Τρεις εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του πολέμου, το ιρανικό καθεστώς δείχνει πεπεισμένο ότι υπερισχύει, θεωρώντας πως έχει τη δύναμη να επιβάλει στην Ουάσιγκτον μια διευθέτηση που θα εδραιώσει την κυριαρχία της Τεχεράνης στους ενεργειακούς πόρους της Μέσης Ανατολής για τις επόμενες δεκαετίες.

Αυτή η στάση, ωστόσο, ενδέχεται να αποδειχθεί μια επικίνδυνη παρερμηνεία της αποφασιστικότητας του Προέδρου Τραμπ ή της ικανότητας του Ισραήλ να καταφέρει στρατηγικά πλήγματα στην ηγεσία και τις στρατιωτικές υποδομές της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ο Τραμπ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου στέλνουν αντικρουόμενα μηνύματα για τη διάρκεια της σύγκρουσης, επιχειρώντας να καθησυχάσουν τις αγορές και να κρατήσουν την Τεχεράνη σε αβεβαιότητα. Ο Νετανιάχου δήλωσε την Πέμπτη ότι ο πόλεμος θα τελειώσει «πολύ πιο γρήγορα από ό,τι περιμένει ο κόσμος», ενώ ο Τραμπ υποστήριξε αυτή την εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ θα κλείσουν το μέτωπο στο «εγγύς μέλλον» – την ίδια στιγμή που το Πεντάγωνο έστελνε χιλιάδες επιπλέον πεζοναύτες στη Μέση Ανατολή.

Το πρόβλημα παραμένει ότι και το Ιράν έχει λόγο στο πότε θα σιγήσουν τα όπλα – και, επί του παρόντος, φαίνεται να ποντάρει στο ότι ο χρόνος κυλά υπέρ του.

Η ενεργειακή ασφυξία και το «όπλο» των φθηνών πληγμάτων

Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις ΗΠΑ και Ισραήλ περί καταστροφής των εχθρικών αποθεμάτων και εκτοξευτών, το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να εξαπολύει καθημερινά δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους και drones σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Αντί να καμφθεί, ο ρυθμός των επιθέσεων έχει επιταχυνθεί τις τελευταίες ημέρες. Τα ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν αυτή την εβδομάδα σοβαρές ζημιές σε κομβικές ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ την ίδια στιγμή οι εξαγωγές πετρελαίου του ίδιου του Ιράν σημειώνουν άνοδο.

Η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, το κρισιμότερο πέρασμα του Περσικού Κόλπου, διεξάγεται πλέον μόνο με την έγκριση της Τεχεράνης. Εν τω μεταξύ, το ράλι στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου πλήττει τις παγκόσμιες οικονομίες, ασκώντας ασφυκτική πίεση στον Τραμπ να τερματίσει έναν πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με την προσδοκία μιας γρήγορης επικράτησης.

«Οι Ιρανοί δεν είναι διατεθειμένοι να σταματήσουν, γιατί συνειδητοποίησαν κάτι βασικό: ότι μπορούν, με σχετικά χαμηλό κόστος, να προκαλέσουν τεράστια αναταραχή. Τώρα θέλουν να εμπεδώσει αυτό το μάθημα και ο υπόλοιπος κόσμος», αναφέρει η Ντίνα Εσφαντιαρί, αναλύτρια και συγγραφέας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής του Ιράν.

Οι «παράλογες» απαιτήσεις και το ρίσκο της κλιμάκωσης

Νιώθοντας ότι έχει το πάνω χέρι, η Τεχεράνη διαμηνύει ότι θα δεχθεί κατάπαυση του πυρός μόνο αν η Ουάσιγκτον και τα κράτη του Κόλπου καταβάλουν βαρύ τίμημα. Ο Εμπραχίμ Ρεζάι, εκπρόσωπος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του ιρανικού κοινοβουλίου, δήλωσε πως οποιαδήποτε συζήτηση με τις ΗΠΑ έχει βγει από την ατζέντα, καθώς η χώρα επικεντρώνεται στην «τιμωρία των επιτιθέμενων». Σε ανάλογο θριαμβευτικό τόνο, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε το Ιράν ως ένα «νέο Βιετνάμ» για τους Αμερικανούς.

