«Ακούγονται ξανά απόψεις που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν (…) Αυτό δείχνει ότι η κοινωνία δεν κινείται γραμμικά προς τα εμπρός. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι οι καλλιτέχνες οφείλουμε να έχουμε κεραίες ανοιχτές. Να επιλέγουμε έργα που δεν υπηρετούν μόνο τη δική μας ευχαρίστηση, αλλά λειτουργούν και ως υπενθύμιση, ως ένα είδος εγρήγορσης», λέει ο Γιάννης Αναστασάκης.

Ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους που όμως τέμνονται – τον κινηματογραφικό του εαυτό που δίνει αξέχαστες σκληρές περσόνες στο σύμπαν του Γιάννη Οικονομίδη ή την συνεργασία του με τον Θοδωρή Παπαδουλάκη που θα δούμε προσεχώς με την ήδη γυρισμένη ταινία «Ξανασταυρώνεται» (από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη) και τη θεατρική του διάσταση, που τον ωθεί σε διαφορετικές θεατρικές περιπλανήσεις, μέχρι τη διδασκαλία – ο σκηνοθέτης και ηθοποιός κάνει μια παύση.

Ολιγόλεπτη παύση, κυρίως για να μιλήσει για το «Χελιδόνι» του Γκιλιόμ Κλούα. Λάτρης των Ισπανών δραματουργών, ο Αναστασάκης παρουσιάζει στη σκηνή του Ελέρ μια παράσταση που έχει ανέβει δύο φορές στην αθηναϊκή σκηνή, μιλώντας για την αποδοχή της διαφορετικότητας μέσα από την αντιπαράθεση δύο χαρακτήρων: μιας μητέρας που έχει χάσει τον γιο της σε τρομοκρατικό χτύπημα και του συντρόφου του, ενώ η δράση εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος φωνητικής. Τους ρόλους υποδύονται οι Μαρία Τσιμά και Κυριάκος Μαρκάτος.

Τι συμβαίνει όμως σε αυτό το έργο;

Ανεβάζετε «Το Χελιδόνι» του Γκιλιόμ Κλούα σημειώνοντας ότι είναι επιτακτικό το ανέβασμά του. Γιατί τώρα;

Γιατί αισθάνομαι ότι, παρά τη φαινομενική πρόοδο, δεν έχουμε ακόμη κατακτήσει την ουσιαστική αποδοχή της διαφορετικότητας. Μπορεί να έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε νομοθετικό επίπεδο, ωστόσο σε επίπεδο κοινωνικής συνείδησης εξακολουθούν να υπάρχουν αντιστάσεις. Αν κάποιος είναι διαφορετικός – είτε ως προς τη φυλή, είτε ως προς τη θρησκεία, είτε ως προς τη σεξουαλική του ταυτότητα – αυτό παραμένει πρόβλημα για μια μερίδα ανθρώπων. Το θέατρο, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να ανοίγει τέτοιες συζητήσεις. Ακόμη κι αν δεν ανήκω στη γκέι κοινότητα που θίγεται, έχω ευθύνη ως καλλιτέχνης να φωτίσω αυτά τα ζητήματα ώστε να δούμε λίγο πιο καθαρά τι συμβαίνει γύρω μας.

«Ακόμα και στο θέμα των οικογενειακών σχέσεων, προκειμένου να υπάρξει η αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου, νομίζω ότι έχουμε ακόμα δουλειά να κάνουμε σαν κοινωνία και όχι μόνο στην Ελλάδα.» 

Το έργο αγγίζει βαθιά την έννοια της αποδοχής, ακόμη και μέσα στην οικογένεια.

