Η κρίση στη Μέση Ανατολή περνά σε μια νέα, ακόμη πιο επικίνδυνη φάση, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά επεκτείνεται ταυτόχρονα στη διπλωματία, στην ενέργεια, στις θαλάσσιες οδούς, στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και στην παγκόσμια οικονομία.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ωρών δείχνουν ότι η σύγκρουση αποκτά χαρακτηριστικά γενικευμένης περιφερειακής αποσταθεροποίησης, με τα αντίποινα του Ιράν να πλήττουν ενεργειακές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές στον Κόλπο, τις ΗΠΑ να κλιμακώνουν τις επιχειρήσεις τους και την Ευρώπη να αναζητά, ταυτόχρονα, τρόπο να προστατευθεί από τις οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.

Στη πρώτη γραμμή η ενέργεια

Στην πρώτη γραμμή της έντασης βρίσκεται η ενέργεια. Οι επιθέσεις σε διυλιστήρια, μονάδες LNG και πετρελαϊκές υποδομές σε διάφορα σημεία του Κόλπου έχουν φέρει πανικό στις αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να εκτοξεύονται και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προετοιμάζονται για ένα νέο κύμα ακρίβειας. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι η ασφάλεια του εφοδιασμού της ΕΕ με πετρέλαιο μπαίνει πλέον επισήμως σε διαδικασία επανεκτίμησης, εφόσο τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά ή εξαιρετικά επισφαλή.

Το μήνυμα από Βρυξέλλες, Παρίσι, Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι πως η καταστροφή των παραγωγικών δυνατοτήτων της Μέσης Ανατολής θα έχει πολύ πιο μακροχρόνιες και βαθιές επιπτώσεις απ’ όσες είχε αρχικά υπολογιστεί.

Ταυτόχρονα, ο πόλεμος δοκιμάζει τις σχέσεις και τις ισορροπίες. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να κρατά διπλή γραμμή: από τη μία επιτρέπει ή καλύπτει την αμερικανική στρατιωτική κλιμάκωση, από την άλλη δηλώνει ότι ζήτησε προσωπικά από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην πλήξει πετρελαϊκές και αερίου εγκαταστάσεις του Ιράν. Η τοποθέτησή του αυτή ήρθε μάλιστα σε αντίστιξη με άλλες πληροφορίες που ήθελαν την Ουάσιγκτον να γνωρίζει ή και να συντονίζει ορισμένα από τα πλήγματα, όπως στην περίπτωση του South Pars. Παράλληλα, δηλώσεις από την πλευρά των αμερικανικών υπηρεσιών και του Πενταγώνου αποκαλύπτουν ότι οι στόχοι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν ταυτίζονται πλήρως: η Ουάσιγκτον μιλά κυρίως για καταστροφή στρατιωτικών και πυραυλικών δυνατοτήτων, ενώ το Ισραήλ φαίνεται να στοχεύει ευρύτερα και στην ίδια την ιρανική ηγεσία.

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη κλιμακώνει όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και διπλωματικά. Το Ιράν ζητά επίσημες διευκρινίσεις από τη Γερμανία για τον ρόλο της αμερικανικής βάσης Ramstein στον πόλεμο, επιχειρώντας να μεταφέρει πίεση και στο ευρωπαϊκό πεδίο. Παράλληλα, ζητά αποζημιώσεις από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέσω επιστολής στον ΟΗΕ, κατηγορώντας τα ότι παρείχαν έδαφος ή διευκολύνσεις στις αμερικανικές επιθέσεις.

Την ίδια ώρα, οι ιρανικές δηλώσεις διαμηνύουν ότι η απάντηση στις επιθέσεις κατά ενεργειακών υποδομών «είναι σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί», προειδοποιώντας ουσιαστικά ότι ο κύκλος των αντιποίνων παραμένει ανοιχτός και μπορεί να διευρυνθεί.

