Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Πιστεύω ότι το ζήτημα φθάνει στο τέλος». Αυτή η δήλωση, που έγινε από τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν ανήμερα της ετήσιας στρατιωτικής παρέλασης που τιμά την νίκη της ΕΣΣΔ έναντι της ναζιστικής Γερμανίας, ερμηνεύετηκε από αρκετούς ως προθυμία να τεθεί τέλος στην οδυνηρή σύγκρουση που μαίνεται πάνω από τέσσερα χρόνια στην Ουκρανία. Η πρόσφατη Ιστορία και οι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν διαφορετική άποψη.

Αλλαγές κι αιτίες

Η δήλωση, που συνέπεσε με την ανταλλαγή περίπου 1.000 κρατουμένων από τη μία προς την άλλη πλευρά, σηματοδότησε για αρκετούς μια μεταστροφή ρητορικής διόλου τυχαία.

«Σε μια μέρα που η Μόσχα βρισκόταν σε κατάσταση στρατιωτικής εγρήγορσης, ο Πούτιν επέλεξε να μην ηχήσει τη σάλπιγγα του μαξιμαλισμού» γράφει ο ανταποκριτιής του CNN, Νικ Πάτον Γουόλς, κάνοντας λόγο για «σπάνια μετατόπιση από το συνήθως αδιαπραγμάτευτο ύφος του ρώσου προέδρου».

«Αυτού του είδους η μεταστροφή ίσως απαντάει στην ανάγκη να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση ότι η ειρήνη στην Ουκρανία μπορεί να επιτευχθεί σύντομα» σημειώνει ο ίδιος και καταγράφει ως δεύτερο τεκμήριο μιας πιθανής αλλαγής στάσης την πρόταση του Πούτιν να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Κιέβου και Βρυξελλών ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν κατείχε θέσεις στα εποπτικά συμβούλια μεγάλων ρωσικών ενεργειακών κολοσσών, όπως η Rosneft και η Gazprom και διατηρεί ακόμη άριστες σχέσεις με το Κρεμλίνο.

Υπάρχουν μια σειρά από παράγοντες ικανούς να εξηγήσουν μια τέτοια αλλαγή στάσης. Ο βασικότερος αφορά το αμιγώς στρατιωτικό κομμάτι του πολέμου. Σύμφωνα με ανάλυση του στρατιωτικού περιεχομένου φινλανδικός ιστότοπος Black Bird Group από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο, σημειώνεται επιβράδυνση στην ρωσική προέλαση προς την περιφέρεια του Ντονμπάς, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις που χάθηκαν εδάφη που είχαν κερδηθεί στο επιχειρησιακό πεδίο.

Η οπισθοχώρηση συνδέεται σε πρώτο επίπεδο με την απόφαση του Ίλον Μασκ να διακόψει την πρόσβαση του ρωσικού στρατού στο δορυφορικό δίκτυο Starlink, που παρέχει υπηρεσίες διαδικτύου υψηλής ταχύτητας και επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα δράσης σε πραγματικό χρόνο. Την κατάσταση επιδεινώνουν τα ουκρανικά drones, που καθιστούν αδύνατη τη διεξαγωγή του πολέμου με τους παραδοσιακούς όρους, από τους οποίους η Μόσχα δεν δείχνει ικανή να αποκολληθεί.

«Οι μέρες που χιλιάδες στρατιώτες εφορμούσαν μαζικά, μαζί με τεθωρακισμένα οχήματα έχουν τελειώσει» σημειώνουν αναλυτές των New York Times σε άρθρο τους, συμπληρώνοντας: «Η διαμάχη μεταξύ Κιέβου και Μόσχας αφορά σε μεγάλο βαθμό έναν ανταγωνισμό για το ποιά πλευρά θα αναπτύξει καλύτερα drones». «Η αρχική αντίληψη που καλλιέργησε το Κρεμλίνο ότι τίποτα δεν είναι ανεκτό πέρα από μια ολοκληρωτική νίκη στην Ουκρανία υπονομεύεται από την έντονη κριτική για τη διεξαγωγή του πολέμου, τη διάρκεια του και το φρικτό ανθρώπινο και οικονομικό κόστος» τονίζει ο Γουόλς.

