Στις 6 Απριλίου 1896 (25 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο), ξεκινούν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας, σηματοδοτώντας την αναβίωση ενός θεσμού που έμελλε να αποκτήσει παγκόσμια διάσταση.
130 χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες παραμένουν ένα από τα σημαντικότερα διεθνή γεγονότα, συνδέοντας το ιδεώδες της άμιλλας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τις λυπηρές αντιφάσεις της σύγχρονης εποχής, από τις πολιτικές εντάσεις και τα οικονομικά συμφέροντα ως την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του αθλητισμού.
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 17ης Μαρτίου 1996, με αφορμή τα 100 χρόνια από την πρώτη διοργάνωση, δημοσιεύει ένα εκτενές ρεπορτάζ των: Χριστίνας Κουλούρη, Θ. Καλπαξή, Γ. Κόκκινου και Ελένης Φουρναράκη:
«Τη Δευτέρα του Πάσχα του 1896, που συνέπιπτε και με την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου, έμελλε να ιδρυθεί ένας παγκόσμιος θεσμός που συνδέθηκε με το πνεύμα της συμφιλίωσης των λαών αλλά και τους εθνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς, που υπηρέτησε την αγνή ολυμπιακή ιδέα αλλά και, όλο και περισσότερο, τα οικονομικά συμφέροντα».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.3.1996, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η ιδέα της αναβίωσης
Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων δεν ήταν αυτονόητη. Αντανακλούσε βαθύτερες αλλαγές στην ευρωπαϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα.
Η στροφή προς τη σωματική άσκηση, η αναζήτηση προτύπων στην αρχαιότητα και η ανάπτυξη των σπορ στην Ευρώπη δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για την επανεμφάνιση ενός αρχαίου θεσμού σε σύγχρονη μορφή:
«Η απόφαση για την αναβίωση των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων […] ανταποκρίνεται πλήρως στις αξίες και στις ιδέες του σύγχρονου κόσμου, ο οποίος ξεπερνά την, χριστιανικής προέλευσης, περιφρόνηση για το σώμα και εντάσσει τη σωματική άσκηση στους τρόπους ψυχαγωγίας του.
»Ανταποκρίνεται, επίσης, στην ιδιότυπη σχέση με την αρχαιότητα, ανεξάντλητη πηγή προτύπων αφενός και αφετέρου αντικείμενο συστηματικής έρευνας και μελέτης, χάρη και στις αρχαιολογικές ανασκαφές, που εντοπίζονται επίσης στον αιώνα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η πρώτη Ολυμπιάδα
Η Χριστίνα Κουλούρη, επίκουρος καθηγήτρια της ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης τότε, περιγράφει στο «ΒΗΜΑ» το κλίμα των ημερών:
«Tην Κυριακή του Πάσχα, 24 Μαρτίου 1896, υπό καταρρακτώδη βροχή, έγιναν στο προαύλιο του Σταδίου τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γεωργίου Αβέρωφ. Χάρη στη γενναία χορηγία του για την αναστήλωση του κατεστραμμένου αρχαίου Σταδίου, το όνειρο της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων γινόταν πραγματικότητα».
Όπως επισημαίνεται, η ιδέα των Ολυμπιακών Αγώνων είχε εμφανιστεί και νωρίτερα, χωρίς όμως να λάβει διεθνή χαρακτήρα:
«Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν γίνει και πριν από το 1896 στην Αθήνα αλλά δεν ήταν διεθνείς ούτε είχαν αποκλειστικά αθλητικό χαρακτήρα.
»Ηδη το 1835, ο τότε υπουργός των Εσωτερικών Ιωάννης Κωλέττης είχε προτείνει στον Οθωνα τη διοργάνωση ετήσιων πανελλήνιων εορτών κατά το πρότυπο της αρχαιότητας (Ισθμια, Νέμεα, Πύθια, Ολυμπιακοί) για να τιμάται η αναγέννηση της Ελλάδας με την Επανάσταση του 1821. Τότε δεν είχε ακόμη καθιερωθεί η επέτειος της 25ης Μαρτίου, η οποία θα νομοθετηθεί τρία χρόνια αργότερα.
»Η πρόταση αυτή του Κωλέττη δεν υιοθετήθηκε, αλλά φανερώνει την ιδιότυπη σχέση μεταξύ νεότερης και αρχαίας Ελλάδας. Η αρχαία Ελλάδα ήταν για το μικρό ελληνικό κράτος όχι μόνο η νομιμοποίηση της ύπαρξής του αλλά και ένα διαρκές αντικείμενο θαυμασμού και άμιλλας».
Η ιδέα της αναβίωσης δεν περιοριζόταν στον ελληνικό χώρο:
«Ολη η Ευρώπη την εποχή εκείνη θαύμαζε την αρχαία Ελλάδα και μάλιστα θεωρούσε πως αποτελούσε και τη συνέχειά της. Τα προβλήματα ανέκυπταν ως προς την εφαρμογή της ιδέας. Η σχέση του μεσαιωνικού και του νεότερου κόσμου με το σώμα, υπό το κράτος της χριστιανικής κοσμοαντίληψης, ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη της αρχαιότητας. Η σωματική άσκηση στις αρχές του 19ου αιώνα αντιμετωπιζόταν εξάλλου με δυσπιστία και η έμφαση δινόταν στην καλλιέργεια του πνεύματος.