Ωστόσο, αυτή η ρητορική ίσως υποτιμά την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον.

«Αυτή η αλαζονεία είναι επικίνδυνη. Δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Πρόεδρος Τραμπ δεν πρόκειται να τους αφήσει να κερδίσουν και δεν φαντάζονται μέχρι πού είναι ικανός να φτάσει», προειδοποιεί ο Τζέισον Γκρίνμπλατ, πρώην ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου. «Η σύγκρουση μπορεί να έχει τεράστιο κόστος, αλλά το να αφεθεί το πρόβλημα άλυτο θα κοστίσει πολλαπλάσια στο μέλλον».

Οι όροι που θέτει η Τεχεράνη περιλαμβάνουν υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις και την πλήρη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή. Επιπλέον, επιδιώκουν να μετατρέψουν τα Στενά του Ορμούζ –μια διεθνή πλωτή οδό ελεύθερης ναυσιπλοΐας– σε έναν ιδιότυπο «σταθμό διοδίων», ελέγχοντας το ένα τρίτο του παγκόσμιου αργού πετρελαίου. Ο Μοχάμεντ Μόχμπερ, σύμβουλος του Ανώτατου Ηγέτη, δήλωσε χαρακτηριστικά πως το Ιράν θα επιβάλει ένα «νέο καθεστώς» στα Στενά, απαιτώντας τέλη από κάθε διερχόμενο πλοίο.

Η επόμενη μέρα και ο μύθος της «επιβίωσης»

Είναι σχεδόν απίθανο οι ΗΠΑ ή οι χώρες του Κόλπου να αποδεχθούν τέτοιους όρους. Ο Τραμπ έχει δεσμευτεί να ανοίξει τα Στενά ακόμη και με τη βία, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια επιχείρηση ως «απλό στρατιωτικό ελιγμό» με ελάχιστο ρίσκο. Αν και στην εποχή των drones τίποτα δεν είναι απλό, στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, όπως ο απόστρατος αντιπτέραρχος Ντέιβιντ Ντέπτουλα, εκτιμούν ότι με την αμερικανική αεροπορική υπεροχή και τα σύγχρονα συστήματα στόχευσης, η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας είναι θέμα εβδομάδων.

«Οι Ιρανοί δεν θα ελέγξουν τα Στενά στο τέλος της ημέρας. Εμείς θα το κάνουμε», υπογραμμίζει ο Ντέπτουλα.

Αναλυτές προειδοποιούν πως αν οι ΗΠΑ υποχωρήσουν, αφήνοντας την Τεχεράνη να κρατά τον κόσμο «όμηρο», ο πόλεμος θα θεωρηθεί παταγώδης αποτυχία για τη διακυβέρνηση Τραμπ. Ακόμη κι αν επιτευχθεί μια πρόσκαιρη συμφωνία υπό την πίεση των αγορών, αυτή δεν θα είναι βιώσιμη, οδηγώντας νομοτελειακά σε έναν νέο γύρο πολέμου στο μέλλον.

Το ιστορικό του Ιράν δείχνει μια εμμονή σε άκαμπτες πολιτικές. Όπως σημειώνει ο Άλεξ Βατάνκα του Middle East Institute, κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ τη δεκαετία του ’80, η Τεχεράνη αρνήθηκε την κατάπαυση του πυρός για έξι χρόνια μετά την απελευθέρωση των εδαφών της, οδηγώντας σε εκατοντάδες χιλιάδες θύματα μόνο και μόνο για να μη φανεί αδύναμη.

Σήμερα, ο μεγαλύτερος εχθρός του καθεστώτος παραμένει ο ίδιος ο ιρανικός λαός, μετά την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου. Η τρέχουσα σύγκρουση ίσως είναι η προσπάθεια της ηγεσίας να δημιουργήσει έναν νέο «εθνικό μύθο» επιβίωσης απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς, ενισχύοντας τη στρατιωτικοποίηση της χώρας και εδραιώνοντας την εξουσία της για τις επόμενες δεκαετίες.