Μελέτη του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) υπολογίζει ότι από την έναρξη του πολέμου έως τον περασμένο Ιανουάριο 275.000-325.000 ρώσοι στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους ενώ οι απώλειες μαζί με τους αγνοούμενους και τους τραυματίες ανέρχοντας σε 1,2 εκατομμύρια στρατιώτες. Για την ίδια περίοδο, το οικονομικό κόστος του πολέμου εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Την εικόνα έντονης δυσαρέσκειας στην ρωσική κοινωνία πιστοποιούν πρόσφατες δημοσκοπικές έρευνες. Δημοσκόπηση του κρατικού Κέντρου Ρωσικής Κοινής Γνώμης (VCIOM) καταγράφει πτώση 12,2 μονάδων της δημοφιλίας του ρώσου προέδρου σε σύγκριση με την προηγούμενη μέτρηση, που έγινε στις αρχές του 2026, ενώ σε έρευνα του ανεξάρτητου αλλά φιλικού προς το Κρεμλίνο Ίδρυματος Κοινής Γνώμης (FOM) το 73% των ερωτηθέντων αποτιμά θετικά τις επιδόσεις του Πούτιν, ποσοστό πτωτικό κατά τρείς μονάδες σε σχέση με προηγούμενη μέτρηση, μόλις μια εβδομάδα πριν.

Συνέχεια και δυσπιστία

Άλλοι αναλυτές πάντως παραβλέπουν τις συγκυρίες και επικεντρώνουν περισσότερο στην ιστορική συνέχεια της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, στα χρόνια της κυριαρχίας του Πούτιν. Η αναλύτρια της δεξαμενής σκέψης Jamestown Foundation, Μπέθανι Έλιοτ, σε άρθρο της στον ιστότοπο UnHerd ερμηνεύει την αλλαγή ρητορικής του Πούτιν με όρους κοινωνικής ψυχολογίας και οικονομίας.

«Έχοντας μόλις απευθυνθεί στις θλιμμένες οικογένειες των στρατιωτών που χάθηκαν στον πόλεμο και σε μια κοινωνία γενικότερα ανήσυχη, ο Πούτιν πιθανότατα ένιωσε την ανάγκη να τους καθησυχάσει ότι αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκέσει για πάντα» γράφει. Και συμπληρώνει, ως προς την οικονομική διάσταση: «Με τη ρωσική οικονομία να δέχεται σημαντικές πιέσεις, ο Πρόεδρος παραδέχτηκε τον περασμένο μήνα ότι η οικονομική κατάσταση είναι χειρότερη από την προβλεπόμενη. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα σχόλιά του γίνονται ώστε να καθησυχάσουν τους ανήσυχους καταναλωτές, τους εργαζόμενους και τους ολιγάρχες που επιθυμούν να μπεί ένα τέλος στις δυσκολίες και του περιορισμούς του πολέμου».  Παρόμοια θέση εκφράζουν σε άρθρο τους αναλυτές του περιοδικού National Interest κάνουν λόγο για σποραδικούς τακτικούς ελιγμούς, σημειώνοντας όμως πως «ο Πούτιν δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το πεδίο των μαχών, γιατί έχει καταστήσει τον διαρκή πόλεμο δομικό στοιχείο επιβίωσης του καθεστώτος του».

Πέρα από τον ακαδημαϊκό κόσμο, επιφυλακτικότητα διακρίνει και τους Ευρωπαίους πολιτικούς. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα (11/05) απέρριψε το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα στην παρούσα φάση, τονίζοντας πως «η δυναμική του πολέμου στην Ουκρανία μεταβάλλεται υπέρ του Κιέβου κι ο ρώσος πρόεδρος δεν βρισκόταν ποτέ σε τόσο αδύναμη θέση».

Είχε προηγηθεί ρεπορτάζ του Reuters, όπου γερμανός αξιωματούχος μετέφερε την δυσπιστία του Βερολίνου για τη Μόσχα, τονίζοντας πως δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι το Κρεμλίνο ενδιαφέρεται για σοβαρές διαπραγματεύσεις και υπενθυμίζοντας ότι οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να συντονίζονται στενά με τα κράτη μέλη και την Ουκρανία. Στην αρνητική πείρα του 2014 και του 2022, χρονιές που σηματοδότησαν την ρωσική ανάμειξη στην Ουκρανία και τελικά την εισβολή, έρχεται να προστεθεί η ανησυχία από την απόσυρση 5.000 αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία. Η εξέλιξη εκλαμβάνεται ως άκρως ανησυχητική από τις Βαλτικές χώρες και την Πολωνία, που βρίσκονται άμεσα εκτεθειμένες στον ρωσικό στρατό. «Δεν εμπιστευόμαστε τον Πούτιν. Είναι απελπισμένος και μπορεί να καταφύγει σε λύσεις απελπισίας» σχολίασε ο πολωνός υπουργός Εξωτερικών, Ράντοσλαβ Σικόρσκι.

Ως ελαφρώς διαφοροποιημένη καταγράφεται η στάση του φινλανδού προέδρου Αλεξάντερ Στουμπ, ο οποίος σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να μιλάμε με τη Ρωσία». Την ίδια στιγμή όμως, ακόμη κι αυτός εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς την προοπτική μιας άμεσης ειρηνευτικής συμφωνίας. «Πιστεύω ότι η πιθανότητα μιας ειρηνευτικής συμφωνίας δεν βρίσκεται στο τραπέζι, τουλάχιστον όχι για φέτος», σημείωσε.