Κείμενο – φωτογραφίες Δ. Γαλάνης
Ένα φθινοπωρινό πρωινό αφήσαμε την Βηρυτό, την πανέμορφη και λαβωμένη πρωτεύουσα του Λιβάνου με προορισμό τον αρχαιολογικό χώρο του Μπααλμπέκ. Οποιος επισκεφθεί τη Βηρυτό θα πρέπει να έχει υπόψη του, ότι σχεδόν όλα τα ιδιωτικά αυτοκίνητα λειτουργούν και σαν ταξί. Κάθεσαι στο πεζοδρόμιο, σηκώνεις το χέρι και σταματάει ένα αυτοκίνητο με τον οδηγό να σε ρωτάει που πας. Του λες τον προορισμό σου, κάνεις ένα μικρό παζάρι και σε πηγαίνει όπου θέλεις.
Τις προηγούμενες ημέρες είχαμε την τύχη να συναντήσουμε με αυτόν τον τρόπο τον Αμίν, έναν ευγενέστατο 30χρονο, που έγινε ο προσωπικός οδηγός μας. Χάρη στις γνώσεις του είχαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε περιοχές της Βηρυτού που δεν είναι εύκολα προσβάσιμες στους απλούς τουρίστες.
Η Βηρυτός είναι η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη του Λιβάνου, χτισμένη σε μια χερσόνησο στη Μεσόγειο Θάλασσα, στους πρόποδες των βουνών του Λιβάνου. Με πληθυσμό γύρω στα 2-2.5 εκατομμύρια στην ευρύτερη περιοχή, είναι μια ζωντανή, κοσμοπολίτικη μεγαλούπολη που παλιότερα αποκαλούσαν «Παρίσι της Ανατολής».
Πρόκειται για μια πόλη που λαβώνεται, κλείνει τις πληγές της και συνεχίζει να γοητεύει τους επισκέπτες της με την ομορφιά της, την κουλτούρα της και τη ζεστασιά των κατοίκων της. Εχοντας επισκεφθεί τις προηγούμενες ημέρες τις γειτονιές που επλήγησαν περισσότερο από την έκρηξη στο λιμάνι τον Αύγουστο του 2020 και στις οποίες βλέπει κανείς ακόμα κατεστραμμένες προσόψεις κτιρίων, καθώς και τις περιοχές που χτυπήθηκαν από ισραηλινές επιθέσεις το 2024, αντιλαμβάνεσαι ότι πόλη αυτή, παρά την κούραση από δεκαετίες κρίσεων, είναι αποφασισμένη να σηκώνει το κεφάλι και να προχωράει μετά από κάθε καταστροφή.

Στο δρόμο προς το Μπααλμπέκ
Το ραντεβού μας με τον Αμίν είναι στις εννιά το πρωί. Μας εξηγεί ότι η απόσταση είναι περίπου 90 χιλιόμετρα, αλλά μπορεί να έχουμε καθυστερήσεις εξ’ αιτίας της κίνησης και των ελέγχων που γίνονται σε διάφορα φυλάκια κατά μήκος της διαδρομής και ως εκ τούτου μπορεί να χρειαστούμε 2-3 ώρες για να φτάσουμε στο Μπααλμπέκ.
Πήραμε την εθνική οδό προς την κοιλάδα της Μπεκάα, ακολουθώντας τον δρόμο προς τη Δαμασκό. Μέχρι να περάσουμε τα βουνά που περικλείουν ανατολικά την πόλη η κίνηση ήταν απίστευτη. Μας σταμάτησαν σε δύο φυλάκια του λιβανικού στρατού, όπου μας ζήτησαν τα διαβατήρια, ρώτησαν τον προορισμό μας και μας άφησαν να περάσουμε χωρίς δυσκολία.
Τελικά διασχίσαμε τα βουνά και αρχίσαμε την κάθοδο προς την κοιλάδα της Μπεκάα, μια μεγάλη εύφορη πεδιάδα με χωράφια, αμπέλια και μικρά χωριά. Ο δρόμος ήταν καλός σε γενικές γραμμές. Σταματήσαμε στην Χτούρα για ένα καφέ και μετά κατευθείαν για το Μπααλμπέκ, όπου φτάσαμε γύρω στις 11.30.
