Η συζήτηση στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια ευκαιρία για την κυβέρνηση να δώσει επιτέλους απαντήσεις, όμως η πραγματικότητα κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση.

Ο Πρωθυπουργός επιχείρησε να μεταθέσει το βάρος στην καθημερινότητα, την ώρα που η αντιπολίτευση επέμενε στην αναστήλωση των θεσμών, με αποτέλεσμα η σύγκρουση να εξελιχθεί σε δύο επίπεδα που ουδέποτε συναντήθηκαν. Όταν τα ντεσιμπέλ της ρητορικής έντασης υποχώρησαν και οι πολιτικοί αρχηγοί αποχώρησαν από την αίθουσα, εκείνο που παρέμεινε ορατό δεν ήταν η πληρότητα των κυβερνητικών απαντήσεων, αλλά η ηχηρή απουσία τους μπροστά στα ακανθώδη ερωτήματα που η συζήτηση ανέδειξε και η κυβέρνηση επέλεξε να αφήσει αναπάντητα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρωθυπουργός επέλεξε να παρουσιάσει τους θεσμούς πρωτίστως ως μια υπηρεσία εξυπηρέτησης των πολιτών, προτάσσοντας τις ταχύτερες συντάξεις και την ψηφιακή μετάβαση που περιορίζει το παραδοσιακό ρουσφέτι ως αληθινές κατακτήσεις, οι οποίες όμως δεν αρκούν για να καλύψουν τα ερωτήματα που προκάλεσαν τη συζήτηση.

Το μεγαλύτερο κενό εξακολουθεί να αφορά την υπόθεση των υποκλοπών και τη δράση του Predator, με τα ερωτήματα για τις δηλώσεις Ντίλιαν, τις καταγγελίες για εκβιασμούς και τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο εξαγωγής παράνομης τεχνολογίας σε αυταρχικά καθεστώτα να παραμένουν συγκεκριμένα, την ώρα που η απάντηση περιορίστηκε στη γενική διαπίστωση περί μη εκβιασμού από συμφέροντα.

Παρέμεινε έτσι χωρίς ουσιαστική εξήγηση το πώς κορυφαίοι υπουργοί, βουλευτές της πλειοψηφίας και οι σύζυγοί τους, στελέχη της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας τόσο εκτεταμένης δραστηριότητας, με την κυβέρνηση να υποβαθμίζει το θέμα σε μια απλή θεσμική αρρυθμία και να θεωρεί πως το ζήτημα έκλεισε οριστικά στο αποτέλεσμα της κάλπης.

Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να αμυνθεί για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω μιας ιστορικής αναδρομής στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 φανέρωσε μια δυσκολία διαχείρισης του παρόντος. Οι δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν αφορούν το μακρινό παρελθόν, αλλά το σήμερα και συγκεκριμένα στελέχη της παρούσας διακυβέρνησης.

Η επιθετική ρητορική κατά των ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών, η οποία υιοθετήθηκε από κυβερνητικά χείλη, προκαλεί εύλογο προβληματισμό για το αν η ευρωπαϊκή προσήλωση της χώρας παραμένει αδιαπραγμάτευτη ή αν υποχωρεί μπροστά σε μια τακτική περιχαράκωσης και αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών οργάνων, κάθε φορά που οι έλεγχοι αυτοί θίγουν τον στενό πυρήνα της εξουσίας.

Παράλληλα, ακόμη και η επίκληση της επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης λειτούργησε περισσότερο ως αντιπερισπασμός παρά ως απάντηση στην ουσία του προβλήματος, καθώς η ποιότητα του Κράτους Δικαίου δεν εξαντλείται αποκλειστικά στους χρόνους έκδοσης μιας απόφασης. Αφορά, αντιθέτως, πρωτίστως την ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού να ερευνά δίχως απειλές και παρεμβάσεις.

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε και η ζωή θα προχωρήσει ακόμη και χωρίς απαντήσεις, όπως συμβαίνει πάντα. Όμως, διαδικασίες αυτού του επιπέδου οφείλουν να αποτελούν κάτι παραπάνω από μια τυπική κοινοβουλευτική άσκηση που εξαντλείται σε εντυπώσεις και προσπερνά βιαστικά τα γεγονότα. Οφείλουν, αντιθέτως, να λειτουργούν ως ο δρόμος για την επούλωση των πληγών που έχουν ανοίξει στο σώμα των θεσμών και της κοινωνίας. Διότι μόνο η ουσιαστική λογοδοσία μπορεί να κλείσει τους κύκλους της αμφισβήτησης και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη που έχει τρωθεί.