Οι αγώνες του πνεύματος
»Ισως αυτή η στάση ερμηνεύει το γεγονός ότι οι τέσσερις Ολυμπιακοί Αγώνες που, σύμφωνα με την επιθυμία του Ευαγγέλη Ζάππα, διοργανώθηκαν στην Αθήνα από το 1859 ως το 1889 δεν ήταν αγώνες του σώματος αλλά αγώνες του πνεύματος.
»Αυτοί οι αγώνες, γνωστοί ως Ζάππειες Ολυμπιάδες, ονομάστηκαν “Ολύμπια”, “ως εκ της πολλής ομοιότητός των προς τους περιωνύμους αρχαίους ολυμπιακούς αγώνας”.
»Αποτελούσαν όμως στην ουσία βιομηχανικές εκθέσεις όπου παρουσιάζονταν τα επιτεύγματα στους διάφορους τομείς της οικονομίας και στο περιθώριό τους γίνονταν και αθλητικοί αγώνες».
Η αναβίωση
Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Pierre de Coubertin και του Δημήτριου Βικέλα:
«Ο Coubertin (σ.σ. ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του αγγλικού προτύπου, που συνέδεε τον αθλητισμό με την εκπαίδευση και την κοινωνική αγωγή) εργάστηκε με ζέση για την πραγματοποίηση της ιδέας που είχε διατυπώσει δημόσια από το 1892.
»Το 1894 συγκάλεσε στη Σορβόνη διεθνές συνέδριο που είχε αρχικό σκοπό τη διατύπωση των κανόνων του ερασιτεχνισμού και τον ορισμό του φιλάθλου, και το οποίο τελικά αποφάσισε την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
»Στο συνέδριο μετείχε ως εκπρόσωπος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου και μοναδικός εκπρόσωπος της Ελλάδας ο Δημήτριος Βικέλας. Ο Βικέλας έχαιρε εκτίμησης εντός και εκτός ελληνικών συνόρων για την ευρυμάθεια και το συγγραφικό του έργο. Ορίστηκε πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, η οποία και αποφάσισε την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.3.1996, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η απόφαση, ωστόσο, δεν έγινε αμέσως αποδεκτή στην Ελλάδα:
«Η κυβέρνηση Τρικούπη, μέσα στο κλίμα της πτώχευσης, “αντέστη πεισμόνως”, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, θεωρώντας ανέφικτη την πραγματοποίηση του σχεδίου».
Χρειάστηκαν πολιτικές παρεμβάσεις, διεθνείς πιέσεις και έντονη κινητοποίηση για να υλοποιηθεί τελικά η διοργάνωση.
Η Αθήνα στον «πυρετό» των Αγώνων
Την άνοιξη του 1896, η Αθήνα ζει μια πρωτόγνωρη εμπειρία:
«Την εβδομάδα από 25 Μαρτίου ως 1 Απριλίου 1896 η Αθήνα βυθίστηκε στη μαγεία μιας πρωτόγνωρης σε θόρυβο, ένταση και ενθουσιασμό γιορτής. Εβδομήντα χιλιάδες κόσμος, γράφουν οι εφημερίδες, πλημμύρισαν την πόλη, φωνάζοντας, χειρονομώντας, διασκεδάζοντας».
Μέσα σε αυτό το κλίμα ενθουσιασμού ο βασιλέας Γεώργιος διατύπωσε το αίτημα της μόνιμης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα:
«Ο νέος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής όμως που διαδέχθηκε τον Βικέλα, και που δεν ήταν άλλος από τον Pierre de Coubertin, προτιμούσε την εναλλαγή των τόπων τέλεσης των αγώνων».
»Η Ελλάδα επανήλθε με την πρόταση της τέλεσης ιδιαίτερων αγώνων μεσολυμπιάδων – στα ενδιάμεσα έτη των τετραετιών των άλλων ολυμπιάδων. Η πρόταση αυτή εφαρμόστηκε μόνο μια φορά, το 1906.
»Η Μεσολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα, αν και κατά κανόνα απουσιάζει από τις επίσημες ιστορίες των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και συνέβαλε στη συντήρηση του θεσμού που είχε κλονιστεί από τις αποτυχίες των ολυμπιάδων που είχαν μεσολαβήσει (1900 στο Παρίσι και 1904 στο Σεντ Λούις)».
Παρότι, όπως σημειώνεται στα δημοσιεύματα της εποχής, οι Αγώνες δεν καθιερώθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, η Αθήνα φιλοξένησε εκ νέου τη διοργάνωση το 2004, κλείνοντας έναν ιστορικό κύκλο περισσότερο από έναν αιώνα μετά την πρώτη Ολυμπιάδα.







