Η επίθεση της κουβανικής ακτοφυλακής σε ταχύπλοο σκάφος, στα χωρικά ύδατα της Κούβας την τελευταία Τετάρτη του Φεβρουαρίου (25/02), είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τεσσάρων επιβατών, εκ των οποίων ένας πολίτης των ΗΠΑ. Το περιστατικό αυτό, που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ικανό να προκαλέσει νέα κλιμάκωση στην κρίση μεταξύ Αβάνας και Ουάσιγκτον, επισκιάστηκε από τον πόλεμο στο Ιράν που ξέσπασε τρεις μέρες αργότερα.

Εξοπλισμός και όπλα που κατασχέθηκαν από το ταχύπλοο σκάφος (Omara Garcia Mederos/ACN/Handout via REUTERS)
Η αλλοπρόσαλλη αντίδραση του Λευκού Οίκου έναντι της Αβάνας κινήθηκε μεταξύ κλιμάκωσης, ύφεσης και ανοικτού εκβιασμού. Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν δίστασε να απειλήσει ευθέως το κουβανικό καθεστώς. «Είναι ζήτημα χρόνου, πρέπει να τελειώσουμε πρώτα με αυτό [σ.σ. το Ιράν]» δήλωσε, αφήνοντας να υπονοηθεί ότι το νησιωτικό κράτος έπεται στη λίστα «αλλαγής καθεστώτων» μετά την Τεχεράνη.
Όσα είπε όμως ο Τραμπ έρχονται σε αντίθεση με όσα δήλωσε προ ημερών ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο: «Θα διερευνήσουμε τι ακριβώς συνέβη και θα αντιδράσουμε καταλλήλως». Πρόκειται για γλώσσα ασυνήθιστα ήπια για τον κουβανικής καταγωγής Ρούμπιο, έναν από τους πλέον ένθερμους επικριτές του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κούβας (το οποίο έχει πολλάκις χαρακτηρίσει «βίαιη δικτατορία»). Στα τέλη Ιανουαρίου μάλιστα, με επίσημη ανακοίνωσή του καλούσε στην αποκατάστασης της «σκληρής γραμμής» ως προς τις αμερικανοκουβανικές σχέσεις.
Η έκπληξη είναι ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι έχει προηγηθεί σειρά μέτρων που οδήγησαν το νησιωτικό κράτος σε οικονομική ασφυξία, με αποκορύφωμα το εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ, και το οποίο αναβίβαζε την Κούβα «έκτακτη απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», απειλώντας με δευτερογενείς κυρώσεις κατά οποιασδήποτε χώρας εξάγει καύσιμα προς αυτή – γεγονός που έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή έλλειψη καυσίμων.
Ανάλογη σε ύφος ήταν η απόκριση των κουβανικών αρχών. Το υπουργείο Εξωτερικών, δια στόματος του αναπληρωτή υπουργού Κάρλος Φερνάντες ντε Κόσιο, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «οι κρατικές αρχές διατηρούν επικοινωνία με τις αντίστοιχες αμερικανικές, συμπληρώνοντας ότι «η κουβανική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να συνεργαστεί επί του ζητήματος με τις ΗΠΑ». Τέλος, στην ίδια ανακοίνωση ανέφερε την προθυμία της Ουάσιγκτον για περαιτέρω συνεργασία σε ό,τι αφορά το στάδιο της διερεύνησης του περιστατικού.
Στο μεταξύ, η κατάσταση που επικρατεί στο νησί, που συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με την χειραφέτηση απέναντι στην εξουσία της αμερικανικής υπερδύναμης, κρίνεται τραγική. Ρεπορτάζ της ισπανικής εφημερίδας El Pais αναφέρει ότι οι διακοπές ρεύματος διαρκούν από έξι έως δώδεκα ώρες σε καθημερινή βάση, επηρεάζοντας κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Την ίδια στιγμή, η χώρα υφίσταται και υγειονομική κρίση, με δεκάδες θανάτους να καταγράφονται από επιδημίες εντομογενών λοιμώξεων (ειδικότερα δάγκειου πυρετού και τσικουνγκούνια), η επανεμφάνιση των οποίων συνδέεται με τις περιορισμένες δυνατότητες των κρατικών αρχών να επέμβουν με προληπτικές δράσεις όπως οι ψεκασμοί, λόγω έλλειψης καυσίμων.