Το έργο του Κλούα, εξαιρετικά αναπτυγμένο, αναδεικνύει πώς η ανοχή δεν υπάρχει ούτε καν μέσα στην ίδια την οικογένεια πολλές φορές. Η ίδια η μάνα δεν έχει αποδεχθεί ότι το παιδί της είναι ομοφυλόφιλο και φτάνει ένα χρόνο μετά το χαμό του, να το αποδεχτεί. Φυσικά το αγαπούσε και πριν αλλά τώρα θα το αγαπήσει με την ταυτότητα που έχει πραγματικά. Δηλαδή ο σύντροφος του γιου της, ο οποίος σκοτώθηκε σε ένα τρομοκρατικό χτύπημα, προσπαθεί να την πείσει ότι την αγαπούσε πολύ ο γιος της αλλά εκείνη δεν έχει αποδεχθεί ποτέ την ταυτότητά του, δείχνοντάς της ότι το νεκρό παιδί της δεν ήταν αυτό που νόμιζε. Ακόμα και στο θέμα των οικογενειακών σχέσεων, προκειμένου να υπάρξει η αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου, νομίζω ότι έχουμε ακόμα δουλειά να κάνουμε σαν κοινωνία και όχι μόνο στην Ελλάδα. Το έργο είναι γραμμένο το 2016 στην Ισπανία, που σημαίνει ότι καθρεφτίζει την ισπανική κοινωνία. Αντίστοιχα ζητήματα απασχολούν τις κοινωνίες ανά τον κόσμο.

Ο Γιάννης Αναστασάκης στο θέατρο ΕΛΕΡ. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τη συγγραφή του έργου. Προχωράμε μπροστά ή βρισκόμαστε σε οπισθοδρόμηση;

Θα έλεγα ότι συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά υπάρχουν σημαντικές θεσμικές κατακτήσεις, όπως η κατοχύρωση του πολιτικού γάμου και της υιοθεσίας για τα ομόφυλα ζευγάρια. Από την άλλη, όμως, διαπιστώνουμε έντονες αντιδράσεις. Υπάρχουν φωνές που αντιτίθενται ακόμη και σε βασικά δικαιώματα. Ακούγονται ξανά απόψεις που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν, ακόμη και σε ζητήματα όπως η άμβλωση.

Αυτό δείχνει ότι η κοινωνία δεν κινείται γραμμικά προς τα εμπρός. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι οι καλλιτέχνες οφείλουμε να έχουμε «κεραίες» ανοιχτές. Να επιλέγουμε έργα που δεν υπηρετούν μόνο τη δική μας ευχαρίστηση, αλλά λειτουργούν και ως υπενθύμιση, ως ένα είδος εγρήγορσης.

«Η κοινωνία προχωρά, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ευάλωτη. Ούτε ειρήνη καλά καλά δεν έχουμε. Το λέω κι ας ακούγομαι χαζορομαντικός: είναι δυνατόν το 2026 μ.Χ. ακόμα να παλεύει η ανθρωπότητα με την έννοια της ειρήνης και του πολέμου;»

Το έργο αντλεί έμπνευση και από ένα πραγματικό γεγονός.

Ναι, από την τρομοκρατική επίθεση σε ένα γκέι κλαμπ στο Ορλάντο το 2016, όπου έχασαν τη ζωή τους δεκάδες άνθρωποι. Έχουμε ζήσει και στην Ελλάδα περιστατικά που μας έχουν ταρακουνήσει βαθιά, όχι βέβαια σε μαζικό επίπεδο.

Από τότε μπορεί να μην έχουν συμβεί πολλά παρόμοια γεγονότα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει. Η κοινωνία προχωρά, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ευάλωτη. Ούτε ειρήνη καλά καλά δεν έχουμε. Το λέω κι ας ακούγομαι χαζορομαντικός: είναι δυνατόν το 2026 μ.Χ. ακόμα να παλεύει η ανθρωπότητα με την έννοια της ειρήνης και του πολέμου; Δηλαδή να ξεπηδούν συνεχώς νέες εστίες πολέμου; Το καταλαβαίνω ότι όλα γίνονται προς ξεκάθαρη εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του φυσικού αερίου, του πετρελαίου, αλλά υπάρχουν νεκροί, άμαχοι, νεκροί πολίτες από την Ουκρανία μέχρι το Ιράν, τον Λίβανο και τη Γάζα. Ε, καμιά φορά δεν το χωράει το μυαλό μου και λέω τι γίνεται τώρα; Αυτά είναι θέματα που πρέπει να μας απασχολούν..

Καθημερινά αγωνιούμε για το μέλλον του κόσμου.

Είναι η ύβρις του ανθρωπίνου είδους- δεν μπορούμε να ησυχάσουμε ούτε για λίγο. Εγώ είμαι 62 χρονών, ανήκω σε μια γενιά που δεν γνώρισε πολέμους, αλλά τον βλέπει να πλησιάζει ξανά: Γιουγκοσλαβία, Ουκρανία, Ιράν, Παλαιστίνη. Θα έπρεπε να έχουμε κρατήσει ένα δίδαγμα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο  αλλά είναι σαν να μην μάθαμε τίποτα από την ιστορία. Κάποιοι, προφανώς για να πουλήσουν όπλα, προφανώς για να ελέγξουν τους φυσικούς πόρους, δεν ορρωδούν προ ουδενός.