Το Μπααλμπέκ μια πόλη με περίπου 85.000 κατοίκους χτισμένη ακριβώς δίπλα και γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο. Στην πόλη ζουν Σιίτες μουσουλμάνοι, Σουνίτες και Χριστιανοί, κυρίως Ορθόδοξοι και Μαρωνίτες. Επίσης εδώ ζουν και πολλοί Σύριοι πρόσφυγες από τον εμφύλιο στη Συρία.
Η πόλη θεωρείται ισχυρό προπύργιο της Χεζμπολάχ γι’ αυτό και έχει δεχτεί πολλές επιθέσεις από το Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά ο αρχαιολογικός χώρος παραμένει επισκέψιμος τις περισσότερες περιόδους.
Στα ερείπια της αρχαίας Ηλιούπολης
Ο αρχαιολογικός χώρος του Μπααλμπέκ είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και σημαντικούς αρχαίους χώρους παγκοσμίως και αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1984.
Σύμφωνα με τους ερευνητές η περιοχή κατοικείται από την Παλαιολιθική εποχή, με στοιχεία χρήσης εδώ και τουλάχιστον 9.000–11.000 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της φοινικικής περιόδου η περιοχή εθεωρείτο ιερός τόπος του θεού Βάαλ, εξ ου και το όνομά της.
Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο η περιοχή ονομάστηκε Ηλιούπολις. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα και πιο εντυπωσιακά θρησκευτικά συγκροτήματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφιερωμένο στην τριάδα Δίας – Αφροδίτη – Ερμής, η λεγόμενη «Τριάδα της Ηλιούπολης»).
Καθώς εισέρχεται κανείς στον αρχαιολογικό χώρο δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το μέγεθος, την πληθώρα των ναών, καθώς και από το πόσο καλά διατηρούνται ορισμένοι από αυτούς.
Ναός του Δία
Ξεκινάμε την περιήγησή μας από τον ναό του Δία, που είναι ο μεγαλύτερος ρωμαϊκός ναός που κατασκευάστηκε ποτέ. Διέθετε 54 κορινθιακούς κίονες ύψους 20-22 μέτρων, από τους οποίους σήμερα σώζονται όρθιοι μόνο έξι. Ο ναός είναι κτισμένος πάνω σε μια εξέδρα εντυπωσιακών διαστάσεων.
Είναι το κεντρικό και πιο εντυπωσιακό μνημείο του συγκροτήματος και ένα από τα κορυφαία δείγματα της αυτοκρατορικής ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής στο απόγειό της.
Ηταν αφιερωμένος στον Δία Ηλιουπολίτη (Jupiter Heliopolitanus), που αποτελούσε σύνθεση του ρωμαϊκού Δία με τον φοινικικό θεό Βάαλ (συνδυασμός με ηλιακά χαρακτηριστικά).
Η κατασκευή του ξεκίνησε πιθανότατα στα τέλη του 1ου αι. π.Χ. (εποχή Αυγούστου), με κύρια φάση τον 1ο αι. μ.Χ. (πιθανώς από το 60 μ.Χ. ή νωρίτερα) και ολοκληρώθηκε με συνεχείς βελτιώσεις τον 3ο αι. μ.Χ.

Δεν είναι γνωστός ο αρχιτέκτονας ή ο αυτοκράτορας που ανέθεσε την ανέγερση του ναού. Ο ναός είχε περίπου 90 μέτρα μήκος και πλάτος 35-40, ενώ το συνολικό του ύψος ξεπερνούσε τα 30 μέτρα. Στην αρχαιότητα λειτουργούσε και ως μαντείο.
Η διάμετρος της βάσης των κιόνων ήταν περίπου 2,5 μέτρα, γεγονός που τους κάνει τους μεγαλύτερους κλασικούς κίονες που γνωρίζουμε.
