Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει την πρόθεσή της να μεταφέρει την έρευνα και την τριτοβάθμια εκπαίδευση από τα υπουργεία Ανάπτυξης και Παιδείας αντίστοιχα, σε ένα νέο Υπουργείο Έρευνας, Τεχνολογίας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Πράγματι, η σημερινή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο τόσο συγγενικούς χώρους, όπως είναι τα ερευνητικά κέντρα και το πανεπιστήμιο, είναι αντιπαραγωγική. Ερευνητές και μέλη ΔΕΠ έχουν παρόμοια προσόντα και κοινή επιστημονική αποστολή, και το νομικό πλαίσιο θα έπρεπε να διευκολύνει με κάθε τρόπο την κινητικότητα και τη συνεργασία μεταξύ τους, π.χ. στη διδασκαλία και στην εκπόνηση διδακτορικών διατριβών. Για τους λόγους αυτούς, η δημιουργία ενός Ενιαίου Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Έρευνας αποτελεί πάγιο αίτημα μεγάλου μέρους της πανεπιστημιακής και ερευνητικής κοινότητας. Επιπλέον, η ενοποίηση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας θα μπορούσε να αναιρέσει τον σημερινό διοικητικό κατακερματισμό των ερευνητικών κέντρων.

Οι ακριβείς προθέσεις της κυβέρνησης μάλλον θα αργήσουν να φανούν – ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει κάνει λόγο για σχέδιο που θα υλοποιηθεί σε μια τρίτη τετραετία υπό την ηγεσία του. Επίσης, αναμένουμε τα πορίσματα της επιτροπής πανεπιστημιακών και στελεχών της κυβέρνησης που εργάζονται πάνω στο θέμα. Αλλά και οι συλλογικοί φορείς των ερευνητών και των μελών ΔΕΠ έχουν από καιρό ώριμες προτάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

«Μια εθνική στρατηγική για την έρευνα χρειάζεται συναίνεση και συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας και του παραγωγικού κόσμου».

Όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι διοικητικό. Δεν αφορά μόνο το «σε ποιο υπουργείο θα υπάγονται» οι θεσμοί. Αφορά κυρίως το περιεχόμενο των πολιτικών: τη στρατηγική, τη χρηματοδότηση και τους κανόνες συνεργασίας.

Πρώτον, η έρευνα χρειάζεται σταθερή χρηματοδότηση σε όλα τα στάδιά της. Μέχρι την ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας το 2016, που ήταν η σημαντικότερη μεταρρύθμιση στον χώρο της έρευνας τις τελευταίες δεκαετίες, η εθνική χρηματοδότηση απουσίαζε εντελώς και η ερευνητική δραστηριότητα στηριζόταν μόνο σε ευρωπαϊκούς πόρους. Η ίδρυση του ΕΛΙΔΕΚ κάλυψε το κενό, αλλά όχι πλήρως. Όχι, μόνο γιατί οι πόροι του προέρχονται κατά βάση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αλλά γιατί ο οργανισμός αυτός στηρίζει κυρίως έρευνα αιχμής που προτείνουν οι ίδιοι οι ερευνητές. Δεν καλύπτει, όμως, δύο κρίσιμες ανάγκες: τη στοχευμένη χρηματοδότηση τομέων εθνικής προτεραιότητας και τις μικρές, ευέλικτες χρηματοδοτήσεις που επιτρέπουν την ωρίμανση νέων ιδεών. Αυτά απαιτούν εθνικούς πόρους και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Δεύτερον, μια εθνική στρατηγική για την έρευνα χρειάζεται συναίνεση και συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας και του παραγωγικού κόσμου. Χρειάζεται, επίσης, ρεαλιστική στόχευση. Κυβερνητικά στελέχη αναφέρονται σε κλάδους όπως οι νέες τεχνολογίες, οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και η βιοτεχνολογία, αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί στα πεδία αιχμής σε παγκόσμια κλίμακα, πηγαίνοντας από τη σημερινή μηδενική ερευνητική στρατηγική σε υπερφιλόδοξους στόχους. Μπορεί, όμως, να συγκεντρώσει τους περιορισμένους πόρους επενδύοντας στοχευμένα σε τομείς όπου διαθέτει ήδη δυναμικά οικοσυστήματα, ώστε να ενισχύσει τη θέση της σε συγκεκριμένες διεθνείς και ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Αυτό προϋποθέτει επιλογές στη λογική της δοκιμής και του λάθους, συνέχεια και αντοχή στον χρόνο.

Τρίτον, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα μέσω δημόσιων πόρων – όπως μέσα από την παροχή μεγάλης κλίμακας υποδομών στις νέες τεχνολογίες στις οποίες έχει αναφερθεί ο πρωθυπουργός – πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχες υποχρεώσεις. Διεθνώς συζητείται όλο και περισσότερο η συμμετοχή του Δημοσίου στα οφέλη που προκύπτουν από έρευνα που το ίδιο χρηματοδοτεί. Μηχανισμοί όπως ένα ειδικό μερίδιο του κράτους (golden share, όπως έχει προτείνει η Mazzucato) μπορούν να εξασφαλίσουν ότι μέρος αυτής της αξίας επιστρέφει στην κοινωνία και χρηματοδοτεί νέους κύκλους έρευνας και καινοτομίας.

Τέταρτον, η ενοποίηση της έρευνας με την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ευκαιρία για θεσμικές τομές και εντός των ερευνητικών κέντρων. Παρότι η ακαδημαϊκή αυτοτέλεια είναι κατοχυρωμένη τόσο στα ερευνητικά κέντρα όσο και στο πανεπιστήμιο, στα ερευνητικά κέντρα απουσιάζει το αυτοδιοίκητο. Αυτό οδηγεί σε αντιακαδημαϊκές πρακτικές, όπως η αποκλειστική αρμοδιότητα των διευθυντών ινστιτούτων στον στρατηγικό σχεδιασμό και η συμμετοχή των διευθυντών στις επιτροπές εκλογής και κρίσης των ερευνητών ανεξαρτήτως επιστημονικού αντικειμένου. Η μεταφορά δοκιμασμένων ακαδημαϊκών θεσμών, όπως η θεσμοθετημένη γενική συνέλευση, από το πανεπιστήμιο στα ερευνητικά κέντρα είναι αναγκαία.

Η ίδρυση ενός νέου υπουργείου μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο βήμα. Δεν είναι, όμως, από μόνη της λύση. Χωρίς σαφή στρατηγική, επαρκείς πόρους και ουσιαστικές θεσμικές διευθετήσεις, κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια διοικητική αναδιάταξη χωρίς πραγματικό αντίκτυπο.

*Ο κ. Νίκος Σουλιώτης είναι διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.