Στις αρχές του 2010 σημειώθηκε μια απότομη μεταβολή. Χωρίς προειδοποίηση ή προφανή αιτία, η ψυχική υγεία των εφήβων παγκοσμίως άρχισε να κλονίζεται σοβαρά. Τα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους σχεδόν υπερδιπλασιάστηκαν μέσα σε μία δεκαετία, αποκαλύπτοντας μια βαθιά κρίση στην ευημερία των νέων. Η αιτία δεν ήταν κάποια άγνωστη επιδημία, αλλά η συσκευή που κρατούσαμε στα χέρια μας και η οποία εξελίχθηκε σε οργανική προέκταση της καθημερινότητάς μας.

Η καθημερινότητα των παιδιών είχε ήδη μετοικίσει σε ένα ψηφιακό περιβάλλον σχεδιασμένο με έναν μόνο στόχο, να κρατά την προσοχή όσο το δυνατόν περισσότερο, μετατρέποντας τον ελεύθερο χρόνο σε ένα ατέρμονο scroll. Ο εγκέφαλος που ακόμα ωριμάζει βρέθηκε απροετοίμαστος απέναντι σε αλγορίθμους που δεν κοιμούνται ποτέ και σε «κυκλώματα ανταμοιβής» που προκαλούν εθισμό αντίστοιχο με εκείνον των εξαρτησιογόνων ουσιών.

Η κυβέρνηση παρουσίασε χθες ένα σχέδιο που φιλοδοξεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Το όριο πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τίθεται στα 15 έτη για όσους γεννήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μετά. Είναι μια κίνηση που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και περιέχει μια σημαντική παραδοχή. Ότι η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι πια αποκλειστικά ευθύνη του γονέα που αναμετράται μόνος του με το TikTok και το Instagram, αλλά μια επιβεβλημένη κρατική παρέμβαση για τη δημόσια υγεία.

Το μέτρο θα τεθεί σε πλήρη ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027 και ο δρόμος μέχρι εκεί, αλλά και μόλις εφαρμοστεί, είναι μακρύς και γεμάτος προκλήσεις. Κι αν κάτι έχει διδάξει η τεχνολογία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, είναι ακριβώς αυτό, η ικανότητά της να ξεφεύγει από κάθε κανόνα που της επιβάλλουμε και να δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα. Η εφευρετικότητα των εφήβων να παρακάμπτουν τα ψηφιακά σύνορα και η πίεση της αγοράς για διαρκή σύνδεση δεν θα μείνουν αδρανείς.

Παρ’ όλα αυτά, η αρχή έγινε και αυτό έχει τη σημασία του. Η θεσμική αναγνώριση του ζητήματος αποτελεί το πρώτο βήμα για να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον ψηφιακό εθισμό ως μια απλή «κακή συνήθεια». Ωστόσο, τα περιοριστικά μέτρα δεν λειτουργούν ποτέ ως αυτόματος διακόπτης χωρίς συνεχή εκπαίδευση και, κυρίως, χωρίς αυστηρό έλεγχο κατά την εφαρμογή τους. Η εμπειρία από ανάλογες παρεμβάσεις για την προστασία των ανηλίκων, όπως αυτές για το αλκοόλ και τα καπνικά προϊόντα, επιβεβαιώνει ότι οι νόμοι που μένουν στα χαρτιά δεν προσφέρουν καμία προστατευτική ισχύ. Το στοίχημα πλέον είναι να μη δούμε άλλη μια ρύθμιση να καταλήγει ευχολόγιο, αλλά να αποτελέσει την αφετηρία για μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο που οι έφηβοι βιώνουν τον πραγματικό κόσμο.