Ο ναός χτίστηκε πάνω σε τεράστια τεχνητή εξέδρα (υψωμένη πλατφόρμα), που περιβάλλεται από γιγαντιαίους ογκόλιθους, οι οποίοι ακόμα και σήμερα κόβουν την ανάσα του επισκέπτη με το μέγεθός τους.
Πρόκειται για ένα σύμβολο της ρωμαϊκής υπερβολής και μηχανικής ιδιοφυΐας. Όταν στέκεσαι μπροστά στους 6 εναπομείναντες κίονες, νιώθεις πραγματικά το μέγεθος της αρχαίας αυτοκρατορίας.
Ναός του Βάκχου
Συνεχίζουμε την περιήγησή μας στον ναό του Βάκχου, έναν από τους καλύτερα διατηρημένους ρωμαϊκούς ναούς παγκοσμίως. Ο ναός που είναι πολύ πλούσιος σε γλυπτό διάκοσμο θεωρείται αριστούργημα της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.
Η βάση της εξέδρας πάνω στην οποία είναι χτισμένος ο ναός αποτελείται από τρία γιγαντιαίους μονόλιθους μήκους 20 μέτρων και ύψους 4 μέτρων περίπου. Κάθε ένας από αυτούς τους μονόλιθους ζυγίζει περίπου 800 τόνους. Ακόμα και σήμερα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και θαυμασμού το πώς μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν αυτοί οι μονόλιθοι χωρίς σύγχρονα μηχανήματα.

Ναός της Αφροδίτης
Ο Ναός της Αφροδίτης, γνωστός και ως Κυκλικός Ναός, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πρωτότυπα μνημεία του αρχαιολογικού χώρου. Σε αντίθεση με τους μεγαλοπρεπείς ναούς του Δία και του Βάκχου, αυτός είναι μικρότερος, πιο κομψός και διαφορετικός στην αρχιτεκτονική του.
Χτίστηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ., πιθανότατα κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο ή και μεταγενέστερα.
Είναι αφιερωμένος στην Αφροδίτη της Ηλιούπολης, που συνδυαζόταν με φοινικικές/τοπικές θεότητες όπως η Αταργάτις (Atargatis), θεά της γονιμότητας και της αγάπης.
Στη βυζαντινή εποχή μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, αφιερωμένη στην Αγία Βαρβάρα, που παραμένει προστάτιδα της περιοχής μέχρι σήμερα.
Ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν την απόδοση του ναού στην Αφροδίτη και προτείνουν ότι μπορεί να ήταν αφιερωμένος στη θεά Τύχη (Fortuna), αλλά η πλειοψηφία συμφωνεί ότι ήταν αφιερωμένος στην Αφροδίτη λόγω των συμβόλων (περιστέρια και κοχύλια), που κυριαρχούν στον ναό.
Είναι χτισμένος πάνω σε ημικυκλική, πεταλόσχημη εξέδρα με κυκλικό σηκό και τετράστυλο πρόναο. Οι τοίχοι έχουν 5 κόγχες με γλυπτά σύμβολα: περιστέρια και κοχύλια – χαρακτηριστικά της Αφροδίτης.
Βρίσκεται περίπου 200 μέτρα από το μεγάλο συγκρότημα των ναών, κοντά σε δρόμο με κιονοστοιχίες, δίπλα σε μικρό ναό των Μουσών.

Σε έναν χώρο γεμάτο κολοσσιαία μνημεία, ο ναός της Αφροδίτης είναι το «κόσμημα», ένα δείγμα της ρωμαϊκής δημιουργικότητας και αρμονίας, με λεπτομέρειες που θυμίζουν ύστερη αρχαιότητα. Τα σύμβολα αγάπης και ομορφιάς τον κάνουν ιδανικό για φωτογραφίες, ειδικά με φόντο τον ουρανό.
Και στους τρεις ναούς ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει πάνω στα αρχαία ερείπια, δίνοντας στην εμπειρία του μια προσωπική επαφή που δύσκολα μπορεί να έχει σε αρχαιολογικούς χώρους στη Δύση.