Στο έργο του Κλούα, τι ήταν αυτό που σας κέρδισε καλλιτεχνικά ώστε να καταθέσετε μέσα από αυτό, ένα κοινωνικό σχόλιο; Το αφιερώνετε στη Σοφία Σεϊρλή.

Είχα δει το «Χελιδόνι» με πρωταγωνίστρια την αγαπητή Σοφία που έφυγε τόσο άδικα, όταν είχε έρθει περιοδεία τα χρόνια που ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Ήταν πολύ δυνατή η εντύπωση που μου άφησε το έργο και όταν το ξανακουβεντιάσαμε φέτος με τον Κυριάκο Μαρκάτο που μου πρότεινε το ανέβασμά του, ήταν εύκολο να μπούμε σε αυτό το ταξίδι γιατί ήταν ένα έργο που θυμόμουν ως σημαντικό, σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ. Υπάρχουν πολλά έργα που θίγουν σημαντικά ζητήματα, αλλά δεν τα διαχειρίζονται πάντα με επιτυχία. Εδώ έχουμε ένα κείμενο εξαιρετικά δουλεμένο, με βάθος, με ανατροπές, με μια πολυφωνία που σου επιτρέπει να ακούσεις όλες τις πλευρές και όλες τις γενιές.

Ο Γιάννης Αναστασάκης με τη Μαρία Τσιμά και τον Κυριάκο Μαρκάτο, που παίζουν στο «Χελιδόνι». Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Δουλεύετε και αυτή τη φορά με τη Μαρία Τσιμά. Μακρόχρονη η συνεργασία σας.

Πολύ. Γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά μας χρόνια, από τη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Έχουμε υπάρξει φίλοι, συνεργάτες, συνοδοιπόροι σε πολλές δουλειές. Είναι μια σχέση βαθιάς εμπιστοσύνης. Το καλοκαίρι ετοιμάζουμε μαζί με τη Μαρία. τον Κυριάκο Μαρκάτου, την Αμαλία Αρσένη και τη Μαρία Κουρή ένα θεατρικό έργο στην Κεφαλονιά, στα πλαίσια του Όλη η Ελλάδα Ενας Πολιτισμός που έχει ως θέμα τον πόλεμο, για τον οποίο λέγαμε πριν, μέσα από διάφορες εκφάνσεις της Αντιγόνης στο σήμερα.

Με τη Μαρία είχαμε δημιουργήσει και τη δική μας θεατρική ομάδα, η οποία ολοκλήρωσε τον κύκλο της στο τέλος του 2025. Ήταν μια διαδρομή με πάνω από 15 παραγωγές, με πολλές δυσκολίες αλλά και πολλή αγάπη. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι έκλεισε αυτός ο κύκλος, κυρίως λόγω της μεγάλης γραφειοκρατικής επιβάρυνσης. Όμως οι σχέσεις παραμένουν.

«Με την παρότρυνση του ίδιου του Οικονομίδη, μέσω του ρόλου του τοκογλύφου Παντελή στην «Σπασμένη φλέβα», συνειδητοποίησα πόσοι τέτοιοι Παντελήδες υπάρχουν γύρω μας, οι οποίοι δεν κάνουν πίσω με τίποτα.»

Είστε άνθρωπος που σας ενδιαφέρουν οι σταθερές συνεργασίες. Στη θεατρική σας πορεία το έχετε τιμήσει αυτό. Και το τιμάτε και στον κινηματογράφο μέσα από τις ταινίες που έχετε κάνει με τον Γιάννη Οικονομίδη όπου ο χαρακτήρας που συνήθως υποδύεστε δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική σας προσωπικότητα.