Εξαπλώνεται η σύρραξη

Στο πεδίο, η εικόνα δείχνει μια σύρραξη που εξαπλώνεται. Νέα πλήγματα καταγράφονται σε διυλιστήρια, σε λιμενικές και ναυτικές εγκαταστάσεις, σε στόχους στο Κουβέιτ, στο Κατάρ, στο Μπαχρέιν και στη Χάιφα, ενώ υπάρχουν αναφορές ακόμη και για πλήγμα σε αμερικανικό F-35. Στον Λίβανο οι νεκροί ξεπερνούν πλέον τους 1.000, ενώ επιθέσεις επηρεάζουν και βασικές υποδομές ηλεκτροδότησης. Ακόμη και χώρες που βρίσκονταν στο περιθώριο της σύγκρουσης βλέπουν πλέον τις συνέπειες να φτάνουν στα εδάφη τους, γεγονός που ενισχύει το σενάριο μιας μακράς περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Ευρώπη προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική αλληλεγγύη, στην αυτοπροστασία και στην αποφυγή άμεσης εμπλοκής. Από τη μια πλευρά, έξι χώρες μαζί με την Ιαπωνία δηλώνουν έτοιμες να συμβάλουν στην ασφαλή διέλευση των πλοίων από το Στενό του Ορμούζ και στην σταθεροποίηση των αγορών ενέργειας. Από την άλλη, η Γερμανία σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να συμμετάσχει σε στρατιωτική αποστολή στα Στενά. Οι συζητήσεις στις Βρυξέλλες καταγράφουν τη νευρικότητα των «27», καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή τέμνεται με την ήδη ανοιχτή κρίση στην Ουκρανία, με τις τριβές για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, αλλά και με την αβεβαιότητα που προκαλεί η συμπεριφορά του Τραμπ απέναντι στους συμμάχους.

Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ, υπό αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο μια περιφερειακή σύγκρουση, αλλά ένα πλέγμα κρίσεων που επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή συνοχή. Οι ηγέτες μιλούν για ανάγκη προστασίας της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, για στήριξη των κρατών που βρίσκονται πιο κοντά στη ζώνη κινδύνου, για αποτροπή νέας ενεργειακής έκρηξης και για πολιτική θωράκιση απέναντι σε ενδεχόμενες νέες μεταναστευτικές ροές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τις Βρυξέλλες έθεσε ξεκάθαρα το ζήτημα ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ, συνέδεσε άμεσα τις επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις με την απειλή για την ευρωπαϊκή οικονομία και προειδοποίησε ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη και για ενεργειακή και για μεταναστευτική πίεση.

Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις δεν είναι πλέον απλώς αντικείμενο διεθνούς παρακολούθησης, αλλά αποκτούν άμεση επιχειρησιακή και πολιτική διάσταση. Η κατάρριψη δύο ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία προσέδωσε στη χώρα ρόλο με απτό αποτύπωμα στη σύγκρουση. Ο Νίκος Δένδιας παρουσίασε το περιστατικό ως απόδειξη επιχειρησιακής ετοιμότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και ως παρέμβαση που προστατεύει εμμέσως το επίπεδο ζωής των Ελλήνων και των Ευρωπαίων πολιτών, αποτρέποντας νέα έκρηξη στις τιμές του πετρελαίου.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή της Ελλάδας ως αμυντική, σταθεροποιητική και απολύτως συνδεδεμένη με την προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών.

Ωστόσο, στο εσωτερικό η συζήτηση παίρνει σαφώς πιο συγκρουσιακά χαρακτηριστικά. Το ΠαΣοΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι η κατάρριψη των ιρανικών πυραύλων συνιστά ευθεία διάψευση του κυβερνητικού αφηγήματος περί μη εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο. Οι αντιδράσεις εστιάζουν στο ότι η χώρα εμφανίζεται να συμμετέχει, έστω και αμυντικά, σε πραγματική πολεμική επιχείρηση στην καρδιά της κρίσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια, τη διπλωματία και τις ελληνοαραβικές ισορροπίες. Η αντιπολίτευση ζητά την επιστροφή της συστοιχίας Patriot και των Ελλήνων στρατιωτικών, ενώ η κυβέρνηση αντιτείνει ότι η αποστολή υπηρετεί ευρύτερο στρατηγικό συμφέρον.