φιλιππίνες, Ινδονησία, Μαλαισία) που ελέγχουν κρίσιμα εμπορικά περάσματα. Οπως παρατηρεί ο Κρίστοφερ Ντέιβιντ ΛαΡος, στέλεχος του Ιδρύματος Κάρνεγκι για τη Διεθνή Ειρήνη, δημιουργείται έτσι η ανησυχία μήπως οι αξιώσεις των ΗΠΑ στη Γροιλανδία οδηγούν σε ανάλογες της Κίνας στην Ταϊβάν ή δικαιώνουν αναδρομικά τη ρητορική της Μόσχας.
Οταν η άμυνα συνάντησε το εμπόριο
Στρατιωτικοί και εμπορικοί σχεδιασμοί διαπλέκονται. Η παγκοσμιοποίηση δεν αναιρεί τη γεωγραφική συγκέντρωση του εμπορίου, όπως βλέπουμε με θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, οι συμφωνίες ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού, η Mercosur στη Νότια Αμερική, καθώς και με την ηγεμονία της Κίνας στην Ανατολική Ασία. Σε κάθε περιοχή, η κυρίαρχη εμπορική δύναμη επιβάλλεται σε μικρότερες χώρες που εξαρτώνται από τις αγορές της.
Και στρατιωτικώς, όμως, η γειτνίαση μετράει. Ιδίως χερσαίες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, έχουν εισβάλει ευχερώς σε γειτονικές χώρες, όπως η Ουκρανία και η Γεωργία, ενώ δεν έχουν υπερασπιστεί αποτελεσματικά μακρινούς συμμάχους, όπως η Βενεζουέλα.
Ωστόσο, οι στρατιωτικοί και εμπορικοί λόγοι δεν πρέπει να οδηγούν σε υπερεκτίμηση των σφαιρών επιρροής ή σε παρελθοντολογικά ερμηνευτικά σχήματα. Ιστορικώς, σημαίνουσες περιπτώσεις «σφαιρών επιρροής» είχαμε όταν, λ.χ., αποικιοκρατικές δυνάμεις έκαναν «συμφωνίες κυρίων» για να μοιράσουν αποικίες [Ισπανία και Πορτογαλία στη Λατινική Αμερική με τη συνδρομή του Πάπα, ευρωπαϊκές δυνάμεις στην Αφρική μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) και κατά τον διαμοιρασμό της οθωμανικής Μεσογείου μέχρι και την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου]. Στον αντίποδα της αποικιοκρατικής κίνησης, το Δόγμα Μονρόε των ΗΠΑ (1823) επεδίωκε να μην επιστρέψουν οι ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις στην αμερικανική ήπειρο μετά την έξωσή τους από τα λατινοαμερικανικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Στη δε «Συμφωνία της Γιάλτας» ο κόσμος διαμοιράστηκε μεταξύ εναλλακτικών οικονομικών συστημάτων.
Το πρόβλημα της ανομοιογένειας
Η εποχή μας διαφέρει από προηγούμενα παραδείγματα. Δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία είναι τόσο ανομοιογενείς μεταξύ τους ώστε να μην είναι ευχερής μια «συμφωνία κυρίων» μεταξύ αποικιοκρατών. Από την άλλη, η παγκοσμιοποίηση έχει εμπεδωθεί ως ευρεία αλληλεξάρτηση όλων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη μια «νέα Γιάλτα». Σήμερα, οι μεγάλες δυνάμεις είναι τόσο ανομοιογενείς ώστε να είναι δύσκολη μια κυνική συμφωνία μεταξύ ομοίων, αλλά και τόσο αλληλοεξαρτώμενες ώστε να μην μπορούν να διαρρήξουν τον κόσμο σε αντίπαλα οικονομικά στρατόπεδα.
Αντικειμενικό όριο στην επικράτηση «σφαιρών επιρροής» είναι οι παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες παραγωγής προϊόντων. Είναι εξίσου ουτοπικό να αναμένεται έξωση της Κίνας από τη Λατινική Αμερική ή περιορισμός της διείσδυσης των ΗΠΑ στην Ευρασία. Υπάρχει επιπλέον το γεωπολιτικό όριο ότι η Αφρική και η Δυτική Ασία δεν ανήκουν με σαφήνεια σε ορισμένη «σφαίρα επιρροής». Η περιοχή του Ιράν αποτελεί «αχίλλειο πτέρνα» ενός συστήματος σφαιρών. Για τις ΗΠΑ, η περιοχή είναι σημαντική λόγω συμμάχων (Ισραήλ, αραβικές πετρελαιοπαραγωγοί χώρες), για τη Ρωσία ως μαλακό υπογάστριο, για την Κίνα ως «Δρόμοι του Μεταξιού». Στην Αφρική, σε εξαιρετικά αιματηρούς πολέμους (Σουδάν, Λιβύη, Σαχέλ), Δύση, Ρωσία και Κίνα αλλά και περιφερειακές δυνάμεις (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ) υποστηρίζουν αντίπαλες φράξιες.
Κατά συνέπεια, η λογική των «σφαιρών επιρροής» είναι σήμερα λιγότερο μια νέα διεθνής τάξη που αντικαθιστά την παλαιά και περισσότερο ένα σύμπτωμα της κρίσης της παλαιάς τάξης. Η ρητή αναγνώρισή τους είναι παρεπόμενο της αδυναμίας διεξαγωγής ολοκληρωτικού πολέμου, και λόγω πυρηνικής αποτροπής. Ομως, όπως σημειώνει η αρθρογράφος Κέιτι Στάλαρντ στο «New Statesman», αυτό δεν σημαίνει ότι, αντιστρόφως, οι «σφαίρες επιρροής» φέρνουν μακροπρόθεσμη ειρήνη. Πρόκειται για λογική ανασύνταξης, αποτρέποντας αντιπάλους να διεισδύσουν σε κρίσιμους στρατηγικούς χώρους, με το βλέμμα στην επόμενη σύγκρουση.