Ο χώρος είναι πολύ καλά φροντισμένος, δίνοντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να θαυμάσει από απόσταση, αλλά και από κοντά αυτά τα θαύματα της αρχαιότητας. Η πολιτική αστάθεια του Λιβάνου έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχουν, τουλάχιστον την εποχή που επισκεφθήκαμε τον χώρο, πολλοί τουρίστες γεγονός που μεγεθύνει την ομορφιά της εμπειρίας.
Βγαίνοντας από τον αρχαιολογικό χώρο περιηγηθήκαμε για λίγο στα στενά δρομάκια του Μπααλμπέκ, απολαύσαμε συγκλονιστικά τυροπιτάκια και χορτοπιτάκια που θεωρούνται τα καλύτερα του Λιβάνου και επισκεφθήκαμε την ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, που θεωρείται και προστάτιδα της πόλης, καθώς, σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε εδώ.
Η σημερινή ελληνορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας ανήκει στη Μητρόπολη Ζάχλε, Μπααλμπέκ και Περιχώρων του Πατριαρχείου Αντιοχείας.
Η εκκλησία παραμένει ενεργή, παρόλο που η χριστιανική παρουσία στο Μπααλμπέκ είναι μικρή, περίπου 300–500 Χριστιανοί, κυρίως Καθολικοί Μελκίτες και Μαρωνίτες, αλλά και Ορθόδοξοι.
Το Φεστιβάλ του Μπααλμπέκ
Στην περιοχή κάθε καλοκαίρι, μέσα στον αρχαιολογικό χώρο διοργανώνεται το Φεστιβάλ Μπααλμπέκ, το παλαιότερο και πιο διάσημο πολιτιστικό φεστιβάλ στη Μέση Ανατολή, με ιστορία που ξεπερνά τα 70 χρόνια.
Οσοι έχουν παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις του φεστιβάλ κάνουν λόγο για μια μοναδική εμπειρία όπου η αρχαία ιστορία συναντά σύγχρονη τέχνη.
Το Φεστιβάλ διοργανώθηκε επίσημα για πρώτη φορά το 1956 υπό την αιγίδα του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Καμίλ Σαμόν (Camille Chamoun). Από την πρώτη χρονιά διοργάνωσης συμμετείχαν διεθνείς καλλιτέχνες (όπερα, μπαλέτο, συμφωνική μουσική, θέατρο) και έγινε σύμβολο της “χρυσής εποχής” του Λιβάνου.
Στο Φεστιβάλ έχουν εμφανιστεί μεταξύ άλλων η μεγάλη καλλιτέχνιδα Φεΐρούζ, η Αιγύπτια Ντίβα Ουμ Καλσούμ, ο δεξιοτέχνης της τζαζ Μάιλς Ντέιβις, ο Στινγκ κά. Επίσης έχουν πάρει μέρος διεθνή μπαλέτα, όπερες και κλασσικές ορχήστρες από την Ευρώπη, την Αμερική και Αραβικό κόσμο.
Την περίοδο 1975–1996 το φεστιβάλ ανεστάλη λόγω του Λιβανικού Εμφυλίου Πολέμου (1975–1990), κατά τη διάρκεια του οποίου τα ερείπια υπέστησαν ζημιές, αλλά δεν καταστράφηκαν πλήρως.
Το 1997 άρχισε και πάλι να διοργανώνεται το φεστιβάλ με έμφαση σε λιβανέζους καλλιτέχνες, αλλά και με τη συμμετοχή διεθνών αστέρων, όπως ο Ζαν Μισέλ Ζαρν κά.
Φύγαμε από το Μπααλμπέκ με μια ψυχική ανάταση, αλλά και μια ανησυχία για το τι επιφυλάσσει το μέλλον σε αυτόν τον αρχαιολογικό χώρο, που έχει αντισταθεί όχι μόνο στον χρόνο, αλλά και στην ανθρώπινη παραφροσύνη.