Στον Γιάννη Οικονομίδη, είμαι ο άρχων του σκότους συνήθως – στη «Σπασμένη φλέβα», ο τοκογλύφος! Παρά το ότι αισθάνομαι κυρίως σκηνοθέτης, αν και παίζω σταθερά τα τελευταία χρόνια, ο Γιάννης με βάζει βαθύτερα στη διαδικασία του ηθοποιού, όχι να καθοδηγώ αλλά να δουλεύω με τους ηθοποιούς από την άλλη πλευρά. Και αυτό το κάνει με πολύ ωραίο τρόπο, κάνοντας πρόβες επί 6-7 μήνες. Τη χαίρομαι τη δουλειά του ηθοποιού όπως και την εμπιστοσύνη. Γιατί ο Γιάννης κυνηγάει την αλήθεια των πραγμάτων που κι εγώ τη θέλω στο θέατρο. Στο σινεμά είναι άτεγκτος ο Οικονομίδης, δεν δέχεται αναβολές και όμως πας απελευθερωμένος στο γύρισμα. Ούτε καν έχεις υπόψη σου πού ακριβώς είναι η κάμερα γιατί είσαι έτοιμος. Πάντα περιμένω με λαχτάρα την επόμενη ταινία που θα κάνει.

Μάλλον σας αρέσει και λίγο η πρόκληση στον Οικονομίδη, παίζοντας ρόλους κόντρα στον χαρακτήρα σας.

Είμαι διαθέσιμος πάντα για τον Γιάννη. Είναι τόσο τρυφερός άνθρωπος ο ίδιος που οι χαρακτήρες που πλάθει και επιζητούν τη σκληρότητα, είναι σκληροί γιατί αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν στην κοινωνία γύρω και θέλει με έναν τρόπο να τα αποτυπώσει, να τα κρίνει, να τα προβάλλει, να κεντρίσει τον θεατή, να το δει κι αυτός, αν δεν θέλει να το δει. Γιατί καμιά φορά δεν θέλουμε να τα δούμε. Είναι δίπλα μας οι χαρακτήρες αυτοί και μας βάζει σε μια διαδικασία να το σκεφτούμε. Με την παρότρυνση του ίδιου του Οικονομίδη, μέσω του ρόλου του τοκογλύφου Παντελή στην «Σπασμένη φλέβα», συνειδητοποίησα πόσοι τέτοιοι Παντελήδες υπάρχουν γύρω μας, οι οποίοι δεν κάνουν πίσω με τίποτα. Θέλουν το κέρδος μόνον και δεν τους ενδιαφέρει αν πατούν επί πτωμάτων γιατί θεωρητικά το ξέρουν. Ήμουν τυχερός στη ζωή μου και δεν το έχω ζήσει άμεσα, αλλά αυτό συμβαίνει γύρω μας και καλά κάνει ο Γιάννης και το θίγει.

Γιάννης Αναστασάκης @Σίσσυ Μόρφη

Παράλληλα με το θέατρο και τον κινηματογράφο, συνεχίζετε να διδάσκετε. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Μου δίνει μεγάλη χαρά και ανανεώνει την αγάπη μου για το επάγγελμα. Η επαφή με τα νέα παιδιά είναι αναζωογονητική. Προσπαθείς να τους μεταδώσεις έναν τρόπο να βλέπουν τον κόσμο, να τους κινητοποιήσεις, να τους διδάξεις πράγματα που έχεις μάθει και εσύ από την εμπειρία τόσων χρόνων. Φέτος δουλεύουμε πάνω στον Μπρεχτ, ο οποίος παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος.

Πολλά από αυτά τα παιδιά χρειάζονται ένα ερέθισμα για να καταλάβουν τι συμβαίνει γύρω τους. Και αυτό είναι μέρος της δουλειάς μας ως δασκάλων στο θέατρο.

«Η ένταξη των σχολών του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ σε μια ενιαία Ακαδημία διακόπτει τον ουσιαστικό δεσμό με την καλλιτεχνική πράξη, που ήταν πάντα κρίσιμος για τη διαμόρφωση των σπουδαστών.»

Ως δάσκαλος και με τη θεσμική σας εμπειρία, γιατί σταθήκατε επικριτικός απέναντι στο νομοσχέδιο για την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών; Έχετε υπογράψει ανοιχτή επιστολή για την απόσυρσή του.

Γιατί θεωρώ ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα που δεν έχει σχεδιαστεί επαρκώς και κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον πυρήνα της θεατρικής εκπαίδευσης. Η ένταξη των σχολών του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ σε μια ενιαία Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών διακόπτει τον ουσιαστικό δεσμό με την καλλιτεχνική πράξη, που ήταν πάντα κρίσιμος για τη διαμόρφωση των σπουδαστών.