Λύση αλά Βενεζουέλα;
Πού οφείλεται αυτού του είδους η αυτοσυγκράτηση; «Ο κ. Τραμπ επιδιώκει μια πολιτική αλλαγή σαν αυτή της Βενεζουέλας, όπου η αριστερή κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία, παρότι μεσολάβησε η σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο» σημειώνει ο έμπειρος σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δημοσιογράφος των New York Times, Μάικλ Κρόουλι, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την στάση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Υπέρ αυτής της θεωρίας συνηγορεί η φημολογούμενη επίσκεψη του γιού του πρώην προέδρου Ραούλ Κάστρο, Αλεχάνδρο Κάστρο Εσπίν, στην Πόλη του Μεξικού, όπου σύμφωνα με το Politico, είχε συναντήσεις με αμερικανούς αξιωματούχους ώστε να βρεθεί μια διέξοδος από την παρούσα κρίση. Προς επίρρωση των παραπάνω, ακολούθησαν μυστικές επαφές του Ρούμπιο με τον Ραούλ Γκιγιέρμο Ροδρίγκες Κάστρο, εγγονό του Ραούλ Κάστρο, τις οποίες έφερε στην επιφάνεια ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού ιστότοπου Axios, παραπέμποντας σε διπλωματική πηγή.
Ο Λευκός Οίκος έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν πρόκειται για κάποιου είδους διαπραγματεύσεις αλλά «για συζητήσεις σχετικά με το μέλλον», υπογραμμίζοντας παράλληλα πως «η επίσημη θέση των ΗΠΑ είναι ότι το καθεστώς πρέπει να φύγει. Το πώς θα μοιάζει [σ.σ. η επόμενη μέρα μετά την ανατροπή του καθεστώτος] εναπόκειται στον πρόεδρο Τραμπ» ανέφερε η ίδια πηγή, προσφέροντας έτσι περιθώριο ευελιξίας στο Οβάλ Γραφείο.
Αυτού του είδους η προσέγγιση φαίνεται πως εξυπηρετεί την ανάγκη του Τραμπ να παρουσιάζει νίκες στο δυτικό ημισφαίριο – το οποίο επί θητείας του έχει καταστεί προτεραιότητα – με την δέσμευσή του για τερματισμό των πολεμικών αναμετρήσεων. «Η Κούβα πρέπει να αλλάξει αλλά δεν χρειάζεται να αλλάξει μέσα σε μια μέρα. Πρόκειται για μια διαρκή διαδικασία, όπως είδαμε για παράδειγμα στη Βενεζουέλα» δήλωνε ο Ρούμπιο μετά την ολοκλήρωση της παρουσίας του στην Καραϊβική.
Υπάρχουν ασφαλώς και διαφορές. Σε αντίθεση με το Καράκας, στην Αβάνα η όποια συνεννόηση θα πρέπει να γίνει αποκλειστικά με τμήματα του κυρίαρχου μηχανισμού εξουσίας, ελλείψει πολιτικής αντιπολίτευσης. «Δεν θέλουν αλλαγή καθεστώτος εν μια νυκτί» εκτιμά ο Ράιαν Μπεργκ, ερευνητής του think tank CSIS, με ειδίκευση στην αμερικανική ήπειρο, μιλώντας στους New York Times, και επισημαίνει ότι ο Τραμπ προτιμά «μια αργή μετάβαση στη δημοκρατία».
Την ίδια άποψη συμμερίζεται κι η εξειδικευμένη σε ζητήματα Λατινικής Αμερικής αρθρογράφος της Wall Street Journal, Μέρι Αναστάζια Ο’ Γκρέιντι, δίνοντας έμφαση στην οικονομία ως μέσο πίεσης προς την Αβάνα. «Θα ήταν παράδοξο να μην εκμεταλλευτεί ο Τραμπ, την οικονομική κατάρρευση για να αποκαταστήσει τη δημοκρατία στο νησί» γράφει, εκφράζοντας ταυτόχρονα αμφιβολίες για το αν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο δράσης και υπενθυμίζοντας πως η λογική ενός καλού deal θα δυσανασχετούσε πολλούς Κουβανοαμερικανούς που αντιτίθενται στο καθεστώς. Λίγους μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, ένα τέτοιο σχόλιο λειτουργεί κι ως «κώδωνας κινδύνου» για τον αμερικανό πρόεδρο και τους Ρεπουμπλικανούς.