Όταν ήμουν καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος την περίοδο 2015-19, η σχολή ήταν πολύ κοντά στο θέατρο ώστε οι σπουδαστές να εργάζονται παράλληλα και στις παραστάσεις του θεάτρου με τη λογική ότι θα είναι αυτοί που θα στελεχώσουν το θέατρο τα επόμενα χρόνια. Τώρα θα κοπεί κάθε δεσμός της σχολής με το θέατρο, γιατί η σχολή πια θα ενταχθεί ως τμήμα σε μια ΑΣΠΤ.

Επιπλέον, τίθενται περιορισμοί στα κριτήρια διδασκαλίας που αποκλείουν σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου χωρίς τυπικά ακαδημαϊκά προσόντα, παρότι διαθέτουν βαθιά γνώση και εμπειρία.

Σκεφτόμουν, για παράδειγμα, τον Μίνω Βολανάκη, με τον οποίο είχα την τύχη να συνεργαστώ ως βοηθός και να δω από κοντά το εύρος και τη σημασία του έργου του. Ένας τόσο σπουδαίος θεατράνθρωπος, χωρίς πανεπιστημιακό τίτλο ή δίπλωμα δραματικής σχολής, με το νέο πλαίσιο είτε δεν θα μπορούσε να διδάξει είτε θα περιοριζόταν στο ελάχιστο ποσοστό των διδασκόντων που έχουν δικαίωμα να καταθέσουν τα χαρτιά τους. Την ίδια στιγμή, η νέα δομή φαίνεται αποσπασματική και ελλιπής, χωρίς πρόβλεψη για βασικές ειδικότητες, όπως τεχνικοί ή σκηνογράφοι.

Και εγώ ο χαζορομαντικός, όπως σας είπα πριν, περίμενα ότι θα φτιαχτεί και ένας χώρος για την ΑΣΠΤ. Τώρα τα μαθήματα θα πραγματοποιούνται σε διάφορους χώρους – ένα διάσπαρτο πράγμα, με μια επιτροπή που θα το διευθύνει. Νομίζω ότι είναι όλα αυτά στο πόδι φτιαγμένα ή τέλος πάντων, αν όχι στο πόδι, μετά από τρία χρόνια, περίμενα κάτι πιο οργανωμένο. Τόσα χρόνια έχουν γίνει τόσες επιτροπές από τον αείμνηστο Βασίλη Παπαβασιλείου και από πολλούς άλλους καλλιτέχνες με χρόνια στο θέατρο που έχουν καταθέσει απόψεις σε διαφορετικούς υπουργούς Πολιτισμού ή σε διαφορετικές υπουργούς Πολιτισμού για το πώς θα μπορούσε να γίνει μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών. Είναι σαν να μην λήφθηκαν υπόψη.

Γιάννης Αναστασάκης @Σίσσυ Μόρφη

Πάντως ο νόμος ψηφίστηκε και έχει πάρει τον δρόμο της εφαρμογής.

Τελικά «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν». Έγιναν απεργίες, αποχές από τους σπουδαστές των σχολών, μεγάλη αναστάτωση τόσα χρόνια. Ελπίζω ότι στην πορεία θα διορθωθούν κάποια πράγματα, αλλά η αρχή δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη δυνατή.

«Στο ΚΘΒΕ δείξαμε ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να διευθύνει κανείς ένα θέατρο, έχοντας υπόψη και την κοινωνία γύρω του και την οικονομική δυσπραγία των ανθρώπων και ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι υψηλό.»

Από τη θητεία σας στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, τι έχετε κρατήσει;

Όταν παρέλαβα ως διευθυντής, το θέατρο είχε χρέος 8.600.000 ευρώ. Με τη βοήθεια της Μαρίας Τσιμά, που ήταν αναπληρώτρια διευθύντρια και με τη βοήθεια του προέδρου του Δ.Σ., Άρη Στυλιανού και του αείμνηστου αντιπροέδρου Δημοσθένη Δώδου, πάντα με ένα Δ.Σ. που ήταν στο πλευρό μας, τρέξαμε πολύ αυτή την ιστορία ώστε τουλάχιστον το θέατρο να μην χρωστάει. Όντως τον Μάιο του 2019 δεν χρωστούσε πια τίποτα και μάλιστα αφήσαμε και ένα περιθώριο μπροστά – δύο εκατομμύρια ευρώ – για να λειτουργήσει μέχρι το τέλος της χρονιάς εκείνης. Γι’ αυτό είμαι καταρχήν περήφανος και ευχαριστημένος που δεν ήμουν μόνος μου και είχα βοήθεια από πολλούς ανθρώπους.

Η άδεια που είχαμε ήταν να φέρουμε το θέατρο κοντά στην πόλη και αυτό επίσης το καταφέραμε: από 100.000 θεατές το χρόνο που είχαν πριν οι παραστάσεις, έφτασαν τους 200.000 θεατές στο τέλος του 2019.

Πάλεψα ακόμη οι παραστάσεις αυτές να είναι με έργα ενδιαφέροντα, αλλά και με σκηνοθέτες καλούς από την παλιά και τη νέα γενιά σκηνοθετών: ήρθαν ο  Κώστας Τσιάνος αλλά και ο Θανάσης Παπαγεωργίου και η Ιώ Βουλγαράκη, ο Γιάννης Καλαβριανός, ο Γιάννης Μόσχος, η Γεωργία Μαυραγάνη και ακόμα πολλά νέα παιδιά που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και που έκαναν την πρώτη τους σκηνοθεσία στο ΚΘΒΕ.

Έπρεπε να τρέξω σε πολλά επίπεδα το θέατρο. Και το έκανα και με πολύ κόπο αλλά και με αγάπη γιατί είμαι Θεσσαλονικιός. Σπούδασα στη σχολή του ΚΘΒΕ, οπότε αισθανόμουν ένα ιδιαίτερο δέσιμο και με το θέατρο και με την πόλη ώστε να μην αφεθεί στη μοίρα του, γιατί είχε φτάσει σε ένα σημείο που τον Αύγουστο του 2015, τα χρέη ήταν υπέρογκα. Αυτή η προσπάθεια νομίζω πήγε καλά. Ανανεώθηκε η θητεία μου, μετά διακόπηκε ξαφνικά και απολύθηκα από τη νέα υπουργό Πολιτισμού. Αλλά δεν πειράζει, νομίζω ότι κάτι κάναμε και προσπάθησα να δείξουμε ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να διευθύνει κανείς ένα θέατρο, έχοντας υπόψη και την κοινωνία γύρω του και την οικονομική δυσπραγία των ανθρώπων και ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι υψηλό.

Θα ήθελα να κλείσουμε με μια ερώτηση σχετικά με το «Χελιδόνι». Τι ελπίζετε να κρατήσουν οι θεατές από την παράσταση;

Ότι η αγάπη δεν είναι δεδομένη και δεν είναι αρκετή από μόνη της. Πρέπει να συνοδεύεται από κατανόηση, από αποδοχή, από την ικανότητα να δεις τον άλλον όπως πραγματικά είναι. Να δεχτούμε δηλαδή και τα δικά του θέλω. Να ακούσουμε τη φωνή του, να δούμε πραγματικά το βλέμμα του πώς είναι μέσα στον κόσμο και όχι να φτιάχνουμε μια εικόνα μόνοι μας και στην πραγματικότητα να αγαπάμε την εικόνα που έχουμε φτιάξει γι’ αυτόν. Εμείς ως συντελεστές της παράστασης, φανταζόμαστε ότι τα δύο πρωταγωνιστικά της πρόσωπα αποδέχονται ολοκληρωτικά το ένα το άλλο και κατακτούν την πραγματική αγάπη. Και αυτή η κατάκτηση, θέλει καθημερινή πάλη. Δεν είναι εύκολη, αλλά  είναι ωραίο στην τέχνη να το θυμίζει κανείς. Είναι και το ζητούμενο της εποχής μας που είναι πολύ σκληρή, δυστυχώς.

Αν καταφέρουμε να κάνουμε αυτό το βήμα – να δούμε τον άλλον αληθινά – τότε ίσως μπορούμε να μιλήσουμε για μια πιο ουσιαστική μορφή αγάπης.

INFO «Το Χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα στο Θέατρο ΕΛΕΡ. Παραστάσεις από Δευτέρα 20 Απριλίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Το χελιδόνι» από το inTickets.